Σάββατο, 7 Ιουλίου 2018

Εἰρεσιώνην ἐκφέρουσι κλάδον ἐλαίας ἐρίῳ μὲν ἀνεστεμμένον - Ἀφιέρωμα




  
Σκηνὴ ἀπὸ γιορτή. Στὸ κέντρο  παιδὶ ποὺ φέρει Εἰρεσιώνη. Προπορεύεται νεανικὴ μορφὴ ποὺ ἐκστασιασμένη χορεύει. Τοὺς δύο νέους ἀκολουθεῖ ἀντρικὴ μορφὴ ποὺ φέρει μικρὸ δοχεῖο μὲ κάποιο ὑγρὸ ἢ καρποὺς.


Εἰρεσιώνη, ἀφιέρωμα

Ἀντὶ προλόγου
Τὸ παρὸν ἀφιέρωμα στὴν Εἰρεσιώνη δὲν προσπαθεῖ νὰ καταλύξει σὲ κανένα συμπέρασμα, πολὺ περισσότερο νὰ πείσει τὸν ἀναγνώστη γιὰ τὸ ὁτιδήποτε. Σκοπὸς καὶ στόχος ἦταν νὰ παρατεθοῦν μῦθοι, ἱστορίες, εἰκόνες, κείμενα, τραγούδια, ἀφηγήσεις ἔτσι ὥστε ὁ ὑποψιασμένος ἀναγνώστης νὰ καταλάβει καὶ γνώστης πιὰ νὰ καταλύξει στὰ δικά του συμπεράσματα. Ἀναπόφευκτα βέβαια ἡ προσωπικὴ γνώμη καὶ ἄποψη δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ παρείσφρησει, ἀλλὰ πάντα μὲ τὴν σχετικὴ ἐπισήμανση πὼς ἀποτελεῖ προσωπική ἄποψη ποὺ ἀπορρέει βέβαια ἀπὸ τὴν μελέτη καὶ τὴν ἐνασχόληση μὲ τὸ ὅλο θέμα.
Ἂς ἀρχίσουμε ὅμως νὰ ξετυλίγουμε τὸν μῦθο ἀλλὰ καὶ τὴν ἱστορία τῆς Εἰρεσινώης.

Ὁ Πλούταρχος
Εἰρεσιώνη σύκα φέρει καὶ πιόνας ἄρτους καὶ μέλι ἐν κοτύλη καὶ ἔλαιοναν ἀψήσασθαι καὶ κύλικα εὔζωρον ὡς ἂν μεθύουσα καθεύδει.
Μεταφράζω:
Ἡ εἰρεσιώνη σύκα φέρνει καὶ ψωμιὰ ἀφράτα, καὶ μέλι στὴν κούπα καὶ λάδι γιὰ ψήσιμο καὶ μποτίλια γεμάτη γιὰ ὕπνο ἀπὸ μέθη.
Αὐτὸ τὸ τραγούδι, ποὺ μᾶς παραδίδει ὁ Πλούταρχος,1 καὶ ἦταν βέβαια εὐχητήριο, ἀκούγονταν ἀπὸ τὰ παιδιὰ κατὰ τὴν ἑορτὴ τῶν Πυανεψίων.2 Ἑορτὴ ἀφιερωμένη στὸν Ἀπόλλωνα, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ἑορτὴ τῶν Θαργηλίων πού, ὡς γνωστόν, ἦταν ἀφιερωμένη στὴν Ἀθηνᾶ. Συγκεκριμένα, κατὰ τὰ ΠυανόψιαΠυανέψια προσφέρονταν, ἐν ἤδη θυσίας, στὸν Ἀπόλλωνα οἱ πρῶτοι καρποὶ τῆς νέας σοδειᾶς. Κατὰ τὴν κλασσικὴ ἐποχὴ ἀποτελοῦσαν μάλιστα μέρος τῶν Θεισίων, ἑορτῶν πρὸς τιμὴν τοῦ Θησέα.
Πράγματι, ὅταν ὁ Θησέας, ἐπέστρεψε νικητὴς ἀπὸ τὴν ἀναμέτρησή του μὲ τὸν Μινώταυρο, φτάνοντας στὸ Φάληρο ἔκανε θυσίες πρὸς τοὺς θεοὺς καὶ ἔστειλε κήρυκα στὴν Ἀθήνα γιὰ νὰ ἀναγγείλει τὸ χαρμόσυνο γεγονὸς τῆς σωτηρίας του. Ἀλλὰ ἂς αφήσουμε τὸν Πλούταρχο, ὁπως μόνο αὐτὸς ξέρει, νὰ μᾶς ἀφηγηθεῖ τὴν συνέχεια:
«καταπλεύσας δὲ ὁ Θησεὺς ἔθυε μὲν αὐτὸς ἃς ἐκπλέων θυσίας εὔξατο τοῖς θεοῖς Φαληροῖ, κήρυκα δὲ ἀπέστειλε τῆς σωτηρίας ἄγγελον εἰς ἄστυ. [22.2] οὗτος ἐνέτυχεν ὀδυρομένοις τε πολλοῖς τὴν τοῦ βασιλέως τελευτὴν καὶ χαίρουσιν, ὡς εἰκός, ἑτέροις καὶ φιλοφρονεῖσθαι καὶ στεφανοῦν αὐτὸν ἐπὶ τῇ σωτηρίᾳ προθύμοις οὖσι. τοὺς μὲν οὖν στεφάνους δεχόμενος τὸ κηρύκειον ἀνέστεφεν, ἐπανελθὼν δὲ ἐπὶ θάλασσαν οὔπω πεποιημένου σπονδὰς τοῦ Θησέως ἔξω περιέμεινε, μὴ βουλόμενος τὴν θυσίαν ταράξαι. [22.3] γενομένων δὲ τῶν σπονδῶν ἀπήγγειλε τὴν τοῦ Αἰγέως τελευτήν. οἱ δὲ σὺν κλαυθμῷ καὶ θορύβῳ σπεύδοντες ἀνέβαινον εἰς τὴν πόλιν. ὅθεν καὶ νῦν ἐν τοῖς ὠσχοφορίοις στεφανοῦσθαι μὲν οὐ τὸν κήρυκα λέγουσιν, ἀλλὰ τὸ κηρύκειον, ἐπιφωνεῖν δὲ ἐν ταῖς σπονδαῖς, Ἐλελεῦ, Ἰού, Ἰού, τοὺς παρόντας· ὧν τὸ μὲν σπεύδοντες ἀναφωνεῖν καὶ παιωνίζοντες εἰώθασι, τὸ δὲ ἐκπλήξεως καὶ ταραχῆς ἐστι.
[22.4] θάψας δὲ τὸν πατέρα, τῷ Ἀπόλλωνι τὴν εὐχὴν ἀπεδίδου τῇ ἑβδόμῃ τοῦ Πυανεψιῶνος μηνὸς ἱσταμένου· ταύτῃ γὰρ ἀνέβησαν εἰς ἄστυ σωθέντες. ἡ μὲν οὖν ἕψησις τῶν ὀσπρίων λέγεται γίνεσθαι διὰ τὸ σωθέντας αὐτοὺς εἰς ταὐτὸ συμμῖξαι τὰ περιόντα τῶν σιτίων καὶ μίαν χύτραν κοινὴν ἑψήσαντας συνεστιαθῆναι καὶ συγκαταφαγεῖν ἀλλήλοις. [22.5] τὴν δὲ εἰρεσιώνην ἐκφέρουσι κλάδον ἐλαίας ἐρίῳ μὲν ἀνεστεμμένον, ὥσπερ τότε τὴν ἱκετηρίαν, παντοδαπῶν δὲ ἀνάπλεων καταργμάτων διὰ τὸ λῆξαι τὴν ἀφορίαν, ἐπᾴδοντες·
εἰρεσιώνη σῦκα φέρει καὶ πίονας ἄρτους
καὶ μέλι ἐν κοτύλῃ καὶ ἔλαιον ἀποψήσασθαι
καὶ κύλικ᾽ εὔζωρον, ὡς ἂν μεθύουσα καθεύδῃ.
καίτοι ταῦτά τινες ἐπὶ τοῖς Ἡρακλείδαις γίνεσθαι λέγουσιν, οὕτως διατρεφομένοις ὑπὸ τῶν Ἀθηναίων· οἱ δὲ πλείονες ὡς προείρηται».3
Καὶ σὲ μετάφραση:
«ὁ Θησέας ἐξ ἄλλου μόλις κατέπλευσεν, ἐτέλεσε μὲν εἰς τὸ φάληρον τὰς θυσίας εἰς τοὺς θεούς, ὅσας εἶχεν ὑποσχεθεῖ ὅταν ἔφευγεν, ἔστειλε δὲ καὶ εἰς τὴν πόλιν κήρυκα νὰ ἀναγγείλῃ τὴν σωτηρίαν των. Οὗτος πάλιν συνήντησεν πολλοὺς μὲν νὰ κλαίουν διὰ τὸν θάνατον τοῦ βασιλέως, ἄλλους δὲ νὰ χαίρουν, ὡς ἦτο ἑπόμενον, καὶ προθύμους νὰ τὸν ὑποδεχθοῦν καὶ νὰ τοῦ προσφέρουν στεφάνια διὰ τὴν σωτηρίαν των. Ὁ κύρηξ δὲ ἀφοῦ ἐδέχθη τοὺς στεφάνους ἐστεφάνωνε μὲ αὐτοὺς τὸ κηρύκειον. Κατόπιν ἐπέστρεψεν εἰς τὸν λιμένα ἐπειδή δὲ ὁ Θησεὺς δὲν εἶχε τελειώσει ἀκόμα τὰς σπονδάς, ἐπερίμενε ἔξω, μὴ θέλων νὰ ταράξει τὴν θυσίαν.
Ἀφοῦ λοιπὸν ἔγιναν αἱ σπονδαί, ἀνήγγειλε τὸν θάνατο τοῦ Αἰγέως, καὶ τότε ὅλοι μὲ κλαυθμοὺς καὶ θόρυβον ἔσπευσαν νὰ ἀνέλθουν στὴν πόλιν. Ἔκτοτε, καὶ τώρα ἀκόμη, λέγουν ὅτι ἐπεκράτησε κατὰ τὰ ὠσχοφόρια νὰ στεφανώνεται ὄχι ὁ κήρυξ ἀλλὰ τὸ κηρύκειον, κατὰ τὰς σπονδὰς δὲ νὰ ἐκφωνοῦν οἱ παρευρισκόμενοι: ἐλελεῦ, ἰοὺ ἰού. Τὸ πρῶτον εἶναι ἐπιφώνημα σπουδῆς καὶ πολεμικοῦ παιᾶνος, τὸ ἄλλο δὲ ταραχῆς καὶ ἐκπλήξεως. Ὁ Θυσεὺς ἀφ᾿ ἑτέρου, ἀφοῦ ἔθαψε τὸν πατέρα του, ἀπέδωσε εἰς τὸν Ἀπόλλωνα ὅσα εἶχε τάξει τὴν ἑβδόμην τοῦ Πυανιψῶνος μηνὸς, διότι τότε ἀνέβησαν εἰς τὴν πόλιν μετὰ τὴν σωτηρίαν των. Καὶ τὸ ὲν ψήσιμο τῶν ὀσπρίων λέγεται ὅτι γίνεται, διότι οἱ σωθέντες συνήνωσαν ὅσας τροφὰς τοὺς ἔμεναν καὶ αὐφοῦ τὰς ἔψησαν μέσα εἰς κοινὴν χύτραν παρεκάθησαν εἰς κοινὴν τράπεζαν καὶ συνέφαγαν ὅλοι μαζί. Φέρουν δὲ κατὰ τὴν ἑορτὴν τὴν εἰρεσιώνην, κλάδον ἐλαίας τυλιγμένον μέσα εἰς μάλλιά, ὅπως τότε τὴν ἱκετηρίαν, καὶ γεμάτην ἀπὸ τὰ πρῶτα διάφορα ὀπωρικὰ, εἰς ἔνδιξιν ὅτι ἔπαυσεν ἡ ἀφορία, καὶ συγχρόνως τραγουδοῦν:
ἡ εἰρεσιώνη σοῦ φέρνει σῦκα καὶ ἀφράτα ψωμιά· σοῦ φέρνει καὶ μέλι μέσα σὲ ποτῆρι καὶ λάδι γιὰ νὰ ψήσῃς καὶ μπουκάλι γεμᾶτο γιὰ νὰ μεθύσῃς καὶ νὰ πέσεις σὲ ὕπνο.
Λέγουν ὅμως μερικοὶ ὅτι αὐτὰ ἀψάλλοντο γιὰ τοὺς Ἡρακλείδας τοὺς ὁποίους ἔτρεφον τοιουτοτρόπως οἱ Ἀθηναίοι. Οἱ περισσότεροι ἐν τούτοις πιστεύουν ὅτι αὐτὰ γίνονται διὰ τὸν λόγον ποὺ εἴπαμεν προηγουμένος».4
Ἑπομένως, σύμφωνα μὲ τὸν Πλούταρχο, ἡ Εἰρεσιώνη εἶναι ἕνα κλαδί ἐλιᾶς ποὺ διακοσμεῖται μὲ τοῦφες μαλλιοῦ. Ἀπὸ ἐκεῖ ἐξάλλου ἐτοιμολογεῖται καὶ τὸ ὄνομά της, μιὰ καὶ τὸ εἶρος -μὲ ἔψηλον γιώτα- εἶναι τὸ ἔριον5 τὸ μαλλί, ἐξ οὑ καὶ ἡ ὀνομασία Εἰρεσιώνη. Στὶς ἄκρες τῶν μάλλινων τουφῶν δένονται οἱ πρώτοι καρποὶ τῆς νέας συγκομηδῆς ποὺ κατὰ τὴ φθινοπωρινὴ καὶ σεπτεμβριάτικη ἰσημερία ἀφθονοῦν, (δηλ. σταφύλια, κυδώνια, ῥόδια, σῦκα, ἀμύγδαλα, κ.τλ). Ἐνίοτε καὶ μερικὲς φιάλες μὲ γάλα, μέλι καὶ κρασί. Παῖδες ἀμφιθαλεῖς, δηλαδὴ παιδιά ποὺ καὶ οἱ δυὸ γονεῖς τους ἦταν ἐν ζωὴ περιέφεραν τὴν Ειρεσιώνη καὶ τραγουδοῦσαν τὴν προαναφερθείσα εὐχή, ποὺ ὀνομάζονταν καὶ αὐτὴ Εἰρεσιώνη, ἀποτελώντας τρόπον τινὰ τὰ κάλαντα τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιὸτητας.
Ἔτσι ἐκφράζονταν οἱ εὐχαριστίες στὴν/στὸν θεὰ/θεὸ γιὰ τὴν γονιμότητα τῆς γῆς κατὰ τὸ ἀπερχόμενο ἔτος, ἀλλὰ καὶ ζητεῖται συνέχεια τῆς καρποφορίας τὸ ἐπόμενο.
Εἴδαμε πὼς ὁ Πλούταχος συνδέει τὴν Εἰρεσιώνη μὲ τὴ ἐπιστροφὴ τοῦ Θησέα ἀπὸ τὴν Κρήτη. Μπορεῖ γιὰ τὸν Θησέα βέβαια ἡ ὅλος ἑορτασμὸς νὰ περιείχε καὶ τὸ στοιχεῖο τὴς λύπης καὶ θλίψης γιὰ τὴν ἀπώλεια τοῦ πατέρας του Αἰγέα, ποὺ ἔπεσε στὴν θάλασσα θωρώντας τὸ πλοίο νὰ ἐπιστρέφει ἔχοντας ἀνοίξει μαῦρα πανιὰ καὶ νομίζοντας πὼς ὁ γιός του ἔγινε βορρὰ τοῦ Μινώταυρου.
Ὅλα αὐτὰ βέβαια συμβαίνουν τὴν ἑβδόμη μέρα τοῦ μηνὸς Πυανεψιώνος6 -ὁ τέταρτος στὴ σειρὰ μήνας στὸ Ἀττικὸ ἡμερολόγιο, ποὺ ἀντιστοιχοῦσε μὲ τὸ χρονικὸ διάστημα ἀπὸ 23 Σεπτεμβρίου μέχρι 22 Οκτωβρίου- περίοδο κατὰ τὴν ὁποία ἡ συγκομιδή τῶν καρπῶν ἀφθονεῖ. Στὴ συνέχεια κατὰ τὸ τέλος τοῦ Ὀκτωβρίου, καὶ ἀφοῦ εἶχε ὁλοκληρωθεῖ ὁ τρύγος τῶν σταφυλιῶν, ἑορτάζονταν τὰ Ὀσχοφόρια (ἢ Ὠσχοφόρια), τελετὴ πρὸς τιμὴν τοῦ Διονύσου καὶ τῆς Ἀθηνᾶς. Ὅσχος εἶναι τὸ νέο κλῆμα τῆς ἀμπέλου, αὐτὸ ποὺ φέρει τσαμπιὰ σταφυλιῶν. Ἔτσι ἡ ὅλη γιορτὴ τῶν Πυανεψίων προηγεῖται μιᾶς ὀργιαστικῆς διονυσιακῆς γιορτῆς.
Ὅπως εἴπαμε, ἡ Εἰρεσιώνη περιφέρονταν κατὰ τὸν μήνα Πυανεψιών ἀπὸ ἀμφιθαλὴ παιδιὰ στοὺς δρόμους ἀλλά καὶ ἀπὸ πόρτα σὲ πόρτα στὰ σπίτια τῆς πόλης, ποὺ τραγουδοῦσαν τὸ τραγούδι τῆς Εἰρεσιώνης. Οἱ ἰδιοκτῆτες τῶν σπιτιῶν -νοικοκυραίοι καὶ νοικοκυρές- ὅταν τὰ παιδιὰ ἔφταναν, τραγουδώντας καὶ φέροντας τὴν Εἰρεσιώνη στὴν πόρτα τους, τοὺς προσέφεραν γλυκίσματα καὶ δῶρα. Τέλος μὲ τὸ πέρας τῆς περιφορᾶς καὶ ἐπιστρέφοντας στὸ σπίτι τους, κρεμοῦσαν τὴν Εἰρεσιώνη ἔξω, πάνω ἀπὸ την ἐξώπορτά τους, -ὅπως κάνουμε σήμερα μὲ τὸ πρωτομαγιάτικο στεφάνι- σημεῖο ὅπου ἔμενε μέχρι τὴν ἐπόμενη χρονιὰ ὁπότε καὶ τὴν ἀντικαθιστοῦσαν μὲ τὴν καινούργια καίγοντας τὴν παλιά -ἢ τέλος πάντων τὴ διατηροῦσαν πάνω ἀπὸ τὴν πόρτα τους γιὰ ὅσο μεγαλύτερο χρονικὸ διάστημα μποροῦσαν μέχρι νὰ ἔρθει ἡ ἤδια μέρα τοῦ ἑπόμενου ἕτους καὶ νὰ ἀναρτήσουν τὸ νέο τους στολισμένο κλαδὶ ἐλιᾶς.
Καὶ ἰδοῦ τώρα τὸ τραγούδι τῆς Εἰρεσιώνης ὅπως τὸ τραγουδοῦσαν τὰ παιδιὰ κατὰ τὴν περιφορά της στὴν Σάμο:
ΕΙΡΕΣΙΩΝΗ
Δῶμα προσετραπόμεσθ᾿ ἀνδρὸς μέγα δυναμένοιο,
ὃς μέγα δύναται, μέγα δὲ βρέμει, ὄλβιος αἰεί,
αυταί ανακλίνεσθε θύραι· πλοῦτος γὰρ ἔσεισι
πολλός, σὺν πλούτῳ δὲ καὶ εὐφροσύνη τεθαλυῖα,
εἰρήνη τ᾿ ἀγαθή· ὅσα δ᾿ ἄγγεα, μεστὰ μὲν εἴη,
κυρβαίη δ᾿ αἰεί κατὰ καρδόπου ἔρπει μάζα
[νῦν μὲν κριθαίην εὐώπιδα σησεμόεσσαν.]
τοῦ παιδὸς δὲ γυνὴ κατὰ δίφρακα βίσεται ὕμμιν
ἡμίονοι δ᾿ αὔξουσι κραταίποδες ἐς τόδε δῶμα·
αὐτοὶ ἱστίον ὑφαίνοι ἐπ᾿ ἠλέκτρῳ βεβαυῖα
νεῦμαί τοι, νεῦμαι ἐνιαύσιον, ὤστε χελιδὼν
ἕστικ᾿ ἐν προθύροις ψιλὴ πόδας. [ἀλλὰ φέρ᾿αἶψα
πέσαι τῷ Ἀπόλλωνι γυιάτιδος].

[Εἰ μὲν τi δώσεις εἰ δὲ μή, οὔχ ἐστήξομεν·
οὐ γὰρ συνοικήσοντες ἐνθάδ᾿ ἤλθομεν
.]8
Καὶ σὲ μετάφραση:
«Μπαίνουμε σ᾽ ἀρχοντικὸ μεγάλου νοικοκύρη,
ἀντρειωμένου καὶ βροντόφωνου καὶ πάντα εὐτυχισμένου.
Ἀνοίξτε, πόρτες, μόνες σας, πλοῦτος πολὺς νὰ ἔμπῃ μέσα,
καὶ μὲ τὸν πλοῦτο συντροφιὰ χαρὰ μεγάλη κι εὐτυχία
κι ὁλόγλυκη εἰρήνη· τ᾽ ἀγγειά του ὅλα γεμάτα νά ῾ναι
καὶ τὸ ψωμὶ στὴ σκάφη νὰ φουσκώνει πάντα καὶ νὰ ξεχειλίζει.
γι᾽ αὐτὸ ἐδῶ τὸ παλληκάρι σας ἡ νύφη νά ῾ρθῃ ἀπάνου σὲ θρονί,
μουλάρια σκληροπόδαρα στὸ σπιτικὸ αὐτὸ νὰ σᾶς τὴν κουβαλήσουν,
καὶ νὰ ὑφαίνει πανὶ σὲ ἀργαλειὸ μὲ χρυσάργυρες πατῆθρες.
σοῦ ῾ρχομαι σοῦ ξανάρχομαι σὰν χελιδόνι κάθε χρόνο
καὶ στὴν αὐλόπορτά σου στέκομαι. ..................................
............................................................................................
Ἂν εἶναι νὰ μᾶς δώσῃς τίποτα, καλῶς νὰ μᾶς τὸ δώσεις,
εἰ δὲ μή, δὲν θὰ στεκόμαστε ἐδῶ ὁλοήμερο.
γιατὶ ἐδῶ δὲν ἤρθαμε γιὰ νὰ συγκατοικήσουμε μαζί σου
».
Ἀναφερόμενος στὸ παραπάνω τραγούδι ὁ Κλὼντ Φωριὲλ ἔγραφε τὸ 1824: «Τέλος ὑπάρχει ἕνα τρίτον τραγούδι, τὸ ὁποῖον, χωρὶς νὰ εἶναι τοῦ Ὁμήρου, εἰς τὸν ὁποῖον ἀποδίδεται, φέρει ἐν τούτοις εἰς τὸ λεκτικόν του σημεῖα μιᾶς ἐποχῆς ἀρχαιοτέρας τῶν δύο προηγούμενων [ἐννοεῖ τὸ Χελιδόνισμα καὶ τὸ Κορώνισμα], μετὰ τῶν ὁποίων ἔχει ἄλλωστε τὰς μεγαλυτέρας ἀναλογίας, καὶ τὸ ὁποῖον συναντᾶται εἰς τὰ μικρὰ ὁμηρικὰ ἔργα ὑπὸ τὸν τίτλον Εἰρεσιώνη.
Ὁ συγγραφεύς, ὅποιος καὶ ἂν εἶναι, τοῦ βίου τοῦ Ὁμήρου, τοῦ δημοσιευμένου ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ Ἡροδότου, ἑνὸς ἐνδιαφέροντος ἔργου, διότι περιέχει πλῆθος ἀξιοσημείωτων παραδόδεων διὰ τὴν ἱστορίαν τῆς ἀρχαίας λατρείας καὶ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς ποιήσεως, ὁ συγγραφεὺς αὐτὸς ὁ ὁποῖος μᾶς διέσωσε τὸ κείμενον τοῦ μικροῦ αὐτοῦ τραγουδιοῦ, μᾶς δίδει ἐπίσης πληροφορίας διὰ τὸν προορισμόν του. Ἐτραγοιδεῖτο εἰς τὴν Σάμον ἀπὸ ὁμάδας παίδων, τὰ ὁποῖα μετέβαινον ἀπὸ μιᾶς θύρας εἰς τὴν ἄλλην καὶ ζητοῦσαν κάτι διὰ τὸν πανηγυρισμὸν τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἀπόλλωνος».8
Ὁ Φωριέλ πολὺ εὔστοχα μᾶς παρουσιάζει ἐδῶ βέβαια τὸ ὅλο θέμα. Πράγματι, τὸ παραπάνω τραγούδι τῆς Εἰρεσιώνης ποὺ μᾶς παραδίδεται σὲ μιὰ γλῶσσα αὐθεντικὴ -τὴν ἀρχαϊκὴ ἰωνικὴ τῆς Σάμου καὶ μάλιστα σὲ δακτυλικὸ ἑξάμετρο, μέτρο τῆς ἐπικῆς ποιήσεως, καὶ ποὺ πολλὰ κοινὰ ἔχει μὲ τοὺς Ὁμηρικοὺς Ὕμνους- εἶναι ἕνα Δημοτικὸ τραγούδι τῆς Σάμου. Ἂν θὰ θέλαμε νὰ τὸ κατατάξουμε χρονολογικά, μποροῦμε μὲ σχετικὴ σιγουριὰ νὰ ποῦμε πὼς εἶναι τοῦ 500 π.Χ., καὶ -γιατί ὄχι- νὰ φτάνει καὶ μέχρι τὸν Ζ΄ π.Χ. αἰώνα!
Ὁ συγγραφέας μάλιστα τοῦ 2ου π.Χ. αἰῶνος ποὺ συνέγραψε τὸν ψευδηροδοτεῖον Βίον τοῦ Ὁμήρου ποὺ μᾶς παραδίδει τὸ παραπάνω τραγούδι τῆς Εἰρεσιώνης δὲν γνωρίζουμε βέβαια ποιὸς εἶναι. Τοῦ χρωστάμε ὅμως πολλά. Σχετικὰ μάλιστα μὲ τὸ παραπάνω τραγούδι τῆς Εἰρεσιώνης στὴν εἰσαγωγή του μᾶς παραδίδει πὼς τὸ τραγουδοῦσε ὁ ἴδιος ὁ Ὅμηρος, ποὺ φτωχὸς καὶ κουτσὸς περιφερόταν στὴ Σάμο ἀπὸ ἀρχοντικὸ σὲ ἀρχοντικό, ὁδηγούμενος ἀπὸ τὰ παιδιὰ ποὺ συντραγουδοῦσαν μαζί του:
«παραχειμάζων δ᾿ ἐν τῃ Σάμῳ ταῖς νουμηνίαις προσπορευόμενος πρὸς τὰς οἰκίας τὰς εὐδαιμονεστέρας, ἐλάβανε τι ἀείδων τὰ ἔπεα τάδε, ἃ καλεῖται Εἰρεσιώνη (ὡδήγουν διὰ αὐτὸς καὶ συμπαρῆσαν ἀεῖ τῶν παίδων τινὲς τῶν ἐγχωρίων)».
Ὅμως παρακάτω, στὰ ἐπιλεγόμενα πάνω τραγούδι, ἀναφέρει:
«Ἤιδετο δὲ τάδε τὰ ἔπεα ἐν τῇ Σάμῳ ἐπὶ πολὺν χρόνον ὑπὸ τῶν παίδων, ὅτε ἀγείροιεν ἐν τῇ ἑορτῇ τοῦ Ἀπόλλωνος».


Παιδὶ ποὺ φέρει Εἰρεσιώνη. Τὸ ἀκολουθεῖ ἀντρικὴ μορφὴ ποὺ τοῦ προσφέρει καρπούς.


Ἡ Εἰρεσιώνη κατὰ τὸν Μεσαίωνα.
Πολλὰ θὰ μποροῦσε νὰ γράψει καὶ νὰ ἰσχυριστεῖ κανεὶς γιὰ τὴν πορεία τῆς Εἰρεσιώνης στὰ σκοτεινὰ χρόνια ποὺ ἀκολούθησαν ἀπὸ ἐκείνη τὴν λαμπρὴ ἐποχὴ ποὺ ἡ ὅλη τελετὴ διαμορφώθηκε.
Ἀρχικὰ νὰ παραθέσουμε καὶ νὰ ξεκαθαρίσουμε πὼς ὁ χριστιανισμὸς ἀναγκάστηκε -πολλὲς φορὲς μάλιστα- νὰ ἐνσωματώσει καὶ νὰ συμπεριλάβει στὶς διάφορες τελετὲς καὶ μυστήριά του, ἀρχαιότερες τελετὲς καὶ ἱερουργίες. Ὅχι ἀπαραίτητα ἐπειδὴ συμφωνοῦσε μαζί τους ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ κάνει διαφορετικά. Ἐξάλλου στὴν πλειοψηφία τους οἱ χριστιανικὲς τελετὲς δὲν εἶναι παρά ἕνα κατόπτρισμα τῶν ἀρχαίων. Γιὰ παράδειγμα ἡ τέλεση καὶ ὁ ἁγιασμὸς τῶν ὑδάτων δὲν ἔχουν νὰ κάνουν παρὰ μὲ τὶς τελετὲς ποὺ γίνονταν στὸν Νεῖλο ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους ἱερεῖς, ἀλλὰ καὶ μὲ τὶς καθαρτήριες τελετὲς πρὶν ἀπὸ διάφορες ἱερουργίες μιᾶς καὶ οἱ ἀρχαῖοι πίστευαν στὴν καθαρτήρια ἰδιότητα τοῦ ὕδατος. Γιὰ παράδειγμα τὸ κρηναῖο νερὸ χρησιμοποιοῦταν γιὰ νὰ πλυθοῦν οἱ μελλόνυμφοι πρὶν ἀπὸ τὴν γαμήλια τελετὴ ποὺ ὁλοκληρώνονταν μὲ τὴν πρώτη νύχτα τους -τὴν ἐρωτική τους ἕνωση στὴν νυφικὴ παστάδα.
Ὁ Νικόλαος Πολίτης γράφει σχετικά: «Οἱ χριστιανικοὶ ἱεράρχες κατιδόντες τὸ ἀνέφικτον τῆς καθαρᾶς καὶ ἀμιγοὺς εἰσαγωγῆς τῆς χριστιανικῆς θρησκείας ἠνέχθησαν τὴν διατήρισιν τῶν ἐκ τῆς πολυθεΐας ἐκπηγαζουσῶν παραδόσεων καὶ προλήψεων φροντίσαντες μόνον νὰ περιβάλλωσιν αὐτὰς διὰ χριστιανικῶν καλυμάτων».9
Εἶναι ἑπομένως πολὺ λογικὸ τὸ ἔθιμο τῆς Εἰρεσιώνης νὰ περάσει καὶ στὰ βυζαντινὰ χρόνια. Σὲ καμιὰ περίπτωση ὅμως δὲν ἔχει τὸν ἴδιο ἀκριβὼς συμβολισμό. Τὴν εὐωχία καὶ τὴν εὐγονία τώρα τὴν δίνει καὶ τὴν ἐγγυᾶται ὁ Χριστὸς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, -καὶ βέβαια Αὐτὸν πρέπει νὰ εὐχαριστοῦμε. Δὲν χρειάζονται τελετὲς καὶ μάλιστα φερμένες ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρικὴ ἀρχαιότητα, προκειμένου νὰ τὴν ἐνισχύσουν νὰ τὴν εὐχηθοῦν καὶ νὰ τὴν ἐγγυηθοῦν. Ἔτσι τὸ ἔθιμο σιγὰ-σιγὰ ἐκφυλίζεται καὶ παραμένει ἕνα ἁπλὸ παιχνίδι ἐνταγμένο μέσα στὴν ὅλη θρησκόληπτη, θεοκρατούμενη ἐκείνη ἐποχή.
Ἔτσι, ὅταν ὁ Φαίδωνος Κουκουλὲς γράφει πώς: «…Οἱ Βυζαντινόπαιδες, περιερχόμενοι τὰς οἰκίας, ἀπὸ βαθείας πρωίας μέχρι δείλης ὀψίας, μετὰ αὐλῶν καὶ συρίγγων ἔλεγον τὰ κάλανδα»,10 δὲν ἐννοεῖ ἀπαραίτητα καμιὰ συνέχεια τοῦ ἐθίμου τῆς Εἰρεσιώνης ἀλλὰ τὰ γνωστά μας κάλαντα πού, ναὶ μέν, μπορεῖ νὰ συσχετίσει κανεὶς μὲ τὴν ἀρχαία Εἰρεσιώνη -μιὰ καὶ ἐκεῖ εἶχαμε παιδιά ποὺ περιφέροντας λέγοντας εὐχετήρια τραγούδια- ἀλλὰ σὲ καμιὰ περίπτωση δὲν ἔχουμε μεταφορὰ κλαδιοῦ ἐλιᾶς στολισμένου μὲ μαλλιά, καρποὺς καὶ προϊόντα τῆς νέας σοδειᾶς, ἀλλὰ ὁ σπουδαῖος ἀκαδημαϊκός μας σὲ αὐτὸ τὸ ἐξαίρετο ἔργο του ἀναφέρεται ρητὰ στὰ κάλαντα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ποὺ ἔλεγαν τὰ παιδάκια καὶ ποὺ οὐσιαστικὰ δὲν ἔκαναν τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ ὑμνολογοῦν τὸν νέο Θεὸ μεταφέροντας τὸ χαρμόσυνο νέο τῆς γέννησής Tου. Τὰ τραγούδια αὐτὰ δηλαδὴ εἶχαν χάσει τὴν ἀρχική τους λειτουργία, εἶχαν πιὰ γίνει -πέρα ἀπὸ εὐχετήρια- ὑμνολογικὰ τραγούδια τῆς νέας θρησκείας.
Κλείνοντας αὐτὸ τὸ κεφάλαιο, ἀξίζει νὰ προσθέσω ἐδῶ ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν μελέτη τοῦ Γεωργίου Βιζυηνοῦ γιὰ τὸ ἔθιμο τῶν Καλογέρων στὴν Θράκη: «Ἐὰν ἡ Ἐλλὰς ἐξεχριστιανίσθη, ἐὰν τὰ λεπτὰ χλανίδια καὶ τοὺς διαφανεῖς χιτωνίσκους τοὺς ἀνὰ τοὺς χοροὺς τῶν ἀρχαίων τελετῶν χαριέντως περὶ τὸ φυσικὸν τῶν σωμάτων κάλλος πτερυγίζοντας διεδέχθησαν οἱ τρίχινοι σάκκοι καὶ τὰ ποδήρη ράσα, ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ καλόγεροι μὲ τὴν νευρίδα περὶ τοὺς ὤμους, ἐν τῇ ἀγορᾷ καὶ ταῖς πλατείαις σικκινίζοντες τῷ Διονύσῳ, ἀναφανδὸν φαλλοφοροῦντες καὶ μετ’ αὐλῶν καὶ τυμπάνων ἰΰζοντες καὶ ἰακχάζοντες, σκιρτῶντες καὶ ὀρχούμενοι».11


Γυναίκα κρατάει κλαδὶ στὸ ἀριστερό της χέρι, πιθανὸν σὲ κάποια βλαστολατρική γιορτή. Λεπτομέρεια Ἀττικοῦ ἐρυθρόμορφου ἀγγείου.


Εἰρεσινόη καὶ χριστουγεννιάτικο δέντρο
Πολλὰ ἔχουν γραφτεῖ γιὰ τὴν σύνδεση τῶν δυὸ αὐτῶν ἐθίμων καὶ δὲν εἶναι λίγες οἱ σελίδες στὸ διαδίκτυο ποὺ ἀναπαράγουν τὰ κείμενα αὐτὰ μιλώντας μάλιστα γιὰ «τὸ χριστουγεννιάτικο δέντρο τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Πρόκειται μᾶλλον γιὰ ὑπεραπλουστευμένη ταύτηση.
Ἀρχικά, ἡ Εἰρεσιώνη, ἔτσι τουλάχιστον ὅπως μᾶς παραδίδεται ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους συγγραφεῖς, εἶχε νὰ κὰνει μὲ τὴν εὐκαρπία καὶ κατ᾿ ἐπέκταση μὲ τὴν εὐγονία τῶν ἑστιῶν. Οὐσιαστικὰ μιλᾶμε γιὰ ἕνα στολισμένο μὲ μαλλιὰ καὶ καρποὺς κλαδὶ ἐλιᾶς ποὺ περιέφεραν ἀμφιθαλεῖς -καὶ μόνον ἀμφιθαλεῖς- παῖδες στοὺς δρόμους ἀλλὰ καὶ ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι τραγουδώντας· μεταφέροντας ἔτσι τὴν εὐχὴ γιὰ γονιμότητα καὶ καρποφορία σὲ ὅλη τὴν πόλη. Οὐσιαστικὰ ἔχουμε νὰ κάνουμε καὶ ἐδῶ μὲ ἕνα βλαστολατρικὸ ἔθιμο. Τὰ παιδιὰ ποὺ περιφέρουν τὸν βλαστὸ, συμβολίζουν καὶ αὐτὰ τὴν νέα ζωή, τὴν γονιμότητα, τὴν θαλλερότητα, τὴν εὐτυχία, τὴν χαρά, τὸ μέλλον. Κάτι ποὺ κάθε σπίτι εὔχονταν καὶ ἐπιθυμοῦσε. Ὁ θεός, πρὸς τιμὴν τοῦ ὁποίου γίνονταν ἡ ἑορτὴ ἡ ὁποία συμπεριλάμβανε -πέρα άπὸ τὶς προσφορὲς τῶν καρπῶν- καὶ τὴν μεταφορὰ τῆς Εἰρεσιώνης ἦταν -ὅπως εἴδαμε- ὁ Ἀπόλλωνας, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἀθηνᾶ.
Σὲ καμιά περίπτωση οἱ θεοκρατούμενοι βυζαντινοὶ δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ δεχτοῦν ἕνα κλαδὶ γιὰ σύμβολο γονιμότητας, στοιχεῖο καθαρὰ εἰδωλολατρικό· στοιχεῖο ποὺ καταδίωκαν καὶ προσπαθοῦσαν νὰ ἐξαλείψουν ἀπὸ τὴν ζωὴ καὶ τὴν συνείδηση τῶν ἀνθρώπων. Γιὰ τὴν καρποφορία καὶ τὴν γονιμότητα, οἱ ἄνθρωποι δὲν εἶχαν παρὰ νὰ καταφύγουν καὶ νὰ προσευχηθοῦν στὸν νέο Θεό. Αὐτὸς ἦταν ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος γιὰ τὸ ὁτιδήποτε. Πέρα καὶ ἔξω ἀπὸ Αὐτὸν δεν ἀναγνωρίζονταν τὸ ὁτιδήποτε. Δεῖτε γιὰ παράδειγμα τὴν ἰατρική. Μετὰ τὰ σπουδαῖα ἄλματα καὶ τὴν σφαιρικὴ καὶ προχωρημένη γιὰ τὴν ἐποχὴ ἀντιμετώπιση τῶν ἀσθενειῶν στὴν ἀρχαιότητα, στὰ μεσαιωνικὰ χρόνια ἡ ὅλη πρόοδος εἶναι ἀμελητέα μιὰ καὶ ἡ ἐπικρατούσα ἄποψη εἶναι ἡ θεοκρατική, - πὼς ἂν ἔχεις κάποιο πρόβλημα δὲν ἔχεις παρὰ νὰ προσέλθεις στὸν ἱερέα κάποιας ἐκκλησίας, ὁ γιατρὸς μποροῦσε κάλλιστα νὰ θεωρηθεῖ μάγος! Πραγματικὰ εἶναι νὰ φρίττεις διαβάζοντας τὴν ὅλη ἀντιμετώπιση τῶν ἀρρώστων ἀλλὰ καὶ τὸ κυνήγι ποὺ ὁ χριστιανισμὸς ἔκανε σὲ ὁπιαδήποτε πρόοδο καὶ ἀνακάλυψη - ἡ Ἡπατία καὶ ὁ Γαλιλαῖος εἶναι μόνο ἡ κορυφὴ τοῦ παγόβουνου!
Τὴν Εἰρεσινώη καὶ τὴν ὅλη τελετὴ μπορεῖ κανεὶς περισσότερο νὰ τὴν συνδέσει μὲ τὰ σημερινὰ κάλαντα καὶ ἐλάχιστα, γιὰ νὰ μὴν πῶ καθόλου, μὲ τὸ ἔθιμο τοῦ χριστουγεννιάτικου δέντρου.
Τὸ ἔθιμο τοῦ δέντρου τῶν χριστουγέννων ἔχει καὶ αὐτὸ βέβαια βλαστολατρικὲς καταβολὲς ἀλλὰ ἐλάχιστη σχέση μὲ τὴν Εἰρεσιώνη. Ἁπλά, γιατὶ ἡ Εἰρεσιώνη δὲν συνεχίστηκε κατὰ τοὺς βυζαντινοὺς -πρώτους καὶ ὕστερους- ἀλλὰ καὶ νεότερους χρόνους.
Τὸ χριστουγεννιάτικο δέντρο δὲν σχετίζεται βέβαια μὲ τὶς βόρειες χῶρες καὶ δὲν μᾶς ἦρθε ἀπαραίτητα ἀπὸ αὐτές. Τοῦτο τὸ πράσινο ποὺ βάζουμε στὰ σπίτια μας τὶς γιορτινὲς αὐτὲς μέρες ἔχει σχέση μὲ τὶς ἀρχαῖες Δεντροφορίες κατὰ τὶς διονυσιακὲς γιορτὲς ἀλλὰ καὶ μὲ τὶς Ρωμαϊκὲς καὶ Βυζαντινὲς Καλένδες.
Τὰ κλαδιὰ, ἡ πρασινάδα, δηλαδὴ κάθε ἀειθελὲς φύλλωμα ποὺ βάζουμε σπίτια μας γιὰ τὰ διακοσμήσουμε αὐτὲς τὶς μέρες τῆς χαρᾶς καὶ τῆς γιορτῆς ἔχει σχέση καὶ συνδέεται μὲ τὶς ἀρχαῖες βλαστολατρικὲς γιορτές. Στὰ μεγάλα ἀστικὰ κέντρα μάλιστα ἡ άνάγκη γιὰ στολισμὸ γίνεται ἐπιτακτικότερη, μιὰ καὶ τὸ πράσινο ὅλο καὶ λιγοστεύει καὶ ὁ σύχρονος ἄνθρωπος ὅλο καὶ λιγότερο ἔρχεται σὲ ἐπαφὴ μαζί του.
Τὸ χριστουγεννιάτικο δέντρο διατηρεῖ ἕναν αἰώνιο ἀναβλαστικὸ συμβολισμό, εἶναι ἕνα ἀναγεννησιακὸ στοιχεῖο, εἶναι ἡ λατρεία τοῦ ζωογόνου πράσινου, εἶναι ἡ παρηγοριὰ μέσα στὴν νεκρὴ χειμωνιάτικη σιωπή, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπλίδα γιὰ τὴν περιπαθὴ καὶ ζωοδώτρα ἔγερση τῆς φύσης. Αὐτὸ τὸ κομμάτι καταπράσινου κλαριοῦ ποὺ βάζουμε σπίτι μας καὶ στολίζουμε σὲ μιὰ ὁριακὴ στιγμὴ ὅπως αὐτὴ τῆς ἀλλαγῆς τοῦ ἕτους, εἶναι καθαρὰ συμβολικό, καὶ ἐδῶ εἶναι ποὺ βλέπουμε ἕνα κοινὸ στοιχεῖο του μὲ τὴν ἀρχαία Εἰρεσινώη.
Ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος αἰσθανόταν καὶ αἰσθάνεται πάντα συνδεμένος μὲ τὴν φύση. Γράφει σχετικὰ ὁ Δημήτριος Λουκάτος: «Ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται πάντα ἀλληλέγγυος μὲ τὸ φυτικὸ κόσμο, σὰν νὰ καταλάβαινε καὶ τὸν ἐαυτό του ἕνα μετατοπιζόμενο φυτό. Σ’ ὅλες τὶς ἀποπνιχτικὲς ὧρες του ἀναζήτησε στὴ φύση τὸν συμπαθὴ καὶ ἐλεύθερο χῶρο, ὅπου θὰ μποροῦσε νὰ κινηθεῖ ἐλεύθερα καὶ ζωντανά. Ἔτσι τραγούδησαν πάντα τὰ δέντρα καὶ τὰ βουνὰ μὲ τὰ δάση τους, ὁ ποιητὴς μὲ τὴν ταξιδιάρικη φαντασία, ὁ ὑμνογράφος μὲ τοὺς αἴνους του, ὁ ἐρωτικὸς μὲ τὰ εἰδύλλιά του, ὁ πολεμιστὴς μὲ τὰ ὀράματα, ὁ σκλάβος μὲ τὶς ἐπικλήσεις του, ὁ φυλακισμένος μὲ τὶς συγκινησιακὲς παραβολές του. Χαρακτηριστικὰ εἶναι σὲ μᾶς τὰ κλέφτικα τραγούδια, ποὺ κρατοῦν ζεστὴ τὴν ὐπόκρουση τῶν ἡρωικῶν περιγραφῶν, μὲ τὶς κουβέντες γιὰ τὰ δέντρα καὶ τὰ κλαδιά.»12
Νεστάνη – Πάτρα 2018
Παναγιώτης Καρώνης


Σημειώσεις

1. Πλούταρχος, Βίοι παράλληλοι, Θησεύς, 22-5.
2. Στὴν κλασικὴ ἐποχή, (περ. 499 π.Χ. ἕως τὸ 323 π.Χ) τὰ Πυανόψια ἀποτελοῦσαν μέρος τῆς ἑορτῆς τῶν Θησείων. Πυανόψια ἀποκαλοῦσαν τὴν παρούσα ἑορτὴ στὴν ἀρχαία Ἀθήνα, ἐνῶ στὴν ὑπόλοιπη Ελλάδα τὴν ἀποκαλοῦσαν Πανόψια (πάντας τοὺς καρποὺς τῇ ὄψει), δηλαδὴ γιατὶ τώρα «εἶναι ὀρατοί, φαίνονται ὅλοι οἱ καρποὶ ποὺ ἡ γῆ μᾶς προσφέρει».
3. Πλούταρχος, Βίοι παράλληλοι, Θησεύς, 22-1 – 22-5.
4. Πλούταρχος, Βίοι παράλληλοι, Θησεύς, 22-1 – 22-5, μετ. Ἀνδρέου Ι. Πουρνάρα, Ἐκδόσεις Ἐπιστημονικὴ Ἑταιρεία τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων «Πάπυρος», Ἀθήνα 1975.
5. ἔριο (τό): < ἀρχαία ἑλληνικὴ ἔριον < ὑποκοριστικὸ τοῦ εἶρος + (κατάληξη ὑποκοριστικοῦ) -ιον, τὸ τρίχωμα (τὸ μαλλὶ) τῶν ἐριφίων καὶ τῶν ἀμνῶν ποὺ χρησιμοποιεῖται γιὰ ὕφανση
6. Προφανῶς ὁ μήνας αὐτὸς πῆρε τὸ ὄνομά του ἀπὸ τὰ Πυανέψια (Πυάνος+ἔψω=βράζω κουκιά), σημαντικότατη γιορτὴ ποὺ τελοῦνταν αὐτὸν τὸν μήνα πρὸς τιμὴν τοῦ Ἀπόλλωνα.
7. ἀγνώστου συγγραφέα τοῦ 2ου π.Χ. αἰῶνος ποὺ συνέγραψε τὸν ψευδηροδοτεῖον Βίον τοῦ Ὁμήρου καὶ ποὺ μᾶς παραδίδει τὸ παρὸν τραγούδι τῆς Εἰρεσιώνης ποὺ οὐσιαστικὰ εἶναι βέβαια ἕνα Δημοτικὸ τραγούδι τῆς Σάμου τοῦ 4ου-5ου αἰ. π.Χ.
8. Φωριὲλ Κλὸντ (Fauriel Claude), Chants Populaires de la Grèce moderne, Παρίσι 1824-25· πρώτη φωτοτυπικὴ ἀνατύπωση στήν Ἑλλάδα, Τὰ Ἑλληνικὰ δημοτικὰ τραγούδια, μετ. Ἀπ. Δ. Χατζηεμμανουήλ, ἐκδόσεις Χ. Τεγόπουλος – Ν. Νίκας, Ἀθήνα 1955· νέα ἔκδοση, Glaude Fauriel, Ἑλληνικὰ δημοτικὰ τραγούδια, τόμ. Α’: Ἑλληνικὰ δημοτικὰ τραγούδια Ἡ ἔκδοση τοῦ 1824-1825, καὶ τόμ. Β’: Ἀνέκδοτα κείμενα – Ἀναλυτικὰ κριτικὰ ὑπομνήματα – Παράρτημα καὶ ἐπίμετρα, ἐκδοτικὴ ἐπιμέλεια Ἀλέξης Πολίτης, Πανεπιστημιακὲς Ἐκδόσεις Κρήτης, Ἡράκλειο 1999.
9. Νικόλαος Πολίτης, Λαογραφικὰ σύμμεικτα, τ. Α᾿ Ἀθήνα 1920, σελ. 80.
10. Γεώργιος Βιζυηνός, «Οἱ καλόγεροι καὶ ἡ λατρεία τοῦ Διονύσου ἐν Θράκη», Θρακικὴ Ἐπέτηρὶς 1, (1897).
11. Φαίδωνος Κουκουλέ, Βυζαντινῶν βίος καὶ πολιτισμός, τόμ. ΣΤ΄, σελ. 152, Ἐκδόσεις Παπαζήσης, Ἀθήνα 1951.
12. Δημήτριος Λουκάτος, «Συμβολικότερο τώρα τὸ δέντρο τῶν Χριστουγέννων» Βῆμα, (25 Δεκεμβρίου 1971), σελ. 80-84, Ἀθήνα· καὶ στὸ Χριστουγεννιάτικα καὶ τῶν γιορτῶν, Ἐκδόσεις Φιλιππότη, Ἀθήνα 1997.

© κειμένου: Παναγιώτης Καρώνης 2018, μὲ τὴν ἐπιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος
Ἀπαγορεύεται ἡ ἀναδημοσίευση, ἢ ἀναπαραγωγή, ὁλική, μερικὴ ἢ περιληπτικὴ ἢ κατὰ παράφραση ἢ διασκευή καὶ ἀπόδοση τοῦ περιεχομένου τοῦ παρόντος ἄρθρου μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο, χωρὶς προηγούμενη συνεννόηση μὲ τὸν συγγραφέα του.




Σύγχρονη Εἰρεσιώνη; Τὰ δυὸ παιδάκια στὴν παλιά καὶ ἱστορικὴ τούτη φωτογραφία φέρουν βλαστοφόρο κοντάρι  ποὺ πάνω του ἐκτὸς ἀπὸ βλαστοὺς διακρίνουμε ἀναρτημένα καὶ κουδούνια προβάτων. Τὸ καλάθι μὲ τα ἀβγὰ ποὺ φέρει τὸ δεύτερο παιδάκι εἶναι δῶρα ποὺ τα δυὸ παιδιὰ λαμβάνουν καθὼς γυρνοῦν ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι καὶ λένε κάποιο εὐχηρήριο τραγούδι -πιθανὸν κάλαντα.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου