Τρίτη, 24 Οκτωβρίου 2017

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΝΕΣΤΑΝΗΣ - «Ἀπόψε δὲν κοιμήθηκα»





ΑΠΟΨΕ ΔΕΝ ΚΟΙΜΗΘΗΚΑ
Ἄπόψε μωρὴ πέρδικα ἀπόψε δὲν κοιμήθηκα
γιὲμ καὶ σήμερα νυστάζω, πέρδικά μου δὲ σ' ἀλλάζω
γιατὶ πολὺ μωρὴ πέρδικα, γιατὶ πολὺ κουβέντιασα
γιὲμ μὲ μιὰ γειτονοπούλα, πέρδικα τὰ ξέρεις οὖλα
πὦχει τὰ χεί- μωρὴ πέρδικα πὦχει τὰ χείλι κόκκινο
καὶ τὸ μάγουλο βαμμένο περιστέρι μου χαϊμένο.
κι ἔσκυψα καὶ μωρὴ πέρδικα κι ἔσκυψα καὶ τὰ φίλησα
γιὲμ καὶ βάψε τὸ δικό μου πέδικά μου ὦχ τὸν καημό μου
καὶ στὸ μαντί- μωρὴ πέρδικα καὶ στὸ μαντήλι τό 'συρα,
γιὲμ κι ἐβάψε τὸ μαντήλι ἀπ' τὰ κόκκινά σου χείλη
σὲ ἑφτὰ ποτά- μωρή πέρδιακα σ' ἑφτὰ ποτάμια τό 'λυνα
γιὲμ καὶ τὰ ἑφτὰ ἐβάψαν τὴν καρδούλα μου ἐκάψαν
κ' ἔβαψε ἡ ἄ- μωρὴ πέρδικα, κι ἔβαψε ἡ ἄκρη τοῦ γιαλοῦ
γιὲμ καὶ ἡ ἄκρη τοῦ πελάγου πέρδικά μου θὰ σὲ πάρου
κατέβη ἀητὸς μωρὴ πέρδικα κατέβη ἀητὸς νὰ πιεῖ νερὸ
γιὲμ καὶ βάψαν τὰ φτερά του γιὰ παρηγοριὰ δικιά του
κι ἔβαψε ὁ ἥ- μωρὴ πέρδικα, κι ἔβαψε ὁ ἥλιος ὁ χρυσὸς
γιὲμ καὶ τ' ἀργυρὸ φεγγάρι, πέρδικα ποιὸς θὰ σὲ πάρει.


Οἱ δέκα τελευταῖοι στίχοι τοῦ τραγουδιοῦ ἀπαντιοῦνται καὶ ἀνεξάρτητοι ἢ βρίσκονται παρεμβεβλημένοι σὲ ἄλλα μικρότερα ἐρωτικά κυρίως τραγούδια.
Ὁ Φωριέλ σχολιάζοντας τοὺς στίχους λέει: «...καὶ μία μόνη σταγών αἵματος τῆς ἀτυχοῦς κόρης προσέλαβε τὴν μαγικὴν δύναμιν νὰ βάφη τοὺς ποταμοὺς καὶ τὴν θάλασσαν. Τοιαύτη τις μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ ἦτο ἡ ἰδέα τοῦ ποιητοῦ, ἰδέα βεβαίως παράδοξος και ἐξεζητημένη, ἀλλ' ὅμως ἐνέχουσα πως καὶ βαθύτητα καὶ τόλμην· καί ὐπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην τοὐλάχιστον θὰ ἦτο ἀκαιφνῶς ἑλληνική».
Ο Νικόλαος Πολίτης ὅμως διαφωνεῖ λέγοντας ὅ,τι: «καθ' ἑαυτὸ ἐξεταζόμενο τὸ τεμάχιον, ὡς ἄσμα αὐτοτελὲς καὶ ἄνευ συνάφειας πρὸς ἄλλο ἆσμα, εἶναι φανερόν, ὅτι οὐδὲν ἄλλο εἶναι εἰμὴ εἰκὼν ἐν σχήματι ὑπερβολῆς πρὸς παράστασιν τῆς θαυμασίας ἐρυρότητος τῶν χειλέων τῆς ἀγαπωμένης νεανίδος. Ὑπεβολῆς βεβαίως ἥτις φαίνεται προσήκουσα μᾶλλον εἰς ἀσιανὸν ποιητήν, καὶ ἀλλότρια πρὸς τὴν λιτότητα τῆς δημώδους ἑλληνικής ποιήσεως. [...]».
Τὸ μόνο σίγουρο εἶναι πὼς μιλάμε γιὰ ἕνα ἐξαιρετικὸ ἐρωτικὸ δημοτικὸ τραγούδι ποὺ μὲ τὴ μεταφορὰ τῆς σταγόνας καὶ τῆς δύναμής της νὰ χρωματίσει κόκκινο τὸν κόσμο ὁλόκληρο, παρομοιάζει τὸ πάθος τοῦ ἀφηγητὴ καὶ τὸν ἐρωτικὸ καημό του, ποὺ ἂν καὶ έκλπηρωμένο -κι ἔσκυψα καὶ τὰ φίλησα- δὲ λέει νὰ κωπάσει.



Πληροφορίες τῆς παρούσας ἠχογράφισης:

Video:
Τραγουδάει ὁ Νεστανιώτης Δημήτριος Καρώνης.
Πηγὴ πληροφοριῶν:
ΚΑΡΩΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ, «ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΝΕΣΤΑΝΗΣ», ἐκδόσεις ΤΟ ΔΟΝΤΙ, Πάτρα, 2013.

© Copyright: Παναγιώτης Καρώνης καὶ ἐκδόσεις ΤΟ ΔΟΝΤΙ, μὲ τὴν ἐπιφύλαξη κάθε δικαιώματος.
 

Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

Σόργος (Sorghum) ο σαρωματικός και η καλλιέργειά του στη Νεστάνη, αφιέρωμα




Γενικά περί σόργου
Το σόργο (Sorghum) κατάγεται πιθανότατα από την Αφρική. Με την ονομασία σόργο αναφερόμαστε βέβαια μόνο στους εδώδιμους αμυλούχους καρπούς του. Δηλαδή σόργο ονομάζεται ο καρπός και όχι ολόκληρο το φυτό με τὸν κάλαμό του τα φύλλα του και τους σπερματοφόρους θυσάνους.
Ουσιαστικά και επιστημονικά, το σόργο ανήκει στο γένος των αγγειόσπερμων  μονοκότυλων φυτών της οικογένειας αγρωστώδη ή αγρωστίδες (Graminae) που με τη σειρά τους ανήκουν στην ομάδα των σιτηρών. Όμως το γένος σόργος περιλαμβάνει κάπου 60 περίπου είδη ποωδών φυτών που είναι ιθαγενή των τροπικών και υποτροπικών περιοχών, αν και όλες οι καλλιεργούμενες μορφές σόργου προέρχονται από ένα είδος, το Sorghum bicolor (Σόργος ο δίχρωμος) ή σόργος ο κοινός (Sorghum vulgare), που -όπως είπαμε- κατάγεται πιθανότατα από την Αφρική.
Ο σόργος ο σαρωματικός (S. scoparion) είναι το φυτό με τον ψηλό κάλαμο -μήκους τριών μέτρων- και την πολύκλαδη ταξιανθία με τα ερυθροκίτρινα σπέρματα. Αυτή ακριβώς η ταξιανθία του είναι που χρησιμεύει στο να κατασκευάζονται σάρωθρα, οι γνωστές μας σκούπες. Από αυτή του την χρήση πήρε και την κοινή του ονομασία σκούπα. Έτσι το συναντάμε σαν σκούπα ή σκουπόχορτο.
Αν και δεν είμαστε απολύτως σίγουροι, η καλλιέργεια του Σόργου πρέπει να ξεκίνησε αρχικά από την Αιθιοπία ή από το Σάχελ στην Κεντροδυτική Αφρική πριν από 5.000 χρόνια. Στη συνέχεια, με τις εμπορικές συναλλαγές -κυρίως με πλοία- φαίνεται πως το φυτό έφτασε, αρχικά στην λεκάνη της Μεσογείου, για να συνεχίσει το ταξίδι του στην Ινδία , την Κίνα και την Άπω Ανατολή. Όλα αυτά κάπου μεταξύ του 1500 και 1000 π.Χ. Μέσω του δουλεμπορίου των μαύρων, ο καρπός του σόργου θα φτάσει από την Δυτική Αφρική στο Νέο Κόσμο. Αυτό οφείλεται στο γεγονός πως ο καρπός -ο σόργος- χρησιμοποιούνταν ως τροφή για τους ανθρώπους αυτούς. Αν και η θρεπτική αξία του σόργου αναγνωρίστηκε μόλις το 1930, χρονιά από την οποία άρχισε να καλλιεργείται σε μεγάλες εκτάσεις, για τους δουλεμπόρους αποτελούσε μια φτηνή και εύκολη τροφή για να ταΐζουν με αυτό τους έγχρωμους σκλάβους.

 

Περί σαρώθρου
Το σάρωθρο, που όλοι το γνωρίζουμε σαν σκούπα, δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα ευρύτατης χρήσης εργαλείο καθαρισμού -αν και παλιότερα αποτελούσε και εργαλείο ασβεστώματος. Το συναντάμε σε δυο μορφές, με στειλεό (το γνωστό μας κοντάρι ή στειλιάρι ή σκουπόξυλο) και χωρίς αυτό. Μην λησμονούμε πως το σκουπόξυλο αποτελεί ένα βασικό αξεσουάρ για τις μάγισσες στα παραδοσιακά μας παραμύθια.
Τα σάρωθρα βέβαια μπορεί να κατασκευαστούν -πέρα από τους σπερματοφόρους θυσάνους του σόργου- και από θυσάνους βούρλων, θύμου, καλαμιών, ρυζιού κ.λπ. Οι θύσανοι αφού εμβαπτιστούν σε διάλυμα θειικού χαλκού (τη γνωστή μας γαλαζόπετρα) δένονται σφιχτά στην άκρη -στη βάση τους- με λεπτό σύρμα, έτσι ώστε να γίνουν μια καλή λαβή, και στους θυσάνους, δίνουν το σχήμα βεντάλιας, που συρραφόμενοι σε κοντινά διαστήματα στερεώνονται στο σχήμα αυτό.
Όπως προανέφερα, στη λαβή προσαρμόζεται στειλεός μικρού ή μεγάλου μήκους, γεγονός που αυξάνει και την τιμή της σκούπας.
Οι σκούπες κατασκευάζονται σε διάφορα μεγέθη.
Σήμερα οι κατασκευασμένες από πλαστικό σκούπες, παραμέρισαν την χρήση της παραδοσιακής σκούπας από τον σαρωτικό σόργο. Πέρα βέβαια από τις ηλεκτρικές σκούπες που αποτελούν το βασικό πια όπλο της νοικοκυράς στην καθημερινή της μάχη για την καθαριότητα της οικίας. Αλλά πέρα από τον εκσυγχρονισμό και τις νέες εφευρέσεις, η παραδοσιακή σκούπα αποτελεί για τις αυλές των χωριατόσπιτων τον αναντικατάστατο βοηθό της νοικοκυράς. Είναι δε ένα εξαιρετικό οικολογικό προϊόν, απολύτως ακίνδυνο και απόλυτα ανακυκλώσιμο!

 

Η καλλιέργεια και κατασκευή σκούπας στην Νεστάνη
Όλα τα παραπάνω αποτελούν βέβαια την επιστημονική -τρόπον τινά- αναφορά στο γνωστό μας σκουπόχορτο, που οι Νεστανιώτες και οι Νεστανιώτισσες ονόμαζαν απλά, σκούπα. Φυτό που καλλιεργούσαν συστηματικά, στο Αργόν Πεδίον κατά τους θερινούς μήνες.
Το Αργόν πεδίον, που οι Νεστανιώτες ονομάζουν Κάμπο, αναφέρεται από τον Παυσανία:
ὑπερβαλόντα δὲ ἐς τὴν Μαντινικὴν διὰ τοῦ Ἀρτεμισίου πεδίον ἐκδέξεταί σε Ἀργὸν καλούμενον, καθάπερ γε καὶ ἔστι: τὸ γὰρ ὕδωρ τὸ ἐκ τοῦ θεοῦ κατερχόμενον ἐς αὐτὸ ἐκ τῶν ὀρῶν ἀργὸν εἶναι τὸ πεδίον ποιεῖ, ἐκώλυέ τε οὐδὲν ἂν τὸ πεδίον τοῦτο εἶναι λίμνην, εἰ μὴ τὸ ὕδωρ ἠφανίζετο ἐς χάσμα γῆς. ἀφανισθὲν δὲ ἐνταῦθα ἄνεισι κατὰ τὴν Δίνην: ἔστι δὲ ἡ Δίνη κατὰ τὸ Γενέθλιον καλούμενον τῆς Ἀργολίδος, ὕδωρ γλυκὺ ἐκ θαλάσσης ἀνερχόμενον.1
(Αφού διασχίσει κανείς το Αρτεμίσιο και μπει στο έδαφος της Μαντινείας, τον δέχεται το λεγόμενο Αργόν πεδίον που πραγματικά είναι ότι λέει το όνομά του: το νερό των βροχών κατεβαίνει αυτού από τα βουνά και κάνει την πεδιάδα να μένει ακαλλιέργητη· τίποτε δεν θα εμπόδιζε να γίνει λίμνη η πεδιάδα αυτή, αν δεν καταπίνονταν το νερό σε χάσμα του εδάφους. Το νερό που εξαφανίζεται εδώ πηγαίνει στη θέση Δίνη, η οποία βρίσκεται στο λεγόμενο Γενέθλιο της Αργολίδος και είναι νερό πόσιμο που έχει την πηγή του μέσα στη θάλασσα).2
Δεν έχουμε να προσθέσουμε τίποτε περισσότερο στην υπέροχη περιγραφή που ο σπουδαίος περιηγητής του 2ου μ.Χ. αιώνα μας παραδίδει στο πολύτιμο οδοιπορικό του. Να πούμε πως Αργόν πεδίον λέγεται η μεταξύ του Σάγκα και Νεστάνης μικρή πεδιάδα που τον χειμώνα μένει ακαλλιέργητη, αφού τα νερά που κατεβαίνουν από το όρος Αρτεμίσιο και το Αλίσιο όρος (το Μπαρμπέρι για τους Νεστανιώτες), την κατακλύζουν μετατρέποντάς την σε μικρή λίμνη. Με το πέρας της ανοίξεως, κάπου τον Μάιο, τα νερά αποτραβιούνται από το φυσικό χάσμα της Καταβόθρας που υπάρχει βορειοανατολικά τους Αργού πεδίου, έτσι ο Κάμπος καθίσταται ικανός για καλλιέργεια. Είναι δε λόγω της λάσπης που παραμένει, εξαιρετικά εύφορος.
Πατάτες, καλαμπόκι, ντομάτα, ρεβίθια, φασόλια, και βέβαια σκούπα, είναι μερικά από τα φυτά που οι Νεστανιώτες και οι Νεστανιώτισσες καλλιεργούσαν στο Αργόν πεδίον. Θα έλεγα μάλιστα πως η σκούπα ευδοκιμούσε πάρα πολύ, η καλλιέργειά της δε αποτελούσε μια από τις βασικές ασχολίες των κατοίκων.
Το φυτά σπέρνονταν κάπου στα τέλη Μαΐου, για να σκαλιστούν αρκετές φορές και κάπου στα τέλη Αυγούστου να κοπούν για να μεταφερθούν στο χωριό, στις αυλές των σπιτιών, που είχαν μετατραπεί σε κανονικά εργαστήρια, να ξεφυλλιστούν, να αφαιρεθούν δηλαδή τα φύλλα, να «ξυθούν», να αφαιρεθούν δηλαδή στη συνέχεια οι καρποί και μετά να αποξηρανθούν εκτεθειμένα στον ζεστό ήλιο. Να προσθέσω πως το φυτό δεν το πότιζαν, αν και όταν το χωράφι ήταν αρδεύσιμο, η απόδοση ήταν πολλαπλάσια.
Αφού όλη αυτή η αρκετά δύσκολη, χρονοβόρα και επίπονη διαδικασία είχε ολοκληρωθεί, οι θύσανοι της σκούπας συγκεντρώνοντας και πωλούνταν σε δεμάτια στους ντόπιους σκουπάδες, που στα εργαστήριά τους την μετέτρεπαν στο γνωστό μας σάρωθρο -κοινώς σκούπα. Ο καρπός της χρησιμοποιούνταν, για τροφή των πτηνών, κότες, πάπιες, γαλοπούλες, χήνες περιστέρια, αλλά και των ζώων.
Στη Νεστάνη, χωριό που είχε μια μακραίωνη παράδοση στην καλλιέργεια και κατασκευή σκουπών, είχαν και λειτουργούσαν εργαστήρια κατασκευής σκούπας οι παρακάτω Νεστανιώτες:
Γεώργιος Σπέντσος του Βασιλείου.
Θεοδόσιος Αδαμόπουλος του Επαμεινώνδα.
Κων/νος Μαχαίρας του Προκοπίου.
Γεώργιος Ηλιόπουλος του Βασιλείου.
Κωνσταντίνος Τσιάμπας του Δημητρίου.
Ηλίας Τσιάμπας του Περικλή.
Κων/νος Μπόλος του Δημητρίου.
Παναγιώτης Μποροβήλος [Μπενέκος].
Χρήστος Μποροβήλος.
Νικόλαος Γιαννόπουλος του Δημητρίου.
Σπύρος Μασκαλέρης του Παναγιώτη.
Σήμερα κανένα από τα παραπάνω εργαστήρια δεν λειτουργεί πια. Και βέβαια κανένας δεν καλλιεργεί τον σόργο τον σαρωτικό, την γνωστή μας σκούπα.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΡΩΝΗΣ
Νεστάνη, 22 Αυγούστου 2017


Πηγές

1. Παυσανίας, Ἀρκαδικά, 7. 1-2.
2. Παυσανίας, Ἀρκαδικά, 7. 1-2. μετάφραση Νικ. Δ. Παπαχατζή, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1980.


© κειμένου-φωτογραφιων: Παναγιώτης Καρώνης 2017, μὲ τὴν ἐπιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματος.
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, ή αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική η κατά παράφραση ή διασκευή και απόδοση του περιεχομένου του παρόντος άρθρου με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τον συγγραφέα του.





Παραδοσιακές σκούπες  της Νεστάνης Αρκαδίας.

  Νυκηφόρος Λύτρας, «Κάλαντα», (1872), λάδι σε μουσαμά 90 Χ 59 εκ. Στὴν είσοδο του σπιτιού, δεξιά, διακρίνεται η παραδοσιακή σκούπα.



Τετάρτη, 4 Οκτωβρίου 2017

ΝΕΡΑΝΤΖΟΥΛΑ ΦΟΥΝΤΩΜΕΝΗ - Παραδοσιακό





ΝΕΡΑΝΤΖΟΥΛΑ ΦΟΥΝΤΩΜΕΝΗ

- Νεραντζούλα φουντωμένη, Νεραντζούλα φουντωμένη,
ποῦ εἶναι τ' ἄνθη σου, Νεραντζούλα, ποῦ εἶναι τ' ἄνθη σου.
Ποῦ ' ναι ἡ πρώτη ἐμορφιά σου, ποῦ ' ναι ἡ πρώτη ἐμορφιά σου
καὶ τὰ κάλη σου, Νεραντζούλα, καὶ τὰ κάλλη σου,
- Φύσηξε Βοριᾶς κι ἀέρας, φύσηξε Βοριᾶς κι ἀέρας
καὶ τὰ τίναξε, Νεραντζούλα, καὶ τὰ τίναξε.
Σὲ περικαλῶ Βοριᾶ μου, σὲ περικαλῶ Βοριᾶ μου
φύσα ταπεινᾶ, Νεραντζούλα, φύσα ταπεινᾶ.
Γιὰ ν' ἀράξουν τά καράβια, γιὰ ν' ἀράξουν τά καράβια
τά σπετσιώτικα, Νεραντζούλα, τὰ σπετσιώτικα,
ἔχουν μέσα παλληκάρια, ἔχουν μέσα παλληκάρια
Ἑλληνόπουλα, Νεραντζούλα, Ἐλληνόπουλα.


Πανελλήνια γνωστὸ τραγούδι ποὺ στὴν Πελοπόννησο λέγονταν στὶς γαμήλιες πομπές. Τὸ συναντᾶμε μάλιστα σὲ διάφορες παραλλαγές, ὅπως:
Μώρ μηλιά μου μὲ τὰ μῆλα ποὺ εἶν' τὰ μῆλα σου
ποῦ εἶν' τὰ μῆλα ποῦ εἶν' τὰ φύλλα, ποῦ 'ν οἱ κλώνοι σου;
- Φύσηξε Βοριᾶς καὶ Νότος καὶ μᾶς τά 'ριξε.
Τὸ τραγούδι, ἔτσι ὅπως εἶναι πανελλήνια γνωστό, στοὺς τελειταίους του στίχους, ἀλλοῦ μιλάει γιὰ σπετσιώτικα καράβια καὶ ἀλλοῦ γιὰ ζαγοριανά. Ἂν ἀναρωτιέται κανείς τώρα, τί δουλειά ἔχει τό Ζαγόρι μὲ τὰ καράβια, θὰ προσθέσω καὶ τὴν ἐκδοχὴ ποὺ λέει πώς, δὲν μιλάει γιὰ καράβια ἀλλὰ για καρβάνια (καραβάνια), πράγμα μάλλον ἀπίθανο, μιὰ καὶ ἡ λέξη καραβάνια δὲν ἀπαντᾶται στὰ ἑλληνικὰ δημοτικὰ τραγούδια. Ἁπλᾶ, τὰ καράβια τὰ σπετσιώτικα ἢ τὰ ζαγοριανά, ἢ δὲν ξέρω καὶ γὼ τί ἄλλο, προστίθεται ἀπὸ τὸν ἐκάστοτε ἐρμηνευτὴ προκειμένου νὰ πάρει τὸ τραγούδι «διαβατήριο». Ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ ἔρχονται καὶ παρέρχονται. Αὐτὸ ποὺ μένει εἶναι τοῦτο τὸ ὑπέροχο παραδοσιακὸ ἑλληνικὸ τραγούδι.
Νὰ προσθέσω κλείνοντας πὼς τὸ τραγούδι μετράει πλειάδα καταγραφῶν. Στὸ «Ἐκλογαὶ ἀπὸ τὰ τραγούδια τοῦ Ἐλληνικοῦ λαοῦ» ὁ Πολίτης τὸ κατατάσσει στὰ «Τραγούδια τῆς ξενιτειᾶς» Στὴ ἐκδοχή του Πολίτη μάλιστα τὸ τραγούδι περιέχει καὶ στίχους ποὺ μιλᾶνε γιὰ τὸν πόνο τῆς κόρης ποὺ δὲν βλέπει τὸν καλό της νά 'ρχεται μὲ τὰ καράβια. Συγκεκρημένα προστίθενται οἱ στίχοι:
Γιὰ ν' ἀράξουν τὰ καράβια τὰ σπεστιώτικα
νά 'ρθουν καὶ τὰ παλληκάρια τὰ νησιώτικα.
Ὅλα τά καράβια ἀράξαν κι ὅλα φάνηκαν
κι ὁ λεβέντης ὁ δικός μου δὲν ἐφάνηκε,
καὶ ποιὸς ξέρει σὲ τί κῦμα δέρνει νὰ πνιγῆ;
Καὶ δὲν κλαῖς τὴν ὀμορφιά σου κόρη (ν)ὄμορφη,
μόνο κλαῖς τὸν ταξιδιώτη ποὺ σ' ἀπάριασε,
τάχα ποιάν θανὰ φιλήσει τὰ μεσάνυχτα,
τάχα ποιὰν θεν' ἀγκαλιάσει τὸ ξημέρωμα;


Πληροφορίες τῆς παρούσας ἠχογράφισης:

Ἠχογράφιση: Σωτήριος Τσιάνης, Βυτίνα Ἀρκαδίας 1959.
Τραγουδάει ἡ Γεωργία Ἀποστόλου Πλέσσια.
Ἀπὸ τὸ βιβλιο – cd: Σωτήριος Τσιάνης, Τραγούδια ἀπὸ τὴ Βυτίνα Ἀρκαδίας, ἐπιστημονικὴ ἐπιμέλεια Βασιλικὴ Ι. Χρυσανθοπούλου, Κέντρον Ἐρευνης τῆς Ἑλληνικῆς Λαογραφίας, καὶ Κοινωνικὸ & Πολιτιστικὸ Ἴδρυμα Τρύφωνος Θαλασσινοῦ, Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, Ἀθήνα 1913.
Video: Φωτογραφίες τῶν ἀγαλμάτων Ἀφροδίτη τῆς Μήλου καί Νίκη τῆς Σαμοθράκης ποὺ βρίσκονται σήμερα στὸ Μουσεῖο τοῦ Λούβρου στὸ Παρίσι, καθὼς καὶ φωτογραφίες τῆς κλεμμένης Καρυάτιδας ποὺ σήμερα βρίσκεται στὸ Βρετανικὸ Μουσεῖο στὸ Λονδίνο. Παρεμβάλλονται διάφορες παλιὲς φωτογραφίες γάμου ἀντληθεῖσες ἐκ διαδικτύου. 

© κειμένου: Παναγιώτης Καρώνης 2017, μὲ τὴν ἐπιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματος.