Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

Σόργος (Sorghum) ὁ σαρωματικὸς καὶ ἡ καλλιέργειά του στὴ Νεστάνη, ἀφιέρωμα




Γενικὰ περὶ σόργου
Τὸ σόργο (Sorghum) κατάγεται, πιθανότατα, ἀπὸ τὴν Ἀφρική. Μὲ τὴν ὀνομασία σόργο ἀναφερόμαστε βέβαια μόνο στοὺς ἐδώδιμους ἀμυλούχους καρπούς του. Δηλαδὴ σόργο ὀνομάζεται ὁ καρπὸς καὶ ὄχι ὁλόκληρο τὸ φυτὸ μὲ τὸν κάλαμό του, τὰ φύλλα του καὶ τοὺς σπερματοφόρους θυσάνους.
Οὐσιαστικά, καὶ ἐπιστημονικά, τὸ σόργο ἀνήκει στὸ γένος τῶν ἀγγειόσπερμων  μονοκότυλων φυτῶν τῆς οἰκογενείας ἀγρωστώδηἀγρωστίδες (Graminae) ποὺ μὲ τὴ σειρά τους ἀνήκουν στὴν ὁμάδα τῶν σιτηρῶν. Ὅμως τὸ γένος σόργος περιλαμβάνει κάπου 60 περίπου εἴδη ποωδῶν φυτῶν ποὺ εἶναι ἰθαγενὴ τῶν τροπικῶν καὶ ὑποτροπικών περιοχών, αν και όλες οι καλλιεργούμενες μορφές σόργου προέρχονται ἀπὸ ἕνα εἶδος· τὸ Sorghum bicolor (Σόργος ὁ δίχρωμος) ἢ σόργος ὁ κοινὸς (Sorghum vulgare), ποὺ -ὅπως εἴπαμε- κατάγεται πιθανότατα ἀπὸ τὴν Ἀφρική.
Ὁ σόργος ὁ σαρωματικός (S. scoparion) εἶναι τὸ φυτὸ μὲ τὸν ψηλὸ κάλαμο -μήκους τριῶν μέτρων- καὶ τὴν πολύκλαδη ταξιανθία μὲ τὰ ἐρυθροκίτρινα σπέρματα. Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ταξιανθία του εἶναι ποὺ χρησιμεύει στὸ νὰ κατασκευάζονται σάρωθρα, οἱ γνωστές μας σκοῦπες. Ἀπὸ αὐτή του τὴν χρήση πήρε καὶ τὴν κοινή του ὀνομασία σκούπα. Ἔτσι τὸ συναντᾶμε σὰν σκούπασκουπόχορτο.
Ἂν καὶ δὲν εἴμαστε ἀπολύτως σίγουροι, ἡ καλλιέργεια τοῦ Σόργου πρέπει νὰ ξεκίνησε, ἀρχικά, ἀπὸ τὴν Αἰθιοπία ἢ ἀπὸ τὸ Σάχελ στὴν Κεντροδυτικὴ Ἀφρικὴ πρὶν ἀπὸ 5.000 χρόνια. Στὴ συνέχεια, μὲ τὶς ἐμπορικὲς συναλλαγές -κυρίως μὲ πλοῖα- φαίνεται πὼς τὸ φυτὸ ΄εφτασε, ἀρχικά, στὴν λεκάνη τῆς Μεσογείου, γιὰ νὰ συνεχίσει τὸ ταξίδι του στὴν Ἰνδία , τὴν Κίνα καὶ τὴν Ἄπω Ἀνατολή. Ὅλα αὐτά, κάπου μεταξὺ τοῦ 1500 καὶ 1000 π.Χ. Μέσῳ τοῦ δουλεμπορίου τῶν μαύρων, ὁ καρπὸς τοῦ σόργου θὰ φτάσει ἀπὸ τὴν Δυτικὴ Ἀφρικὴ στὸ Νέο Κόσμο. Αὐτὸ ὀφείλεται στὸ γεγονὸς πὼς ὁ καρπός -ὁ σόργος- χρησιμοποιοῦνταν ὡς τροφὴ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς. Ἂν καὶ ἡ θρεπτικὴ ἀξία τοῦ σόργου ἀναγνωρίστηκε μόλις τὸ 1930, χρονιὰ ἀπὸ τὴν ὁποία ἄρχισε νὰ καλλιεργεῖται σὲ μεγάλες ἐκτάσεις, γιὰ τοὺς δουλεμπόρους ἀποτελοῦσε μιὰ φτηνὴ καὶ εὔκολη τροφὴ γιὰ νὰ ταΐζουν μὲ αὐτὸ τοὺς ἔγχρωμους σκλάβους.

 

Περὶ σαρώθρου
Τὸ σάρωθρο, ποὺ ὅλοι τὸ γνωρίζουμε σὰν σκούπα, δὲν εἶναι τίποτα περισσότερο ἀπὸ ἕνα εὐρύτατης χρήσης ἐργαλεῖο καθαρισμοῦ -ἂν καὶ παλιότερα ἀποτελοῦσε καὶ ἐργαλεῖο ἀσβεστώματος. Τὸ συναντᾶμε σὲ δύο μορφές, μὲ στειλεὸ (τὸ γνωστό μας κοντάρι ἢ στειλιάρι ἢ σκουπόξυλο) καὶ χωρὶς αὐτό. Μὴν λησμονοῦμε πὼς τὸ σκουπόξυλο ἀποτελεῖ ἕνα βασικὸ «αξεσουὰρ» γιὰ τὶς μάγισσες στὰ παραδοσιακά μας παραμύθια.
Τὰ σάρωθρα βέβαια μπορεῖ νὰ κατασκευαστοῦν -πέρα ἀπὸ τοὺς σπερματοφόρους θυσάνους τοῦ σόργου- καὶ ἀπὸ θυσάνους βούρλων, θύμου, καλαμιῶν, ρυζιοῦ κ.λπ. Οἱ θύσανοι ἀφοῦ ἐμβαπτιστοῦν σὲ διάλυμα θειικοῦ χαλκοῦ (τὴ γνωστή μας γαλαζόπετρα), δένονται σφιχτὰ στὴν ἄκρη -στὴ βάση τους- μὲ λεπτὸ σύρμα, ἔτσι ὥστε νὰ γίνουν μιὰ καλὴ λαβή, καὶ στοὺς θυσάνους, δίνουν τὸ σχῆμα βεντάλιας, ποὺ συρραφόμενοι σὲ κοντινὰ διαστήματα στερεώνονται στὸ σχῆμα αὐτό.
Ὅπως προαναφέραμε, στὴ λαβὴ προσαρμόζεται στειλεὸς μικροῦ ἢ μεγάλου μήκους, γεγονὸς ποὺ αὐξάνει καὶ τὴν τιμή της σκούπας. Οἱ σκοῦπες κατασκευάζονται σὲ διάφορα μεγέθη.
Σήμερα οἱ κατασκευασμένες ἀπὸ πλαστικὸ σκοῦπες, παραμέρισαν τὴν χρήση τῆς παραδοσιακῆς σκούπας άπὸ τὸν σαρωτικὸ σόργο. Πέρα βέβαια ἀπὸ τὶς ἠλεκτρικὲς σκοῦπες ποὺ ἀποτελοῦν τὸ βασικὸ πιὰ «ὄπλο» τῆς νοικοκυρὰς στὴν καθημερινή της μάχη γιὰ τὴν καθαριότητα τῆς οἰκίας. Ἀλλὰ πέρα ἀπὸ τὸν ἐκσυγχρονισμὸ καὶ τὶς νέες ἐφευρέσεις, ἡ παραδοσιακὴ σκούπα ἀποτελεῖ γιὰ τὶς αὐλὲς τῶν χωριατόσπιτων τὸν ἀναντικατάστατο βοηθὸ τῆς νοικοκυρᾶς. Εἶναι δὲ ἕνα ἐξαιρετικὸ οἰκολογικό προϊόν,ἀαπολύτως ἀκίνδυνο καὶ ἀπόλυτα ἀνακυκλώσιμο!

 

Ἡ καλλιέργεια καὶ κατασκευή σκούπας στὴ Νεστάνη
Ὅλα τὰ παραπάνω ἀποτελοῦν, βέβαια, τὴν ἐπιστημονική -τρόπον τινά- ἀναφορὰ στὸ γνωστό μας σκουπόχορτο, ποὺ οἱ Νεστανιῶτες καὶ οἱ Νεστανιώτισσες ὀνόμαζαν ἁπλά, σκούπα. Φυτὸ ποὺ καλλιεργοῦσαν συστηματικά, στὸ Αργὸν Πεδίον κατὰ τοὺς θερινοὺς μῆνες, ὅταν τὰ νερὰ ποὺ συγκεντρώνοντας στὸ πεδίο ἀποστράγγιζαν μέσῳ τὴς Καταβόθρας.
Τὸ Ἀργὸν πεδίον, ποὺ οἱ Νεστανιῶτες/τισσες ἀποκαλοῦν Κάμπο, ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Παυσανία:
ὑπερβαλόντα δὲ ἐς τὴν Μαντινικὴν διὰ τοῦ Ἀρτεμισίου πεδίον ἐκδέξεταί σε Ἀργὸν καλούμενον, καθάπερ γε καὶ ἔστι: τὸ γὰρ ὕδωρ τὸ ἐκ τοῦ θεοῦ κατερχόμενον ἐς αὐτὸ ἐκ τῶν ὀρῶν ἀργὸν εἶναι τὸ πεδίον ποιεῖ, ἐκώλυέ τε οὐδὲν ἂν τὸ πεδίον τοῦτο εἶναι λίμνην, εἰ μὴ τὸ ὕδωρ ἠφανίζετο ἐς χάσμα γῆς. ἀφανισθὲν δὲ ἐνταῦθα ἄνεισι κατὰ τὴν Δίνην: ἔστι δὲ ἡ Δίνη κατὰ τὸ Γενέθλιον καλούμενον τῆς Ἀργολίδος, ὕδωρ γλυκὺ ἐκ θαλάσσης ἀνερχόμενον.1
(Ἀφοῦ διασχίσει κανεὶς τὸ Ἀρτεμίσιο καὶ μπεῖ στὸ ἔδαφος τῆς Μαντινείας, τὸν δέχεται τὸ λεγόμενο Ἀργὸν πεδίον ποὺ πραγματικὰ εἶναι ὅτι λέει τὸ ὄνομά του: τὸ νερὸ τῶν βροχῶν κατεβαίνει αὐτοῦ ἀπὸ τὰ βουνὰ καὶ κάνει τὴν πεδιάδα νὰ μένει ἀκαλλιέργητη· τίποτε δὲν θὰ ἐμπόδιζε νὰ γίνει λίμνη ἡ πεδιάδα αὐτή, ἂν δὲν καταπίνονταν τὸ νερὸ σὲ χάσμα τοῦ ἐδάφους. Τὸ νερὸ ποὺ ἐξαφανίζεται ἐδῶ πηγαίνει στὴ θέση Δίνη, ἡ ὁποία βρίσκεται στὸ λεγόμενο Γενέθλιο τῆς Ἀργολίδος καὶ εἶναι νερὸ πόσιμο ποὺ ἔχει τὴν πηγή του μέσα στὴ θάλασσα).2
Δὲν ἔχουμε νὰ προσθέσουμε τίποτε περισσότερο στὴν ὑπέροχη περιγραφὴ ποὺ ὁ σπουδαῖος περιηγητὴς τοῦ 2ου μ.Χ. αἰώνα μᾶς παραδίδει στὸ πολύτιμο ὁδοιπορικό του. Νὰ ποῦμε πὼς Ἀργὸν πεδίον καλεῖται ἡ μεταξὺ τοῦ Σάγκα καὶ Νεστάνης μικρὴ πεδιάδα ποὺ τὸν χειμώνα μένει ἀκαλλιέργητη, ἀφοῦ τὰ νερά ποὺ κατεβαίνουν ἀπὸ τὸ ὄρος Ἀρτεμίσιο καὶ τὸ Ἀλίσιο ὄρος (τὸ Μπαρμπέρι γιὰ τοὺς Νεστανιῶτες), τὴν κατακλύζουν μετατρέποντάς την σὲ μικρὴ λίμνη. Μὲ τὸ πέρας τῆς ἀνοίξεως, κάπου τὸν Μάιο, τὰ νερὰ αποτραβιοῦνται ἀπὸ τὸ φυσικὸ χάσμα τῆς Καταβόθρας ποὺ ὑπάρχει βορειοανατολικὰ τοῦ Ἀργοῦ πεδίου, στὰ ριζὰ τοῦ λόφου τῆς Πανηγυρίστρας, ἔτσι ὁ Κάμπος καθίσταται ἰκανὸς γιὰ καλλιέργεια. Εἶναι δὲ λόγῳ τῆς λάσπης ποὺ παραμένει, ἐξαιρετικά εὔφορος.
Πατάτες, καλαμπόκι, ντομάτα, ρεβίθια, φασόλια, λαθούρι και βέβαια σκούπα, εἶναι μερικὰ ἀπὸ τὰ φυτὰ ποὺ οἱ Νεστανιῶτες καὶ οἱ Νεστανιώτισσες καλλιεργοῦσαν στὸ Ἀργὸν πεδίον. Θὰ ἔλεγα μάλιστα πὼς ἡ σκούπα εὐδοκιμοῦσε πάρα πολύ, ἡ καλλιέργειά της δὲ ἀποτελοῦσε μιὰ ἀπὸ τὶς βασικὲς ἀσχολίες τῶν κατοίκων.
Τὰ φυτὰ σπέρνονταν κάπου στὰ τέλη Μαΐου, γιὰ νὰ σκαλιστοῦν ἀρκετὲς φορὲς καὶ κάπου στὰ τέλη Αὐγούστου νὰ κοπούν γιὰ νὰ μεταφερθοῦν στὸ χωριό, στὶς αὐλὲς τῶν σπιτιῶν, ποὺ εἶχαν μετατραπεῖ σὲ κανονικὰ ἐργαστήρια, νὰ ξεφυλλιστοῦν, νὰ ἀφαιρεθοῦν δηλαδὴ τὰ φύλλα, νὰ «ξυθοῦν», νὰ ἀφαιρεθοῦν δηλαδὴ στὴ συνέχεια οἱ καρποὶ καὶ μετὰ νὰ αποξηρανθοῦν ἐκτεθειμένα στὸν ζεστὸ καλοκαιρινὸ ἥλιο. Νὰ προσθέσω πὼς τὸ φυτὸ δὲν τὸ πότιζαν, ἂν καὶ ὅταν τὸ χωράφι ἦταν ἀρδεύσιμο, ἡ ἀπόδοσή του ἦταν πολλαπλάσια.
Ἀφοῦ ὅλη αὐτὴ ἡ ἀρκετὰ δύσκολη, χρονοβόρα καὶ ἐπίπονη διαδικασία εἶχε ὁλοκληρωθεῖ, οἱ θύσανοι τῆς σκούπας συγκεντρώνονταν, δένονταν δεμάτια, καὶ πωλοῦνταν στοὺς ντόπιους σκουπάδες, ποὺ στὰ ἐργαστήριά τους τὴν μετέτρεπαν στὸ γνωστό μας σάρωθρο -κοινὼς σκούπα. Ὁ καρπός της χρησιμοποιοῦνταν, γιὰ τροφὴ τῶν πτηνῶν, κότες, πάπιες, γαλοπούλες, χήνες περιστέρια, ἀλλὰ καὶ ἄλλων ζώων, ὅπως οἱ χοίροι.
Στὴ Νεστάνη, χωριὸ ποὺ εἶχε μιὰ μακραίωνη παράδοση στὴν καλλιέργεια καὶ κατασκευὴ σκουπῶν, εἶχαν καὶ λειτουργοῦσαν ἐργαστήρια κατασκευῆς σκούπας οἱ παρακάτω Νεστανιῶτες:
Γεώργιος Σπέντσος τοῦ Βασιλείου.
Θεοδόσιος Αδαμόπουλος τοῦ Ἐπαμεινώνδα.
Κων/νος Μαχαίρας τοῦ Προκοπίου.
Γεώργιος Ἠλιόπουλος τοῦ Βασιλείου.
Κωνσταντῖνος Τσιάμπας τοῦ Δημητρίου.
Ἠλίας Τσιάμπας τοῦ Περικλῆ.
Κωνσταντῖνος Μπόλος τοῦ Δημητρίου.
Παναγιώτης Μποροβήλος [Μπενέκος].
Χρήστος Μποροβήλος.
Νικόλαος Γιαννόπουλος τοῦ Δημητρίου.
Σπύρος Μασκαλέρης τοῦ Παναγιώτη.
Σήμερα κανένα ἀπὸ τὰ παραπάνω ἐργαστήρια δὲν λειτουργεῖ πιά. Καὶ βέβαια κανένας δὲν καλλιεργεῖ τὸν σόργο τὸν σαρωτικό, τὴ γνωστή μας σκούπα.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΡΩΝΗΣ
Νεστάνη, 22 Αὐγούστου 2017


Πηγές

1. Παυσανίας, Ἀρκαδικά, 7. 1-2.
2. Παυσανίας, Ἀρκαδικά, 7. 1-2. μετάφραση Νικ. Δ. Παπαχατζής, Ἐκδοτική Αθηνῶν, Ἀθήνα 1980.


© κειμένου-φωτογραφιων: Παναγιώτης Καρώνης 2017, μὲ τὴν ἐπιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματος.

Ἀπαγορεύεται ἡ ἀναδημοσίευση, ἡ αναπαραγωγή, ὁλική, μερικὴ ἢ περιληπτικὴ ἢ κατὰ παράφραση ἥ διασκευὴ καὶ ἀπόδοση τοῦ περιεχομένου τοῦ παρόντος ἄρθρου μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο, χωρὶς προηγούμενη συνεννόηση μὲ τὸν συγγραφέα του.





Παραδοσιακὲς σκοῦπες  τῆς Νεστάνης Ἀρκαδίας.

  Νυκηφόρος Λύτρας, «Κάλαντα», (1872), λάδι σὲ μουσαμά, 90 Χ 59 ἑκ. Στὴν εἴσοδο τοῦ σπιτιοῦ, δεξιά, διακρίνεται ἀκουμπησμένη ἡ παραδοσιακὴ σκούπα.



1 σχόλιο: