Τρίτη 24 Οκτωβρίου 2017

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΝΕΣΤΑΝΗΣ - «Ἀπόψε δὲν κοιμήθηκα»





ΑΠΟΨΕ ΔΕΝ ΚΟΙΜΗΘΗΚΑ
Ἄπόψε μωρὴ πέρδικα ἀπόψε δὲν κοιμήθηκα
γιὲμ καὶ σήμερα νυστάζω, πέρδικά μου δὲ σ' ἀλλάζω
γιατὶ πολὺ μωρὴ πέρδικα, γιατὶ πολὺ κουβέντιασα
γιὲμ μὲ μιὰ γειτονοπούλα, πέρδικα τὰ ξέρεις οὖλα
πὦχει τὰ χεί- μωρὴ πέρδικα πὦχει τὰ χείλι κόκκινο
καὶ τὸ μάγουλο βαμμένο περιστέρι μου χαϊμένο.
κι ἔσκυψα καὶ μωρὴ πέρδικα κι ἔσκυψα καὶ τὰ φίλησα
γιὲμ καὶ βάψε τὸ δικό μου πέδικά μου ὦχ τὸν καημό μου
καὶ στὸ μαντί- μωρὴ πέρδικα καὶ στὸ μαντήλι τό 'συρα,
γιὲμ κι ἐβάψε τὸ μαντήλι ἀπ' τὰ κόκκινά σου χείλη
σὲ ἑφτὰ ποτά- μωρή πέρδιακα σ' ἑφτὰ ποτάμια τό 'λυνα
γιὲμ καὶ τὰ ἑφτὰ ἐβάψαν τὴν καρδούλα μου ἐκάψαν
κ' ἔβαψε ἡ ἄ- μωρὴ πέρδικα, κι ἔβαψε ἡ ἄκρη τοῦ γιαλοῦ
γιὲμ καὶ ἡ ἄκρη τοῦ πελάγου πέρδικά μου θὰ σὲ πάρου
κατέβη ἀητὸς μωρὴ πέρδικα κατέβη ἀητὸς νὰ πιεῖ νερὸ
γιὲμ καὶ βάψαν τὰ φτερά του γιὰ παρηγοριὰ δικιά του
κι ἔβαψε ὁ ἥ- μωρὴ πέρδικα, κι ἔβαψε ὁ ἥλιος ὁ χρυσὸς
γιὲμ καὶ τ' ἀργυρὸ φεγγάρι, πέρδικα ποιὸς θὰ σὲ πάρει.


Οἱ δέκα τελευταῖοι στίχοι τοῦ τραγουδιοῦ ἀπαντιοῦνται καὶ ἀνεξάρτητοι ἢ βρίσκονται παρεμβεβλημένοι σὲ ἄλλα μικρότερα ἐρωτικά κυρίως τραγούδια.
Ὁ Φωριέλ σχολιάζοντας τοὺς στίχους λέει: «...καὶ μία μόνη σταγών αἵματος τῆς ἀτυχοῦς κόρης προσέλαβε τὴν μαγικὴν δύναμιν νὰ βάφη τοὺς ποταμοὺς καὶ τὴν θάλασσαν. Τοιαύτη τις μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ ἦτο ἡ ἰδέα τοῦ ποιητοῦ, ἰδέα βεβαίως παράδοξος και ἐξεζητημένη, ἀλλ' ὅμως ἐνέχουσα πως καὶ βαθύτητα καὶ τόλμην· καί ὐπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην τοὐλάχιστον θὰ ἦτο ἀκαιφνῶς ἑλληνική».
Ο Νικόλαος Πολίτης ὅμως διαφωνεῖ λέγοντας ὅ,τι: «καθ' ἑαυτὸ ἐξεταζόμενο τὸ τεμάχιον, ὡς ἄσμα αὐτοτελὲς καὶ ἄνευ συνάφειας πρὸς ἄλλο ἆσμα, εἶναι φανερόν, ὅτι οὐδὲν ἄλλο εἶναι εἰμὴ εἰκὼν ἐν σχήματι ὑπερβολῆς πρὸς παράστασιν τῆς θαυμασίας ἐρυρότητος τῶν χειλέων τῆς ἀγαπωμένης νεανίδος. Ὑπεβολῆς βεβαίως ἥτις φαίνεται προσήκουσα μᾶλλον εἰς ἀσιανὸν ποιητήν, καὶ ἀλλότρια πρὸς τὴν λιτότητα τῆς δημώδους ἑλληνικής ποιήσεως. [...]».
Τὸ μόνο σίγουρο εἶναι πὼς μιλάμε γιὰ ἕνα ἐξαιρετικὸ ἐρωτικὸ δημοτικὸ τραγούδι ποὺ μὲ τὴ μεταφορὰ τῆς σταγόνας καὶ τῆς δύναμής της νὰ χρωματίσει κόκκινο τὸν κόσμο ὁλόκληρο, παρομοιάζει τὸ πάθος τοῦ ἀφηγητὴ καὶ τὸν ἐρωτικὸ καημό του, ποὺ ἂν καὶ έκλπηρωμένο -κι ἔσκυψα καὶ τὰ φίλησα- δὲ λέει νὰ κωπάσει.



Πληροφορίες τῆς παρούσας ἠχογράφισης:

Video:
Τραγουδάει ὁ Νεστανιώτης Δημήτριος Καρώνης.
Πηγὴ πληροφοριῶν:
ΚΑΡΩΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ, «ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΝΕΣΤΑΝΗΣ», ἐκδόσεις ΤΟ ΔΟΝΤΙ, Πάτρα, 2013.

© Copyright: Παναγιώτης Καρώνης καὶ ἐκδόσεις ΤΟ ΔΟΝΤΙ, μὲ τὴν ἐπιφύλαξη κάθε δικαιώματος.
 

Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2017

Σόργος (Sorghum) ὁ σαρωματικὸς καὶ ἡ καλλιέργειά του στὴ Νεστάνη, ἀφιέρωμα




Γενικὰ περὶ σόργου
Τὸ σόργο (Sorghum) κατάγεται πιθανότατα, ἀπὸ τὴν Ἀφρική. Μὲ τὴν ὀνομασία σόργο ἀναφερόμαστε βέβαια μόνο στοὺς ἐδώδιμους ἀμυλούχους καρπούς του. Δηλαδὴ σόργο ὀνομάζεται ὁ καρπὸς καὶ ὄχι ὁλόκληρο τὸ φυτὸ μὲ τὸν κάλαμό του, τὰ φύλλα του καὶ τοὺς σπερματοφόρους θυσάνους.
Οὐσιαστικὰ καὶ ἐπιστημονικά, τὸ σόργο ἀνήκει στὸ γένος τῶν ἀγγειόσπερμων  μονοκότυλων φυτῶν τῆς οἰκογενείας ἀγρωστώδηἀγρωστίδες (Graminae) ποὺ μὲ τὴ σειρά τους ἀνήκουν στὴν ὁμάδα τῶν σιτηρῶν. Ὅμως τὸ γένος σόργος περιλαμβάνει κάπου 60 περίπου εἴδη ποωδῶν φυτῶν ποὺ εἶναι ἰθαγενῆ τῶν τροπικῶν καὶ ὑποτροπικῶν περιοχῶν, ἅν καὶ ὅλες οἱ καλλιεργούμενες μορφὲς σόργου προέρχονται ἀπὸ ἕνα εἶδος· τὸ Sorghum bicolor (Σόργος ὁ δίχρωμος) ἢ σόργος ὁ κοινὸς (Sorghum vulgare), ποὺ -ὅπως εἴπαμε- κατάγεται πιθανότατα ἀπὸ τὴν Ἀφρική.
Ὁ σόργος ὁ σαρωματικὸς (S. scoparion) εἶναι τὸ φυτὸ μὲ τὸν ψηλὸ κάλαμο -μήκους τριῶν μέτρων- καὶ τὴν πολύκλαδη ταξιανθία μὲ τὰ ἐρυθροκίτρινα σπέρματα. Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ταξιανθία του εἶναι ποὺ χρησιμεύει στὸ νὰ κατασκευάζονται σάρωθρα, οἱ γνωστές μας σκοῦπες. Ἀπὸ αὐτή του τὴν χρήση πήρε καὶ τὴν κοινή του ὀνομασία σκούπα. Ἔτσι τὸ συναντᾶμε σὰν σκούπασκουπόχορτο.
Ἂν καὶ δὲν εἴμαστε ἀπολύτως σίγουροι, ἡ καλλιέργεια τοῦ Σόργου πρέπει νὰ ξεκίνησε ἀρχικά, ἀπὸ τὴν Αἰθιοπία ἢ ἀπὸ τὸ Σάχελ στὴν Κεντροδυτικὴ Ἀφρικὴ πρὶν ἀπὸ 5.000 χρόνια. Στὴ συνέχεια, μὲ τὶς ἐμπορικὲς συναλλαγές -κυρίως μὲ πλοῖα- φαίνεται πὼς τὸ φυτὸ ἔφτασε ἀρχικά, στὴ λεκάνη τῆς Μεσογείου, γιὰ νὰ συνεχίσει τὸ ταξίδι του στὴν Ἰνδία , τὴν Κίνα καὶ τὴν Ἄπω Ἀνατολή. Ὅλα αὐτὰ κάπου μεταξὺ τοῦ 1500 καὶ 1000 π.Χ. Μέσῳ τοῦ δουλεμπορίου τῶν μαύρων, ὁ καρπὸς τοῦ σόργου θὰ φτάσει ἀπὸ τὴν Δυτικὴ Ἀφρικὴ στὸ Νέο Κόσμο. Αὐτὸ ὀφείλεται στὸ γεγονὸς πὼς ὁ καρπός -ὁ σόργος- χρησιμοποιοῦνταν ὡς τροφὴ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς. Ἂν καὶ ἡ θρεπτικὴ ἀξία τοῦ σόργου ἀναγνωρίστηκε μόλις τὸ 1930, χρονιὰ ἀπὸ τὴν ὁποία ἄρχισε νὰ καλλιεργεῖται σὲ μεγάλες ἐκτάσεις, γιὰ τοὺς δουλεμπόρους ἀποτελοῦσε μιὰ φτηνὴ καὶ εὔκολη τροφὴ γιὰ νὰ ταΐζουν μὲ αὐτὸ τοὺς ἔγχρωμους σκλάβους.

 

Περὶ σαρώθρου
Τὸ σάρωθρο, ποὺ ὅλοι τὸ γνωρίζουμε σὰν σκούπα, δὲν εἶναι τίποτα περισσότερο ἀπὸ ἕνα εὐρύτατης χρήσης ἐργαλεῖο καθαρισμοῦ - ἂν καὶ παλιότερα ἀποτελοῦσε καὶ ἐργαλεῖο ἀσβεστώματος. Τὸ συναντᾶμε σὲ δύο μορφές, μὲ στειλεὸ (τὸ γνωστό μας κοντάρι ἢ στειλιάρι ἢ σκουπόξυλο) καὶ χωρὶς αὐτό. Μὴν λησμονοῦμε πὼς τὸ σκουπόξυλο ἀποτελεῖ ἕνα βασικὸ «αξεσουὰρ» γιὰ τὶς μάγισσες στὰ παραδοσιακά μας παραμύθια.
Τὰ σάρωθρα βέβαια μπορεῖ νὰ κατασκευαστοῦν -πέρα ἀπὸ τοὺς σπερματοφόρους θυσάνους τοῦ σόργου- καὶ ἀπὸ θυσάνους βούρλων, θύμου, καλαμιῶν, ρυζιοῦ κ.λπ. Οἱ θύσανοι ἀφοῦ ἐμβαπτιστοῦν σὲ διάλυμα θειικοῦ χαλκοῦ (τὴ γνωστή μας γαλαζόπετρα), δένονται σφιχτὰ στὴν ἄκρη -στὴ βάση τους- μὲ λεπτὸ σύρμα, ἔτσι ὥστε νὰ γίνουν μιὰ καλὴ λαβή, καὶ στοὺς θυσάνους, δίνουν τὸ σχῆμα βεντάλιας, ποὺ συρραφόμενοι σὲ κοντινὰ διαστήματα στερεώνονται στὸ σχῆμα αὐτό.
Ὅπως προαναφέραμε, στὴ λαβὴ προσαρμόζεται στειλεὸς μικροῦ ἢ μεγάλου μήκους, γεγονὸς ποὺ αὐξάνει καὶ τὴν τιμὴ τῆς σκούπας. Οἱ σκοῦπες κατασκευάζονται σὲ διάφορα μεγέθη.
Σήμερα οἱ κατασκευασμένες ἀπὸ πλαστικὸ σκοῦπες, παραμέρισαν τὴν χρήση τῆς παραδοσιακῆς σκούπας ἀπὸ τὸν σαρωτικὸ σόργο. Πέρα βέβαια ἀπὸ τὶς ἠλεκτρικὲς σκοῦπες ποὺ ἀποτελοῦν τὸ βασικὸ πιὰ «ὄπλο» τῆς νοικοκυρᾶς στὴν καθημερινή της μάχη γιὰ τὴν καθαριότητα τῆς οἰκίας. Ἀλλὰ πέρα ἀπὸ τὸν ἐκσυγχρονισμὸ καὶ τὶς νέες ἐφευρέσεις, ἡ παραδοσιακὴ σκούπα ἀποτελεῖ γιὰ τὶς αὐλὲς τῶν χωριατόσπιτων τὸν ἀναντικατάστατο βοηθὸ τῆς νοικοκυρᾶς. Εἶναι δὲ ἕνα ἐξαιρετικὸ οἰκολογικὸ προϊόν, ἀπολύτως ἀκίνδυνο καὶ ἀπόλυτα ἀνακυκλώσιμο!

 

Ἡ καλλιέργεια καὶ κατασκευή σκούπας στὴ Νεστάνη
Ὅλα τὰ παραπάνω ἀποτελοῦν, βέβαια, τὴν ἐπιστημονική -τρόπον τινά- ἀναφορὰ στὸ γνωστό μας σκουπόχορτο, ποὺ οἱ Νεστανιῶτες καὶ οἱ Νεστανιώτισσες ὀνόμαζαν ἁπλά, σκούπα. Φυτὸ ποὺ καλλιεργοῦσαν συστηματικά, στὸ Ἀργὸν Πεδίον κατὰ τοὺς θερινοὺς μῆνες, ὅταν τὰ ὄμβρια ὕδατα ποὺ συγκεντρώνοντας στὸ πεδίο κατὰ τοὺς χειμερινοὺς μῆνες ἀποστράγγιζαν μέσῳ τῆς Καταβόθρας.
Τὸ Ἀργὸν πεδίον, ποὺ οἱ Νεστανιῶτες/τισσες ἀποκαλοῦν Κάμπο, ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Παυσανία:
ὑπερβαλόντα δὲ ἐς τὴν Μαντινικὴν διὰ τοῦ Ἀρτεμισίου πεδίον ἐκδέξεταί σε Ἀργὸν καλούμενον, καθάπερ γε καὶ ἔστι: τὸ γὰρ ὕδωρ τὸ ἐκ τοῦ θεοῦ κατερχόμενον ἐς αὐτὸ ἐκ τῶν ὀρῶν ἀργὸν εἶναι τὸ πεδίον ποιεῖ, ἐκώλυέ τε οὐδὲν ἂν τὸ πεδίον τοῦτο εἶναι λίμνην, εἰ μὴ τὸ ὕδωρ ἠφανίζετο ἐς χάσμα γῆς. ἀφανισθὲν δὲ ἐνταῦθα ἄνεισι κατὰ τὴν Δίνην: ἔστι δὲ ἡ Δίνη κατὰ τὸ Γενέθλιον καλούμενον τῆς Ἀργολίδος, ὕδωρ γλυκὺ ἐκ θαλάσσης ἀνερχόμενον.1
(Ἀφοῦ διασχίσει κανεὶς τὸ Ἀρτεμίσιο καὶ μπεῖ στὸ ἔδαφος τῆς Μαντινείας, τὸν δέχεται τὸ λεγόμενο Ἀργὸν πεδίον ποὺ πραγματικὰ εἶναι ὅτι λέει τὸ ὄνομά του: τὸ νερὸ τῶν βροχῶν κατεβαίνει αὐτοῦ ἀπὸ τὰ βουνὰ καὶ κάνει τὴν πεδιάδα νὰ μένει ἀκαλλιέργητη· τίποτε δὲν θὰ ἐμπόδιζε νὰ γίνει λίμνη ἡ πεδιάδα αὐτή, ἂν δὲν καταπίνονταν τὸ νερὸ σὲ χάσμα τοῦ ἐδάφους. Τὸ νερὸ ποὺ ἐξαφανίζεται ἐδῶ πηγαίνει στὴ θέση Δίνη, ἡ ὁποία βρίσκεται στὸ λεγόμενο Γενέθλιο τῆς Ἀργολίδος καὶ εἶναι νερὸ πόσιμο ποὺ ἔχει τὴν πηγή του μέσα στὴ θάλασσα).2
Δὲν ἔχουμε νὰ προσθέσουμε τίποτε περισσότερο στὴν ὑπέροχη περιγραφὴ ποὺ ὁ σπουδαῖος περιηγητὴς τοῦ 2ου μ.Χ. αἰώνα μᾶς παραδίδει στὸ πολύτιμο ὁδοιπορικό του. Νὰ ποῦμε πὼς Ἀργὸν πεδίον καλεῖται ἡ μεταξὺ τοῦ Σάγκα καὶ Νεστάνης μικρὴ πεδιάδα ποὺ τὸν χειμώνα μένει ἀκαλλιέργητη, ἀφοῦ τὰ νερά ποὺ κατεβαίνουν ἀπὸ τὸ ὄρος Ἀρτεμίσιο καὶ τὸ Ἀλίσιο ὄρος (τὸ Μπαρμπέρι γιὰ τοὺς Νεστανιῶτες), τὴν κατακλύζουν μετατρέποντάς την σὲ μικρὴ λίμνη. Μὲ τὸ πέρας τῆς ἀνοίξεως, κάπου τὸν Μάιο, τὰ νερὰ αποτραβιοῦνται ἀπὸ τὸ φυσικὸ χάσμα τῆς Καταβόθρας ποὺ ὑπάρχει βορειοανατολικὰ τοῦ Ἀργοῦ πεδίου, στὰ ριζὰ τοῦ λόφου τῆς Πανηγυρίστρας, ἔτσι ὁ Κάμπος καθίσταται ἰκανὸς γιὰ καλλιέργεια. Εἶναι δὲ λόγῳ τῆς λάσπης ποὺ παραμένει, ἐξαιρετικά εὔφορος.
Πατάτες, καλαμπόκι, ντομάτα, ρεβίθια, φασόλια, λαθούρι καὶ βέβαια σκούπα, εἶναι μερικὰ ἀπὸ τὰ φυτὰ ποὺ οἱ Νεστανιῶτες καὶ οἱ Νεστανιώτισσες καλλιεργοῦσαν στὸ Ἀργὸν πεδίον. Θὰ λέγαμε μάλιστα, πὼς ἡ σκούπα εὐδοκιμοῦσε πάρα πολύ, ἡ καλλιέργειά της δὲ ἀποτελοῦσε μιὰ ἀπὸ τὶς βασικὲς ἀσχολίες τῶν κατοίκων.
Τὰ φυτὰ σπέρνονταν κάπου στὰ τέλη Μαΐου, γιὰ νὰ σκαλιστοῦν ἀρκετὲς φορὲς καὶ κάπου στὰ τέλη Αὐγούστου νὰ κοπούν γιὰ νὰ μεταφερθοῦν στὸ χωριό, στὶς αὐλὲς τῶν σπιτιῶν, ποὺ εἶχαν μετατραπεῖ σὲ κανονικὰ ἐργαστήρια, νὰ ξεφυλλιστοῦν, νὰ ἀφαιρεθοῦν δηλαδὴ τὰ φύλλα, νὰ «ξυθοῦν», νὰ ἀφαιρεθοῦν δηλαδὴ στὴ συνέχεια οἱ καρποὶ καὶ μετὰ νὰ αποξηρανθοῦν ἐκτεθειμένα στὸν ζεστὸ καλοκαιρινὸ ἥλιο. Νὰ προσθέσουμε πὼς τὸ φυτὸ δὲν τὸ πότιζαν, ἂν καὶ ὅταν τὸ χωράφι ἦταν ἀρδεύσιμο, ἡ ἀπόδοσή του ἦταν πολλαπλάσια.
Ἀφοῦ ὅλη αὐτὴ ἡ ἀρκετὰ δύσκολη, χρονοβόρα καὶ ἐπίπονη διαδικασία εἶχε ὁλοκληρωθεῖ, οἱ θύσανοι τῆς σκούπας συγκεντρώνονταν, δένονταν δεμάτια, καὶ πωλοῦνταν στοὺς ντόπιους σκουπάδες, ποὺ στὰ ἐργαστήριά τους τὴν μετέτρεπαν στὸ γνωστό μας σάρωθρο - κοινὼς σκούπα. Ὁ καρπός της χρησιμοποιοῦνταν, γιὰ τροφὴ τῶν πτηνῶν, κότες, πάπιες, γαλοπούλες, χῆνες, περιστέρια, ἀλλὰ καὶ ἄλλων ζώων, ὅπως οἱ χοῖροι.
Στὴ Νεστάνη, χωριὸ ποὺ εἶχε μιὰ μακραίωνη παράδοση στὴν καλλιέργεια καὶ κατασκευὴ σκουπῶν, εἶχαν καὶ λειτουργοῦσαν ἐργαστήρια κατασκευῆς σκούπας οἱ παρακάτω Νεστανιῶτες:
Γεώργιος Σπέντσος τοῦ Βασιλείου.
Θεοδόσιος Ἀδαμόπουλος τοῦ Ἐπαμεινώνδα.
Κων/νος Μαχαίρας τοῦ Προκοπίου.
Γεώργιος Ἠλιόπουλος τοῦ Βασιλείου.
Κωνσταντῖνος Τσιάμπας τοῦ Δημητρίου.
Ἠλίας Τσιάμπας τοῦ Περικλῆ.
Κωνσταντῖνος Μπόλος τοῦ Δημητρίου.
Παναγιώτης Μποροβῆλος [Μπενέκος].
Χρήστος Μποροβῆλος.
Νικόλαος Γιαννόπουλος τοῦ Δημητρίου.
Σπύρος Μασκαλέρης τοῦ Παναγιώτη.
Σήμερα κανένα ἀπὸ τὰ παραπάνω ἐργαστήρια δὲν λειτουργεῖ πιά. Καὶ βέβαια κανένας δὲν καλλιεργεῖ τὸν σόργο τὸν σαρωτικό, τὴ γνωστή μας σκούπα.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΡΩΝΗΣ
Νεστάνη, 22 Αὐγούστου 2017


Πηγές

1. Παυσανίας, Ἀρκαδικά, 7. 1-2.
2. Παυσανίας, Ἀρκαδικά, 7. 1-2. μετάφραση Νικ. Δ. Παπαχατζής, Ἐκδοτική Αθηνῶν, Ἀθήνα 1980.


© κειμένου-φωτογραφιων: Παναγιώτης Καρώνης 2017, μὲ τὴν ἐπιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματος.

Ἀπαγορεύεται ἡ ἀναδημοσίευση, ἡ αναπαραγωγή, ὁλική, μερικὴ ἢ περιληπτικὴ ἢ κατὰ παράφραση ἥ διασκευὴ καὶ ἀπόδοση τοῦ περιεχομένου τοῦ παρόντος ἄρθρου μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο, χωρὶς προηγούμενη συνεννόηση μὲ τὸν συγγραφέα του.





Παραδοσιακὲς σκοῦπες  τῆς Νεστάνης Ἀρκαδίας.

  Νυκηφόρος Λύτρας, «Κάλαντα», (1872), λάδι σὲ μουσαμά, 90 Χ 59 ἑκ. Στὴν εἴσοδο τοῦ σπιτιοῦ, δεξιά, διακρίνεται ἀκουμπησμένη ἡ παραδοσιακὴ σκούπα.



Τετάρτη 4 Οκτωβρίου 2017

ΝΕΡΑΝΤΖΟΥΛΑ ΦΟΥΝΤΩΜΕΝΗ - Παραδοσιακό





ΝΕΡΑΝΤΖΟΥΛΑ ΦΟΥΝΤΩΜΕΝΗ

- Νεραντζούλα φουντωμένη, Νεραντζούλα φουντωμένη,
ποῦ εἶναι τ' ἄνθη σου, Νεραντζούλα, ποῦ εἶναι τ' ἄνθη σου.
Ποῦ ' ναι ἡ πρώτη ἐμορφιά σου, ποῦ ' ναι ἡ πρώτη ἐμορφιά σου
καὶ τὰ κάλη σου, Νεραντζούλα, καὶ τὰ κάλλη σου,
- Φύσηξε Βοριᾶς κι ἀέρας, φύσηξε Βοριᾶς κι ἀέρας
καὶ τὰ τίναξε, Νεραντζούλα, καὶ τὰ τίναξε.
Σὲ περικαλῶ Βοριᾶ μου, σὲ περικαλῶ Βοριᾶ μου
φύσα ταπεινᾶ, Νεραντζούλα, φύσα ταπεινᾶ.
Γιὰ ν' ἀράξουν τά καράβια, γιὰ ν' ἀράξουν τά καράβια
τά σπετσιώτικα, Νεραντζούλα, τὰ σπετσιώτικα,
ἔχουν μέσα παλληκάρια, ἔχουν μέσα παλληκάρια
Ἑλληνόπουλα, Νεραντζούλα, Ἐλληνόπουλα.


Πανελλήνια γνωστὸ τραγούδι ποὺ στὴν Πελοπόννησο λέγονταν στὶς γαμήλιες πομπές. Τὸ συναντᾶμε μάλιστα σὲ διάφορες παραλλαγές, ὅπως:
Μώρ μηλιά μου μὲ τὰ μῆλα ποὺ εἶν' τὰ μῆλα σου
ποῦ εἶν' τὰ μῆλα ποῦ εἶν' τὰ φύλλα, ποῦ 'ν οἱ κλώνοι σου;
- Φύσηξε Βοριᾶς καὶ Νότος καὶ μᾶς τά 'ριξε.
Τὸ τραγούδι, ἔτσι ὅπως εἶναι πανελλήνια γνωστό, στοὺς τελειταίους του στίχους, ἀλλοῦ μιλάει γιὰ σπετσιώτικα καράβια καὶ ἀλλοῦ γιὰ ζαγοριανά. Ἂν ἀναρωτιέται κανείς τώρα, τί δουλειά ἔχει τό Ζαγόρι μὲ τὰ καράβια, θὰ προσθέσω καὶ τὴν ἐκδοχὴ ποὺ λέει πώς, δὲν μιλάει γιὰ καράβια ἀλλὰ για καρβάνια (καραβάνια), πράγμα μάλλον ἀπίθανο, μιὰ καὶ ἡ λέξη καραβάνια δὲν ἀπαντᾶται στὰ ἑλληνικὰ δημοτικὰ τραγούδια. Ἁπλᾶ, τὰ καράβια τὰ σπετσιώτικα ἢ τὰ ζαγοριανά, ἢ δὲν ξέρω καὶ γὼ τί ἄλλο, προστίθεται ἀπὸ τὸν ἐκάστοτε ἐρμηνευτὴ προκειμένου νὰ πάρει τὸ τραγούδι «διαβατήριο». Ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ ἔρχονται καὶ παρέρχονται. Αὐτὸ ποὺ μένει εἶναι τοῦτο τὸ ὑπέροχο παραδοσιακὸ ἑλληνικὸ τραγούδι.
Νὰ προσθέσω κλείνοντας πὼς τὸ τραγούδι μετράει πλειάδα καταγραφῶν. Στὸ «Ἐκλογαὶ ἀπὸ τὰ τραγούδια τοῦ Ἐλληνικοῦ λαοῦ» ὁ Πολίτης τὸ κατατάσσει στὰ «Τραγούδια τῆς ξενιτειᾶς» Στὴ ἐκδοχή του Πολίτη μάλιστα τὸ τραγούδι περιέχει καὶ στίχους ποὺ μιλᾶνε γιὰ τὸν πόνο τῆς κόρης ποὺ δὲν βλέπει τὸν καλό της νά 'ρχεται μὲ τὰ καράβια. Συγκεκρημένα προστίθενται οἱ στίχοι:
Γιὰ ν' ἀράξουν τὰ καράβια τὰ σπεστιώτικα
νά 'ρθουν καὶ τὰ παλληκάρια τὰ νησιώτικα.
Ὅλα τά καράβια ἀράξαν κι ὅλα φάνηκαν
κι ὁ λεβέντης ὁ δικός μου δὲν ἐφάνηκε,
καὶ ποιὸς ξέρει σὲ τί κῦμα δέρνει νὰ πνιγῆ;
Καὶ δὲν κλαῖς τὴν ὀμορφιά σου κόρη (ν)ὄμορφη,
μόνο κλαῖς τὸν ταξιδιώτη ποὺ σ' ἀπάριασε,
τάχα ποιάν θανὰ φιλήσει τὰ μεσάνυχτα,
τάχα ποιὰν θεν' ἀγκαλιάσει τὸ ξημέρωμα;


Πληροφορίες τῆς παρούσας ἠχογράφισης:

Ἠχογράφιση: Σωτήριος Τσιάνης, Βυτίνα Ἀρκαδίας 1959.
Τραγουδάει ἡ Γεωργία Ἀποστόλου Πλέσσια.
Ἀπὸ τὸ βιβλιο – cd: Σωτήριος Τσιάνης, Τραγούδια ἀπὸ τὴ Βυτίνα Ἀρκαδίας, ἐπιστημονικὴ ἐπιμέλεια Βασιλικὴ Ι. Χρυσανθοπούλου, Κέντρον Ἐρευνης τῆς Ἑλληνικῆς Λαογραφίας, καὶ Κοινωνικὸ & Πολιτιστικὸ Ἴδρυμα Τρύφωνος Θαλασσινοῦ, Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, Ἀθήνα 1913.
Video: Φωτογραφίες τῶν ἀγαλμάτων Ἀφροδίτη τῆς Μήλου καί Νίκη τῆς Σαμοθράκης ποὺ βρίσκονται σήμερα στὸ Μουσεῖο τοῦ Λούβρου στὸ Παρίσι, καθὼς καὶ φωτογραφίες τῆς κλεμμένης Καρυάτιδας ποὺ σήμερα βρίσκεται στὸ Βρετανικὸ Μουσεῖο στὸ Λονδίνο. Παρεμβάλλονται διάφορες παλιὲς φωτογραφίες γάμου ἀντληθεῖσες ἐκ διαδικτύου. 

© κειμένου: Παναγιώτης Καρώνης 2017, μὲ τὴν ἐπιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματος.


Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2017

«ΣΚΑΡΟΣ» ΠΟΙΜΕΝΙΚΟΣ ΣΚΟΠΟΣ, Κλαρίνο: Ν. Τσαγγούρης





 

«ΣΚΑΡΟΣ», ΕΝΑΣ ΠΟΙΜΕΝΙΚΟΣ ΣΚΟΠΟΣ
Γιὰ τὸ λήμμα σκάρος, τὸ «Λεξικὸ Δημητράκου», δίνει τὸ ἐξῆς ἐρνήνευμα: Σκάρος (ὁ) ἐξαγωγὴ ποιμνίου πρὸς βοσκήν. 2 ἔναρξη ὡριμάσεως ὀπῶρων. Γιὰ τὸ ρῆμα σκαρίζω, ἀναφέρει: Σκαρίζω Δ ἐπὶ ζώων, τὴν νύκτα ἐξέρχομαι εἰς βοσκήν. 2 μτβ., τὴν νύκτα ἐξάγον ποίμνιον εἰς βοσκήν. 3 ἐπὶ ὀπωρῶν, ἀρχίζω νὰ ὡριμάζω. Οὐσιαστικὸ σκάρισμα (τό).
Συνεπῶς ὁ σκάρος εἶναι τὸ νυχτερινὸ βγάλσιμο, ἡ νυχτερινὴ έξοδος τῶν αἰγοπροβάτων γιὰ βοσκή. Αλλὰ γιατί ἔβγαζαν οἱ τσοπάνηδες τὸ ποίμνιό τους νύχτα γιὰ βόσκημα; Άπλᾶ γιατὶ τὴν νύχτα -ἰδίως τὴν περίοδο τοῦ Θέρους- ἡ θερμοκρασία εἶναι πιὸ χαμηλὴ καὶ τὰ πρόβατα μποροῦν νὰ ἀναζητήσουν τὴν τροφή τους χωρὶς νὰ τὰ ἐμποδίζει τὸ κάμα τῆς μέρας. Δηλαδὴ τὴν ἡμέρα ὅπου οἱ θερμοκρασίες εἶναι υψηλὲς ἀποτελούσαν ἐμπόδιο γιὰ τὸ βόσκημα τῶν ζώων.
Στὸ μυθιστόρημα τοῦ Ἑλληνα Λόγου Δάφνις καὶ Χλόη, ἔργο τοῦ 4ου μ. Χ. αἰώνα, ὅταν ὁ θετὸς πατέρας τοῦ Δάφνη Λάμωνας καὶ ὁ θετὸς πατέρας τῆς Χλόης Δρύαντας, μετά απὸ ἕνα κοινὸ ὄνειρο ποὺ βλέπουν ἀποφασίζουν νὰ κὰνουν τὰ παιδιά τους βοσκοὺς ἐκαταλείποντας τὰ σχέδιά τους γιὰ μιὰ καλύτερη τύχη τῶν παιδιῶν τους, δίνοντάς τους συμβουλὲς γύρω ἀπὸτὴν φύλαξη καὶ περιποίηση τοῦ κοπαδιοῦ, μεταξὺ ἄλλων τοὺς λένε:
«[...] ὡς ποιμένεας ἐκπέμπουσιν αὐτοὺς ἅμα ταῖς ἀγέλαις, ἐκδιδάξαντες ἕκαστα· πῳς πρέπει μένειν πρὸ μεσημβρίας, πῶς ἐπιμένειν κοπάσαντος τοῦ καύματοςν· πότε ἔγειν ἐπὶ ποτὸν, πότε ἀπάγειν ἐπὸ κοῖτον·».
Μεταφράζω: (βγάζοντας τὰ παιδιὰ γιὰ βοσκούς παρέα μὲ τὰ κοπάδια, δασκάλεψαν τὸ καθένα λέγοντας: πὼς πρέπει νὰ τὰ βόσκουνε πρὶν ὰπὸ τὸ μεσημεριανὸ λιοπύρι, καὶ πὼς πρέπει νὰ τὰ ξαναβόκουν σὰν πέφτει ἡ πολὺ ζέστη, πότε νὰ τὰ πηγαίνουν γιὰ πότισμα καὶ πότε γιὰ στάλισμα). Λόγγου Δάφνης καὶ Χλόη, Λόγος Α' VIII 2, 3.
Καὶ πράγματι, εἶναι ἀλήθεια πὼς τὴν ἡμέρα τὰ αἰγοπρόβατα ἀναζητοῦν σκιερὰ μέρη καὶ παραμένουν σὲ αὐτά, ἀναμένοντας νὰ δροσίσει. Μεσημέρι καλοκαιριοῦ δύσκολα θὰ βρῆτε κοπάδι νὰ βόσκει. Σκάρος βέβαια κατὰ τοὺς χειμερινοὺς κρύους μήνες δὲν γίνονταν. Ἐπομένος σκάρος εἶναι τὸ βγάλσιμο τοῦ ποιμνίου γιὰ βοσκὴ καὶ ὄχι ἡ νυχτερινὴ βοσκή του, ὅπως λανθασμένα πιστεύουν καὶ γράφουν μερικοί. Ἐξ οὗ καὶ τὸ ρῆμα σκαρίζω. «Σκαρίζω τὰ πρόβατα», σήμαινε, βγάζω τὰ πρόβατα γιὰ βοσκή.
Ὁ παραδοσιακὸς σκοπὸς ποὺ φέρει τὸν τίτλο «Σκάρος», εἶναι ἕνα ὀργανικὸ κομμάτι -δὲν ἕχει δηλαδὴ τὴν συνεπικουρία τοῦ λόγου, ἔτσι, ἐδῶ τὸ περιεχόμενο τὸ βάζει ὁ άκροατής- ἕνα κομμάτι ελεύθερου ρυθμού, ποὺ οὐσιαστικὰ μεταγράφει στὸ κλαρίνο τοὺς φυσικοὺς ἤχους τῆς νύχτας. Τὸ νυχτοπούλι, τὸ τζιτζίκι, ὁ γρύλος, τὸ κουδούνισμα τῶν κουδουνιῶν καὶ τῶν κυπριῶν, τὸ ἀπαλὸ θρόισμα τῶν δέντρων καὶ τῶν θάμνων, ὁ μελωδικὸς ἤχος τῆς φλογέρας, τὰ βελάσματα τῶν αἰγοπροβάτων, τὰ γαβγίσματα τῶν σκυλιῶν, καὶ βέβαια οἱ φωνές, τὰ σφυρίγματα καὶ τὰ μαυλίσματα τῶν ποιμένων, εἶναι αρκετὰ γιὰ νὰ ἀντιληφθοῦμε τὶς πηγὲς ἔμπνευσης τούτης τῆς παραδοσιακῆς μελωδίας και τί τούτη ἡ μελωδία μεταγράφει καὶ μετουσιώνει...
Ἂν μπορούσαμε νὰ μιλήσουμε μὲ δυὸ λόγια γιὰ τὸ κομμάτι αὐτό, θὰ λέγαμε πὼς μέσα σὲ τούτη τὴν μελωδία ἐνυπάρχει καὶ κυριαρχεῖ ἡ ψυχὴ τοῦ Ἕλληνα καὶ τῆς Ἑλληνίδα. Στὸν αὐθεντικὸ σκοπό τοῦ «Σκάρου» καθρεφτίζονται ὅλα τους τὰ συναισθήματα. Ἔρωτας, ἀγάπη, νοσταλγία, πάθος γιὰ ζωή, πόθος, λατρεία γιὰ τὴ φύση καὶ τὶς ὀμορφιές της, χαρὰ ἀλλὰ καὶ λύπη γιὰ τὸν χρόνο ποὺ κυλάει ἀνεπιστρεπτί, τὸν ἀδάμαστο χρόνο ποὺ μᾶς φέρνει καθημερινὰ ὅλο καὶ πιὸ κοντὰ στὸ τέλος. Ἕνα τέλος ὅμως ἀπόλυτα φυσικό!! Καὶ ἴσως -λέω ἴσως- αὐτὸ νὰ θέλει νὰ μᾶς πεῖ ὁ «Σκάρος». Νὰ μᾶς συμφιλιώσει μὲ τὴν ἰδέα τοῦ θανάτου, τὴν ἰδέα τοῦ τέλους, τὶς ἀποχώρησης ἀπὸ τοῦτο τὸν κόσμο τὸν Μικρὸ τὸν Μέγα. Ἕνα τέλος ποὺ οὔτως ἢ ἄλλως θὰ ἔρθει!
Τούτη ἡ γλυκιὰ ρομαντικὴ μελωδία φαίνεται νὰ ἔρχεται άπὸ πολὺ μακριά, ἀπὸ μιὰ ἐποχὴ ἀγαπημένη. Ἀγαπημένη μὲ τὴν ἔννοια καὶ τὴν διαπίστωση πὼς ἐκεὶ οἱ ἄνθρωποι ζοῦσαν ἀγαπημένοι καὶ σὲ ἐνδελεχή εἰρήνη, τόσο μεταξύ τους ὅσο καὶ μὲ τὴ φύση. Μιὰ χαμένη Ἀρκαδία ποὺ ἀκόμα ἀναζητοῦμε!!
Παναγιώτης Καρώνης


Τὸ video:
Κλαρίνο: Τσαγγούρης Νίκος
Νεστάνη, 20 Αὐγούστου 2017, φινάλε στὰ βαφτίσια τῆς μικρῆς Κωνσταντίνας!!



© κειμένου: Παναγιώτης Καρώνης 2017, μὲ τὴν ἐπιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματος.
Ἀπαγορεύεται ἡ ἀναδημοσίευση, ἢ ἀναπαραγωγή, ὁλική, μερικὴ ἢ περιληπτικὴ ἢ κατὰ παράφραση ἢ διασκευὴ καὶ ἀπόδοση τοῦ περιεχομένου τοῦ παρόντος ἄρθρου μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο, χωρὶς προηγούμενη συννενόηση μὲ τὸν συγγραφέα του.


 

Σάββατο 1 Ιουλίου 2017

ΟΙ ΚΡΗΝΕΣ ΤΗΣ ΝΕΣΤΑΝΗΣ, αφιέρωμα (The Fountains of Nestani)




 
Η Απάνου Βρύση με φόντο το βράχο του Γουλά.


ΟΙ ΚΡΗΝΕΣ ΤΗΣ ΝΕΣΤΑΝΗΣ
Γενικά
Η λέξη κρήνη είναι αρχαία ελληνική <δωρική κράνα, <αιολική κράννα, και βέβαια κρήνη είναι η φυσική πηγή ύδατος, αλλά όπως διαβάζουμε στο Λεξικό Δημητράκου, είναι και το: κτίσμα μέθ' ἑνὸς ἢ πλειόντων κρουνῶν ἀφ' ὧν ρέει ὕδωρ, βρύση. Αυτά τα κτίσματα -που οι Νεστανιώτες και οι Νεστανιώτισσες αποκαλούν απλά ως βρύσες- θα μας απασχολήσουν εδώ. Αλλά ας αρχίσουμε τούτο το ταξίδι από αλλού, πηγαίνοντας πολύ πίσω για να δούμε λίγο τις κρήνες στην αρχαία Ελλάδα.


  
Σχέδιο του Ιταλού ζωγράφου Simone Pomardi που επισκέφτηκε την Αθήνα το 1820 παρέα με τον Άγγλο αρχαιολόγο Ed. Dodwell και σχεδίασε την κρήνη της Καλλιρόης. Το σχέδιο υπάρχει στο δίτομο οδοιπορικό του Dodwell.


Οι κρήνες των μύθων και των θρύλων
Οι κρήνες έχουν τη δικιά τους ιστορία, τους δικούς τους μύθους και θρύλους. Για παράδειγμα, η γνωστή «Κρήνη της Δίρκης», που υπήρχε στις δυτικές υπώρειες του υψώματος πάνω στο οποίο είναι κτισμένη η Θήβα, συνδέεται με τη μυθολογική παράδοση της ίδρυσης της πόλης της Θήβας από τον Κάδμο. Συγκεκριμένα, ο μύθος μας λέει πως, κάπου εκεί κοντά ο Κάδμος θυσίασε την αγελάδα την οποία είχε ακολουθήσει βάσει του χρησμού που είχε πάρει από το Μαντείο των Δελφών, και η οποία τον οδήγησε στη Θήβα. Στη συνέχεια αναζήτησε νερό σε μια κοντινή πηγή για να τελέσει εναγισμούς. Αλλά ο μύθος μας λέει πως την πηγή φρουρούσε ένας δράκοντας, που ήταν γιος του Άρη. Ο Κάδμος λοιπόν σκότωσε το δράκοντα και στη συνέχεια, με τις συμβουλές και την βοήθεια της Αθηνάς, έσπειρε τα δόντια του, από τα οποία γεννήθηκαν οι «Σπαρτοί» που ήταν οι πρώτοι άποικοι της Θήβας. Πλάι στην πηγή υπήρχε μια σπηλιά, την οποία ο μύθος μας παραδίδει πως ήταν η κατοικία του δράκοντα-φύλακα.
Κρήνες υπήρχαν στην αρχαιότητα σε όλες τις πόλεις μια και αυτές ήταν που τροφοδοτούσαν με νερό τους πολίτες τους. Στην Αθήνα βρίσκουμε μια από τις σημαντικότερες κρήνες της αρχαιότητας, την «Κρήνη Καλλιρρόη». Στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., την εποχή δηλαδή που η Αθήνα βρισκόταν κάτω από την τυραννία του Πεισίστρατου, τα νερά της κρήνης διοχετεύθηκαν στην περίφημη Εννεάκρουνο, που όπως δηλώνει και το όνομά της, έφερε εννέα κρουνούς. Από τις περιγραφές που έχουν σωθεί γνωρίζουμε πως είχε ορθογώνιο σχήμα και πρόσοψη προς βορρά, ενώ στις πλαϊνές πλευρές της διαμορφώνονταν αβαθείς υδροσυγκεντρωτικές δεξαμενές όπου υπήρχαν οι εννέα κρουνοί εκροής των υδάτων. Το νερό έφτανε εκεί με υπόγειο πήλινο αγωγό από την ανατολική πλευρά.
Αν και ο Παυσανίας αναφέρει ως θέση της την περιοχή της Αγοράς, έχουμε τις αναφορές του Ηροδότου και του Θουκυδίδη, που μαρτυρούν πως η θέση της «Κρήνης Καλλιρρόης» βρισκόταν νοτιοανατολικά της Αγοράς, κοντά στην κοίτη του ποταμού Ιλισσού και σε απόσταση όχι μακρινή από το Ολυμπιείο.
Το βασικό είναι πως η αρχαία κρήνη των Αθηνών Καλλιρόη, πέρα από τις ανάγκες υδροδότησης της πόλης –που ομολογούμενος ήταν μεγάλες και κρήνες σαν και αυτή ήταν αρδευτικά έργα υψίστης σημασίας - κάλυπτε και ανάγκες τελετουργικές, αφού στην περίφημη κρήνη γίνονταν το γαμικό λουτρό. Λουτρό δηλαδή με νερό, γνωστό και ως "νυμφικόν ύδωρ", μια και στο στοιχείο αυτό οι αρχαίοι έδιναν καθαρτικές, εξαγνιστικές αλλά και γονιμοποιείς ιδιότητες. Στην κρήνη δε, οι μελλόνυμφοι άφηναν και αναθηματικά αφιερώματα, όπως αγαλματίδια, σταμνιά κ.ά. Μέρος των αναθηματικών αφιερωμάτων έχει έρθει στο φως από την αρχαιολογική σκαπάνη, και κάποια από αυτά μπορεί να θαυμάσει ο επισκέπτης σήμερα στο Μουσείο Ακροπόλεως όπου εκτίθενται.
Τέλος, να αναφέρουμε ότι ο Ιταλός ζωγράφος Simone Pomardi, που επισκέφτηκε την Αθήνα παρέα με τον Άγγλο αρχαιολόγο Ed. Dodwell, το 1820, σχεδίασε την Κρήνη Καλλιρρόη. Το σχέδιο περιέχεται στο δίτομο οδοιπορικό του Pomardi, στο οποίο περιγράφει το ταξίδι του στην Ελλάδα στις αρχές του 19ου αι. Στην εικόνα, που μας παρουσιάζεται με ευκρίνεια και συνέπεια στην τοπογραφία, παρατηρούμε την πηγή της Καλλιρόης και τον Ιλισσό ποταμό με φόντο τον Ναό του Ολυμπίου Διός. Επιπλέον, δεν λείπουν και οι ανθρώπινες δραστηριότητες της περιοχής, αφού μας παρουσιάζει και δύο άνδρες που ψαρεύουν στις όχθες του Ιλισσού.

  
Κρουνός στην Απάνου Βρύση.


Οι κρήνες της Νεστάνης
Μετά τούτη την αναγκαία αναφορά μας στο μυθολογικό υπόβαθρο και στην πιο γνωστή κρήνη της αρχαιότητας, ερχόμαστε στη Νεστάνη Αρκαδίας, περιοχή όπου η λατρεία του ίππιου Ποσειδώνα ήταν διαδεδομένη. Αν απορεί κανείς για το τι θέλει ο Ποσειδώνας, θεός της θάλασσας, σε μια ορεινή περιοχή, να πούμε πως ο Ποσειδώνας εδώ ταυτιζόταν με το γλυκό γονιμοποιό νερό. Το ιερό του, που έχει ανασκαφεί με σημαντικά ευρήματα, βρισκόταν στον κάμπο της Μηλιάς, νοτιοανατολικά των τειχών της Μαντινείας και δυτικά της Νεστάνης. Ουσιαστικά μιλάμε για μια χθόνια θεότητα, στο ιερό της οποίας ούτε ο ιερέας δεν επιτρέπονταν να εισέλθει. Για την ιστορία να αναφέρουμε πως το ιερό έκλεισε με την κατάκτηση της περιοχής από τους Μακεδόνες, για να το συντηρήσει, να το επισκευάσει και να το θέσει ξανά σε λειτουργία ο αυτοκράτορας Αδριανός το 125 μ.Χ., όταν δηλαδή επισκέφτηκε την περιοχή.
Στην «Φιλίππειο κρήνη» της Νεστάνης, την κρήνη που κατασκεύασε δηλαδή ο Φίλιππος ο Β’ το π.Χ., όταν μετά τη νικηφόρα γι’ αυτόν μάχη της Χαιρώνειας, που έγινε τον Αύγουστο του 388 π.Χ., κατέβηκε στην Πελοπόννησο, πέρασε από την Κόρινθο, και εισήλθε στην Αρκαδία, με σκοπό να προσεταιριστεί τις πόλεις-κράτοι της Πελοποννήσου. Έτσι στρατοπέδευσε στην Νεστάνη όπου και έφτιαξε την ομώνυμη κρήνη. Στην κρήνη αυτή λοιπόν που επισκευάστηκε το 1840, τοποθετήθηκε και υπάρχει ακόμα μέχρι σήμερα, ενεπίγραφη απελευθερωτική πλάκα φερμένη από το ιερό του ίππιου Ποσειδώνα. Διόλου τυχαίο λοιπόν, που σε μια κρήνη εντοιχίζεται μια πλάκα από το ιερό του θεού του γλυκού γονιμοποιού νερού.
Σε μια εποχή που τα σπίτια δεν είχαν τις δικές τους βρύσες, οι δημόσιες κρήνες και βρύσες ήταν οι βασικοί υδροδότες του χωριού. Σημεία όπου το νερό έρεε άφθονο και όλο το εικοσιτετράωρο. Στις κρήνες αυτές, εκτός από το πόσιμο νερό με το οποίο προμηθεύονταν, πότιζαν τα ζώα τους, έπλεναν ρούχα και λεύκαιναν. Στην Νεστάνη υπάρχουν και διατηρούνται, με αλλαγές που ο χρόνος «επέβαλλε», έξι κρήνες.
Οι κρήνες της Νεστάνης είναι:
Η Πάνω Βρύση.
Η «Φιλίππειος Κρήνη», γνωστή ως Πέρα Βρύση.
Η κρήνη της Καλλιρρόης.
Η κρήνη του Αντζίνιγα.
Η κρήνη του Καμάρα.
Η κρήνη του Παπασταύρου.
Πέρα από τις παραπάνω κρήνες, στο χωριό υπήρχαν και απλές δημόσιες βρύσες που κοσμούνταν από ένα κάθετο μάρμαρο, σε διάφορα σημεία του χωριού. Θα προσπαθήσω λοιπόν να δώσω, όσο πιο τεκμηριωμένα μου επιτρέπει η ενασχόλησή μου, δηλαδή οι καταγραφές μου από παλιούς Νεστανιώτες και Νεστανιώτισσες και οι μελέτες μου- την ιστορία και τα στοιχεία της κάθε κρήνης. Και όταν λέω ιστορία εννοώ τις σταγόνες της που έφτασαν ως εμάς, και που τις πήραμε και εμείς στην παλάμη μας και τις φυλάξαμε όπως κρατάει κανείς τα ακριβά και τα πολύτιμα πράγματα!!
 








Η Πάνω-Βρύση
Η Πάνω-Βρύση που οι Νεστανιώτες/τισσες αποκαλούσαν «Απανουβρύση», βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο του χωριού και ήταν μια από τις σημαντικότερες κρήνες, αφού σε παλαιότερες εποχές, το χωριό ήταν συγκεντρωμένο εκεί, στην Πάνω Μεριά (την Απανουμεριά). Με τα χρόνια, η «κάθοδος» των κατοίκων και το χτίσιμο σπιτιών στην Κάτω Μεριά του χωριού, δημιούργησε και άλλες κρήνες. Στην κρήνη της Πάνω-Βρύσης οι Νεστανιώτες/τισσες πότιζαν τα κοπάδια τους αφού από εκεί εφορμούσαν στις πλαγιές του Αρτεμισίου, περιοχή που για χρόνια αποτελούσε το βοσκοτόπι του χωριού. Στην κρήνη αυτή βέβαια, οι Νεστανιώτισσες έπλεναν τα είδη του ατομικού και οικιακού τους ρουχισμού αλλά και τα μαλλιά των προβάτων μετά τον κούρο του Μαΐου. Το νερό της κρήνης, που έρχεται από κοντινή πηγή που βρίσκεται στο τοπωνύμιο Κούτρολας, και κυλούσε άφθονο καθ΄ όλο το χρόνο, αξιοποιούνταν στους γειτονικούς κήπους. Διόλου τυχαίο που το μεσαιωνικό όνομα του χωριού -που τότε μετονομάστηκε και λέγονταν Τσιπιανά- πιθανότατα βγαίνει από το «κηπιανά», που λόγω του φαινομένου του τσιτακισμού, προφέρονταν ως «τσιπιανά». Το «κηπιανά» έχει να κάνει βέβαια με το ότι στο χωριό υπήρχαν πολλοί, περιποιημένοι, πλούσιοι και ευωδιαστοί κήποι, αφού το νερό έρεε άφθονο. Να αναφέρουμε όμως και την άλλη εκδοχή που λέει πως, το Τσιπιανά προέρχεται από το τσίπουρο, μια και η περιοχή είναι πλούσια και σε αμπέλια.
Η Πάνω Βρύση, η σπουδαία και περήφανη κρήνη με το άφθονο νερό, βρίσκεται σήμερα εγκαταλελειμμένη, τόσο από την πολιτεία και τις αρχές του τόπου, όσο από τους συλλόγους και τους κατοίκους του χωριού, με τον έναν εκ των δύο κρουνών της ακρωτηριασμένο -δείτε χαρακτηριστικά τις παραπάνω φωτογραφίες. Αδιάψευστος μάρτυρας μιας άλλης εποχής και ενός τρόπου ζωής που τελείωσε οριστικά(;), στέκει εκεί αντιστεκόμενη στην ολιστική μηχανή που καλείτε χρόνος!



Η «Φιλίππειος Κρήνη»
Για την «Φιλίππειο κρήνη» που οι Νεστανιώτες/τισσες αποκαλούν Πέρα-Βρύση ασχολήθηκα με κείμενό μου σε ξεχωριστό αφιέρωμα, μια και η ιστορία της κρήνης είναι σημαντική και ξεχωριστή. Οπότε οι ενδιαφερόμενοι που θέλουν να γνωρίσουν την ιστορία της «Φιλίππειου κρήνης» ας ανατρέξουν ΕΔΩ.
 



Η κρήνη του Καμάρα
Η κρήνη του Καμάρα πήρε την ονομασία της από την περιοχή που βρίσκεται, «τα Καμαρέικα», επώνυμο που έφεραν οι κάτοικοι της γύρω περιοχής. Νεώτερη κρήνη, η κρήνη του Καμάρα φτιάχτηκε με σκοπό την υδροδότηση της αντίστοιχης γειτονιάς. πίσω από την κρήνη υπάρχει και λελειτουργεί σήμερα η παιδική χαρά του χωριού. Και σε τούτη την κρήνη, κατά καιρούς, οι τοπικοί άρχοντες δεν δίστασαν να κάνουν επεμβάσεις προσθέτοντας κάποια εποχή κεραμίδια πάνω στην κρήνη, αλλά και να την επιστρώσουν με τσιμέντο, υλικό που –προφανώς- θεωρούσαν ανθεκτικό. Μόλις το 2017 η κρήνη καθαρίστηκε από την τσιμεντένια της επίστρωση και αναδείχτηκαν οι πέτρες με τις οποίες έχει χτιστεί. Το έργο πραγματοποιήθηκε από τον Προοδευτικό σύλλογο Νεστάνης (έτος ίδρυσης 1955) με την ευγενική χορηγία του Νικολάου Τσέλιου.

Η προηγούμενη μορφή της κρήνης του Ατζίνιγα.


Και η σημερινή...


 
Η κρήνη του Ατζίνιγα
Η κρήνη του Αντζίνιγα (ή Αγγίνιγα) βρίσκεται δίπλα στην κεντρική πλατεία του χωριού. Για την ακρίβεια ανατολικά της κεντρικής πλατείας της Νεστάνης. Στο χτήμα όπισθεν της κρήνης, υπήρχε, την περίοδο της ενετοκρατίας και της τουρκοκρατίας, μία εκ των τεσσάρων εκκλησιών του χωριού. Οι άγιοι Ακίνδυνοι. Το οικόπεδο σήμερα έχει περάσει από την ιδιοκτησία της εκκλησίας στην οποία ανήκε, στο δήμο, και έχει μεταμορφωθεί σε ελεύθερο δημόσιο παρκινγκ. Η κρήνη αντλεί νερό από την ίδια πηγή με την Πέρα-Βρύση.
Η παραδοσιακή κατασκευή της κρήνης έγινε το 1926 υπό την προεδρία του Γεωργίου Ηλ. Μαντά [Γιουργωλιά]. Η κρήνη άλλαξε αρκετές φορές μορφή και εικόνα από τους εκάστοτε προέδρους της Κοινότητας Νεστάνης που επέφεραν σύμφωνα με την αισθητική τους διάφορες τροποποιήσεις· τροποποιήσεις που πήραν άλλοτε τα θετικά και άλλοτε τα αρνητικά σχόλια των Νεστανιωτών/τισσων. Τελευταία σαρωτική αλλαγή και κατασκευή της -κυριολεκτικά- από την αρχή, έγινε το 2017, αφού η κρήνη άλλαξε όψη και ανακαινίστηκε εκ θεμελίων με την βοήθεια ιδιωτών που ανέλαβαν και το κόστος των εργασιών και σήμερα κοσμεί το χωριό μια ολοκαίνουργια στην όψη κρήνη, η οποία μάλιστα τα βράδια έχει και δικό της φωτισμό.




 
Εικόνες της προηγούμενης μορφής της κρήνης της Καλλιρρόης.

Η ενεπίγραφη αφιερωματική πλάκα της κρήνης της Καλλιρρόης.

Η σημερινή μορφή της κρήνης μετά τη νεότερη επέμβαση.

Η κρήνη της Καλλιρρόης
Η κρήνη της Καλλιρρόης βρίσκεται στην είσοδο της Νεστάνης. Για να δώσουμε το ακριβές στίγμα της, να πούμε ότι βρίσκεται δεξιά πάνω στον κεντρικό δρόμο εισόδου και εξόδου του χωριού. Σημείο όχι τυχαία επιλεγμένο, αφού στην κρήνη αυτή, που είναι πεντάκρουνη, οι Νεστανιώτες και οι Νεστανιώτισσες ξιδιψούσαν τα ζώα τους καθώς γυρνούσαν από την κοπιαστική –τόσο γι΄ αυτούς όσο και για τα ζώα- αγροτική εργασίας τους. Η κρήνη κατασκευάστηκε με χρήματα που έστειλαν οι ομογενείς το 1955.
Η μαρμάρινη πλάκα που είναι αναρτημένη πάνω στην κρήνη, αυτό ακριβώς μας δηλώνει. Και μάλιστα στην αρχαία ελληνική. Και ακριβώς δίπλα, μεταφρασμένη, στα νέα ελληνικά, γιατί μην περιμένει κανείς από τον σημερινό έλληνα να γνωρίζει να διαβάζει την αρχαία ελληνική, αφού δεν διδάσκεται στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, εν αντιθέσει με τις ξένες γλώσσες που έχουν επιβληθεί και διδάσκονται στα ελληνόπουλα -και μάλιστα υποχρεωτικά. Και μην νομίζει κανείς πως προβαίνω σε κήρυγμα κατά των ξένων γλωσσών. Αντίθετα είναι υπέρ. Υπέρ όταν όμως αυτές δεν διδάσκονται σε βάρος της επίσημης γλώσσας· είτε αυτή είναι η αρχαία είτε η νέα ελληνική. Γιατί μην λησμονούμε πως η γλώσσα μας έχει μια συνεχόμενη ιστορία για πάνω από 2500 χρόνια. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει ιστορική περίοδος που η ελληνική γλώσσα να μην μιλιόταν και βέβαια να μην γράφονταν· και η γνώση της αρχαίας είναι που βοηθάει να κατανοήσει -όσο πληρέστερα μπορεί αυτό να γίνει- την καθομιλουμένη.
Αλλά ας επανέρθω όμως στο θέμα μου και να πω ότι η κρήνη της Καλλιρρόης ήταν επιστρωμένη με τσιμέντο, και με τα χρόνια όλο και πλήθαιναν οι φωνές και γίνονταν σκέψεις να της αφαιρέσουν την επίστρωση και να την παρουσιάσουν με το φυσικό της υλικό, την πέτρα. Καμιά αντίρρηση. Μην λησμονούμε όμως πως και το τσιμέντο είναι μέρος της ζωής μας, είναι υλικό –το πιο σύνηθες μάλιστα- των σπιτιών μας και κατ΄ επέκταση, αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού μας, αφού η σύγχρονη αρχιτεκτονική χρωστάει πολλά σε αυτό το υλικό, και σε αυτό κυρίως βασίζεται. Ας σκεφτούμε μόνο πως δεν υπάρχει σπίτι στη Νεστάνη που να μην στηρίζεται σε αυτό το οικοδομικό υλικό. Γιατί όχι και μια από τις κρήνες του χωριού; Τελικά με νεότερη επέμβαση το 2017, η τσιμεντένια της επίστρωση αφαιρέθηκε και η κρήνη της Καλλιρρόης δόθηκε στους Νεστανιώτες και στις Νσυανιώτισσες με τη μορφή τού υλικού της από το οποίο είναι κατασκευασμένη. Την πέτρα.

Η προηγούμενη, αφαιρετική και μοντέρνα μορφή της κρήνης του Παπασταύρου.


Και η σημερινή της μορφή, έργο του Προοδευτικού Συλλόγου Νεστάνης (2005).






Η κρήνη του Παπασταύρου
Η κρήνη του Παπασταύρου που βρίσκεται νοτιοανατολικά της εκκλησίας της Ευαγγελίστριας, πήρε το όνομά της από την ομώνυμη οικία που βρίσκεται πλησίον της εκκλησίας. Μοίρα και αυτής της κρήνης ήταν να μην γλυτώσει από τις αλλαγές και τις τροποποιήσεις που ο χρόνος καμιά φορά επιβάλει. Έτσι τοπικοί άρχοντες ανακατασκεύασαν κατά καιρούς την κρήνη. Προσωπικά, μια και μεγάλωσα στην ευρύτερη γειτονιά της, τη θυμάμαι σε μια πολύ μοντέρνα μορφή, φτιαγμένη εξ’ ολοκλήρου με τσιμέντο. Μια μορφή που θα της έδινε κανείς το χαρακτηρισμό του μοντέρνου γλυπτού. Και σε αυτή την κρήνη βέβαια οι Νεστανιώτες/τισσες ξεδιψούσαν τα ζώα τους και για μας τα παιδιά αποτελούσε ένα κεντρικό σημείο συνάντησης και παιχνιδιού, ειδικά τους ζεστούς καλοκαιρινούς μήνες που το δροσερό της νερό μας χρησίμευε πολλές φορές για μπουγελώματα!!
Με τις εργασίες για το σκέπασμα του ρέματος που περνούσε ακριβώς πίσω από την κρήνη, όλα άλλαξαν. Η μοντέρνα κατασκευή ισοπεδώθηκε βάναυσα, λες και δεν μπορούσε να αποκοπεί και να στηθεί κάπου αλλού σαν μνημείο, αφού ήταν αναπόσπαστο τμήμα της τοπικής ιστορίας. Με ενέργειες του Προοδευτικού Συλλόγου Νεστάνης, ένας σύλλογος που χρονολογείται από το 1927, η κρήνη φτιάχτηκε εκ νέου στην απέναντι πλευρά από εκεί που ήταν το 1995, χωρίς όμως να τοποθετηθούν οι απαραίτητοι κρουνοί αλλά απλές βρύσες.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΡΩΝΗΣ
Νεστάνη Ιούλιος 2017  

Βιβλιογραφία


Ελληνική μυθολογία, 5 τόμοι, υπό την εποπτεία του Ι. Κακριδή, Εκδοτική Αθηνών.
Παναγιώτης Καρώνης, Τραγούδια της Νεστάνης, Εκδόσεις Το δόντι, Πάτρα 2013.
Αθανάσιος Φιλ. Παπαγιάννης, Ιστορία της Νεστάνης Αρκαδίας, 3 τόμοι, Εκδόσεις Ιστορία και Λαογραφία του Μοριά, Αθήνα 2004.
P. Degharme, Ελληνική Μυθολογία, μετ. Αντρέα Φραγκιά, εκδόσεις «Ιστορικών Βιβλίων», Αθήνα.
Richepin, Jean, Μεγάλη Ελληνική Μυθολογία, 2 τόμοι, μετ. Κοσμάς Πολίτης, Άρης Αλεξάνδρου, Εκδόσεις Αυλός.
Βοϊτεχ Ζαμαρόφσκυ, Θεοί και ήρωες του αρχαίου κόσμου, μετ. Λαζ. Μαλλιός , Ελένη Πούπτη, Εκδόσεις Ηλιάδης.
Mάρτιν Νίλσον (Μartin Nilsson), Ελληνική Λαϊκή θρησκεία, μετ. Ι. Θ. Κακριδής, Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1990.
Ρόμπερτ Γκρέιβς, Οι Ελληνικοί Μύθοι, τ. Α'-Δ', εκδόσεις Ρούγκας - Πλειάς, Αθήνα 1988.
Κάρλ Κερένυ, Η Μυθολογία των Ελλήνων, Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1974.


© κειμένου-φωτογραφιων: Παναγιώτης Καρώνης 2017, μὲ τὴν ἐπιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματος.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, ή αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική η κατά παράφραση ή διασκευή και απόδοση του περιεχομένου του παρόντος άρθρου με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τον συγγραφέα του.


 
Σκαλισμένη  πέτρα δίπλα στην Απάνου Βρύση. Εδώ ξεδιψούσαν τα αιγοπρόβατα των τσοπάνηδων, αλλά χρησίμευε και ως σκάφη για το πλύσιμο ρούχων.


Μοναδική δημόσια βρύση που με τα χρόνια έγινε ένα με τον πλάτανο. Δίπλα στην κρήνη του Παπασταύρου


Άποψη του πλατάνου δίπλα στην κρήνη του Παπασταύρου. Στο βάθος η ομώνυμη οικία.


Ο πλάτανος δίπλα στην κρήνη του Παπασταύρου στα χρώματα του χειμώνα. Στο βάθος η ομώνυμη οικία.


Χορταριασμένη και παράλληλα ακρωτηριασμένη δημόσια βρύση στην Απάνω Μεριά του χωριού.


Χορταριασμένη δημόσια βρύση στην Απάνω Μεριά του χωριού.


Χορταριασμένη δημόσια βρύση στην Απάνω Μεριά του χωριού.


Χορταριασμένη παλιά δημόσια βρύση στην Απάνω Μεριά με φόντο το Γουλά.


Η δημόσια βρύση δίπλα στο χοροστάσι «αλώνι του Παπαγιάννη».


Η δημόσια βρύση δίπλα στο χοροστάσι «αλώνι του Παπαγιάννη», μπρος από την οικία Ρεβελιώτη, κτίσμα του 1852, (νυν Λέτσου).