Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2020

ΙΩΣΗΦ ΑΝΔΡΟΥΣΗΣ (Ἰωάννης Καρώνης τοῦ Νικολάου), 1770-1844

 

 

Φωτογραφία ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰεζεκὴλ  Βελανιδιώτης, Ἰωσήφ ὁ Ἀνδρούσης, Ἀθῆναι 1906.



Ἰωφὴφ Ἀνδρούσης [Ἰωάννης Καρώνης τοῦ Νικολάου] - Ἀφιέρωμα

(τοῦ Παναγιώτη Καρώνη)

Ἡ Ἑλλάς, ἥτις ἐκπηδᾶ ἀπὸ τὸ χάος τῶν αἰώνων εἰς τὴν ἀρχαίαν της λαμπρότητα, καταγίνεται εἰς ἀνέγερσιν σχολείων διὰ νὰ ἁναστήσῃ τοὺς Πλάτωνας καὶ Λυκούργους, καὶ στοχάζομαι ἐντεῦθεν πρέπει ν᾿ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὴν περιποίησιν τῶν διδασκάλων. Διὰ νὰ δώσῃ ψυχὴν εἰς τοὺς ἰδίους νὰ ἐπιμελῶνται καὶ παράδειγμα καὶ ἄμιλλαν στοὺς νέους, διὰ νὰ μὴν ἀπαυδῶσι βλέποντες τοὺς ἰδίους των διδασκάλους δυστυχεῖς καὶ ἀδικουμένους.

Ἰωφὴφ Ἀνδρούσης

Προλεγόμενα

Μὲ τοῦτον τὸν σπουδαῖο ἄνθρωπο μᾶς συνδέουν ἐκτὸς ἀπὸ δεσμοὶ πατριωτικοὶ καὶ δεσμοὶ αματος ἀφοῦ ὑπῆρξε πρόγονός μας. Τὸ πραγματικό του ὄνομα ἦταν Ἰωάννης Καρώνης,1 και ἦταν γιὸς τοῦ Νεστανιώτη Νικολάου Καρώνη καὶ τῆς Νεστανιώτισσας Παναγούλας Καρώνη γεννημένος στὴ Νεστάνη Ἀρκαδίας ποὺ τότε ἔφερε ἀκόμα τὸ μεσαιωνικὸ ὄνομα Τσιπιανά. Νὰ προσθέσουμε πὼς πὸ τὴν ἔρευνά μας διαπιστώνουμε πὼς τὸ ἐπώνυμο Καρώνης ὑπάρχει στὴ Νεστάνη πρὶν ἀπὸ τὸ 1536 μ.Χ. φοῦ τὸ συναντμε σὲ πληθώρα ἐγγράφων.

Καὶ χρέος προσωπικὸ λοιπὸν ἡ ἐνασχόλησή μας μὲ τοῦτον τὸν πρόγονό μας ποὺ τυχαίνει νὰ εἶναι καὶ ἕνας σπουδαῖος Ἀγωνιστὴς λλὰ καὶ Ἀνθρωπιστής· μιὰ κορυφαία ἱεραρχικὴ μορφὴ τῆς Ἐθνικῆς παλιγγενεσίας καὶ μιὰ πὸ τὶς εὐγενέστερες κα μαρτυρικὲς προσωπικότητες. νας ἀγωνιστὴς ποὺ μὲ τὶς ἴδιες τὶς πράξεις του ἔδωσε τὸ παρὸν στὸν Ἀγώνα τοῦ 1821 λλὰ καὶ μὲ τὴν πένα του καὶ τὶς διοικητικές του ἱκανότητες βοήθησε τὸ νεογέννητο κράτος.

Γιὰ τὸ φιέρωμά μας ἀντλήσαμε στοιχεῖα κυρίως ἀπὸ τὸν τόμο τοῦ Ἀθανασίου Φιλ. Παπαγιάννη Μαντινειακὰ μοναστήρια – Ἡ συμβολή τους στὸν Ἀπελευθερωτικὸ Ἀγώνα τοῦ 1821 καὶ ὁ Ἰωσὴφ Ἀνδρούσας, ἀλλὰ καὶ πὸ ἄλλες πηγὲς τὶς ὁποῖες, ὁ ναγνώστης ποὺ θέλει νὰ μελετήσει διεξοδικότερα τὸ θέμα, μπορεῖ νὰ δεῖ στὴν ἀναλυτικὴ βιβλιογραφία ποὺ παραθέτουμε στὸ τέλος τοῦ φιερώματός μας.

Ἀλλὰ ἂς ξεκινήσουμε νὰ σκιτσάρουμε σιγὰ-σιγὰ τὸ πορτρέτο τούτου τοῦ σπουδαίου Νεστανιώτη.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΡΩΝΗΣ

Νεστάνη, Αὔγουστος τοῦ 2020




Ἰωφὴφ Ἀνδρούσης (Ἰωάννης Καρώνης τοῦ Νικολάου)

Ἡ γέννηση τοῦ Ἰωσὴφ Ἀνδρούσης διχάζει2 τοὺς βιογράφους του ἀφοῦ ἄλλοι ὑποστηρίζουν πὼς γενήθηκε στὴν Τριπολιτσὰ τὸ 1770, καὶ ἄλλοι στὴ Νεστάνη ποὺ τότε ἔφερε τὴ μεσαιωνική της ὀνομάσία Τσιπιανά. Γεγονὸς ἀναμφισβήτητο εἶναι πὼς τὸ πραγματικὸ του ὄνομα ἦταν Ἰωάννης Καρώνης.3 Ὁ πατέρας του Νικόλαος Καρώνης ἦταν Νεστανιώτης καθὼς καὶ ἡ μητέρα του ποὺ ὀνομαζόταν Παναγούλα. Ὅταν ἔγινε ἐπίσκοπος Ἀνδρούσας ὁ Ἰωάννης πῆρε τὸ ὄνομα Ἰωσὴφ καὶ γιὰ ἐπώνυμο, τόσο αὐτὸς ὅσο καὶ τὰ ἀδέλφια του, πῆραν τὸ Νικολάου, (ὡς γιοὶ Νικολάου) ντὶ τοῦ μέχρι τότε Καρώνης.

Ὁ μικρὸς Ἰωσὴφ σπούδασε στὴν περιώνυμη καὶ φημισμένη σχολὴ τῆς Δημητσάνας γιὰ ἐννέα χρόνια. Ὑπῆρξε ἕνας ἐξαιρετικὸς μαθητὴς καὶ πολὺ ἀπέδωσε στὶς σπουδές του, καὶ πραγματικὰ τὸ ὁμηρικὸ «αἰὲν ἀριστεύειν καὶ υπείροχον ἔμμεναι ἄλλων, μηδὲ γένος πατέρων αἰσχυνέμεν»,4βρησκε στόν μαθητἸωάννη Καρώνη τὴν ἀπόλυτη ἐφαρμογή του.

Μτὸ πέρας τῆς ἀποφοίτησής του δίδαξε στὸ σχολεῖο ποὺ ἱδρύθηκε κοντὰ στοὺς ταξιάρχες τῆς Τριπολιτσᾶς καὶ ἐν συνεχείᾳ στὰ Δολιανά. Τὸ 1792 πῆγε στὴ μονὴ Γοργοεπηκόου «στὴν ὁποία ”κείρεται” μοναχὸς καὶ λαμβάνει τὸ ὄνομα Ἰωσήφ». Ἐν συνεχείᾳ χειροτονήθηκε διάκος ἀπὸ τὸ μητροπολίτη Ἀμυκλῶν Νικηφόρο Κουγιᾶ καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴν Τριπολιτσά. Τὸ 1806 ἐπιλέχθηκε ἐπίσκοπος Ἀνδρούσας Μεσσηνίας καὶ στὴ συνέχεια ἔλαβε ἐντολὴ «Συνοδικοῖς γράμμασι» καὶ «Φερμανίοις τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους», νὰ περιοδεύσει τὴν Πελοπόννησο καὶ νὰ διδάξει τὸ λαό. Γιὰ τὴν ἐπιτυχία σὲ αὐτή του τὴν ἀποστολὴ «Περιεβλήθῃ» μὲ πολλὰ ἀξιώματα ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο.

μως ἡ σημαντικὴ προσφορὰ τοῦ Ἰωσὴφ Ἀνδρούσης ἔγκειται στὴ βοήθειά του στὸν Ἐθνικοαπελευθερωτικὸ Ἀγώνα τῶν Ἑλλήνων ἐναντίων τοῦ Τούρκου κατακτητῆ ποὺ ἄρχισε τὸ 1821. Ἔτσι ὁ Ἰωσὴφ Ἀνδρούσας κατηχήθηκε στὴν Φιλικὴ Ἑταιρεία τὸ 1820 ἀπὸ τὸν ἀδελφό του ἀλλὰ καὶ πὸ τὸν ἰατρὸ τῆς Καλαμάτας Κορνίλιο. Ἐξελίχθη δὲ στὸν σπουδαιότερο παράγοντα τῆς διαδόσεως τῶν σκοπῶν τῆς Ἑταιρείας καὶ στὸν ἐπισημότερο κατηχητῆ της. Συγκεκριμένα, προσέλκυσε μὲ τὴν ἐπιβλήτικότητά του νέους καὶ πολλοὺς προσήλυτους, ἔτσι ποὺ ἡ Ἑταιρεία διαδόθηκε σὲ ὅλη τὴν Πελοπόννησο καὶ ἄρχισαν οἱ προετοιμασίες. Ἀναδείχτηκε βέβαια ὡς ὁ κυκξριότερος παράγοντας καὶ ἐκπρόσωπος τῆς Ἑταιρείας στὴν Μεσσηνία.

Ἡ κεντρικὴ Τούρκικη διοίκηση πληροφορούμενη τὶς κινήσεις των Ἑλλήνων ἄρχισε νὰ ἀνησυχεῖ. Τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1821 ὁ Καϊμακτάρης τῆς Ντροπολιτσᾶς Σαλήμ, ἔστειλε διερμηνέα του στὸν περιοδεύοντα μητροπολίτη Τριπολιτσᾶς Δανιὴλ μὲ μήνυμα ποὺ τοῦ γνωστοποιοῦσε ὅτι εἶναι άναγαῖο νὰ προσκληθοῦν ὅλοι οἱ Προεστῶτες τῆς Πελοποννήσου στὴν Τριπολιτσά. Φίλοι καὶ γνωστοί, ὑποψιαζόμενοι τὶς προθέσεις τῶν Τούρκων, παρακινοῦσαν τὸν Ἰωσὴφ νὰ μὴν πάει, ἀλλὰ ἐκεῖνος ὑποστήρισε πώς: «ἂς τρέξωμεν ἡμεῖς νὰ κλείσωμεν τὸ ὄμματα τῶν ὀθωμανῶν, ἕως οὗ ἐνδυναμώσωσι στρατιωτικῶς οἱ ἡμέτεροι ἂν δὲ καὶ μᾶς θανατώσωσι, γενηθήτῳ τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, θανατούμεθα ὀλίγοι καὶ τὸ ἔθνος σώζεται». Τελικὰ συγκεντρώθηκαν στὴν Τριπολιτσὰ 9 ἀρχιερεῖς μὲ τοὺς Ἀρχιδιακόνους καθὼς καὶ οἱ προστῶτες καὶ οἱ προύχοντες τοῦ Μοριᾶ. Μεταξὺ αὐτῶν καὶ ὁ Ἰωσὴφ Ἀνδρούσης. Ὅλοι τους συνελήθησαν καὶ κρατήθηκαν ὡς ὅμηροι στὸ Σεράγιον.

Ὁ Ἀνδρούσης θὰ παραμείνει ὅμηρος γιὰ ἑπτὰ μῆνες κα ὑπέστη «τὰ πάνδεινα κατὰ τὴν ἑπτάμηνον φυλάκισίν του εἰς τὸ Σεράγιον». Ἀπὸ τὶς κακουχίες, τὰ βασανιστήρια καὶ τὴν ἀσιτία πέθαναν 5 μητροπολίτες κι ἐπέζησαν οἱ Ἰωσὴφ Ἀνδρούσης, ὁ Κορίνθου Κύριλλος καὶ ὁ Άμυκλῶν Δανιήλ. Ὁ Σ. Τρικούπης ἀναφερόμενος στὶς συνθῆκες κράτησής τους γράφει:

Σκοτεινὸν καὶ ζοφῶδες ὑπόγειον ἐχρησίμευεν ὡς φυλακὴ τῶν ἀρχόντων τοῦ Μορέως. Περιθέντες αὐτοῖς ἁλύσεις εἰς τὰς χεῖρας καὶ σιδήρους περιαυχενίους κρίκους περὶ τὸν τράχηλον βάρους 300 ὀκάδων. Ἰλιγγιᾷ ὁ ἀναγιγνώσκων τὰς βασάνους καὶ τὰ μαρτύρια ἃ ὑπέστησαν οἱ Πρωταθληταὶ αὐτοὶ τῆς Ἐθνικῆς παλιγγενεσίας. Ἐπὶ πενταμήνου ἐν ταῖς ἀνηλίοις εἰρκταῖς παρέμενον ἁλυσόδετοι καὶ ἐν ἀκινησίᾳ ἐκ τοῦ βάρους τῶν δεσμῶν πάντες κατὰ γραμμὴν δεδεμένοι ἐντὸς μικροῦ δωματίου, μὴ δυνάμενοι οὐδὲ τὰς φυσικὰς αὐτῶν χρείας νὰ ἐκπληρώσουσιν.5

Ὅταν ἀφέθη ἐλεύθερος ἔλαβε ἐνεργὸ μέρος εἰς τὸν Ἀγώνα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Στὶς 27 Δεκεμβρίου τοῦ 1821 ἐξελέγη ἀπὸ τὴν Α᾿ Ἐθνοσυνέλευση τῆς Ἐπιδαύρου, γιὰ τὶς διοικητικὲς του ἱκανότητες, μέλος τῆς Εἰκοσαμελοῦς Ἐθνικῆς Βουλῆς. Ἀπὸ τὴν ποσωρινὴ διοίκηση τῆς Ἑλλάδος διορίσθηκε Μινίστρος (Ὑπουργὸς) τῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων (τῆς Θρησκείας ἢ Λατρείας).6 Τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1822 διορίσθηκε καὶ Μινίστρος τῆς Δικαιοσύνης (τοῦ Δικαίου)7 καὶ παρέμεινε στὴ θέση αὐτὴ ἕως κα τ 1825. Ὁ Ἰωσὴφ Ἀνδρούσης ἦταν ὁ πρῶτος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων τῆς ἐπαναστατημένης καὶ ἀργότερα ἐλεύθερης Ἑλλάδας· παρέμεινε δὲ στὴ θέση αὐτὴ ἀναλαμβάνοντας τὸ πραγματικὰ δύσκολο αὐτὸ ἔργο πὸ τὸ 1822 ἕως τὸ 1833. Ἀξίζει νὰ προσθέσουμε πώς, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἀδελφός του: δν λαβεν ες ντιμισθίαν οδὲ λεπτόν, πληρώνων τος μισθοὺς τν παλλήλων του ἀπὸ τν πτωχὴν περιουσίαν μο το αταδέλφου του.8

νέλαβε ἀνώτατος Ἐκκλησιαστικὸς Ἀρχηγὸς τῆς Ἐπανάστατημένης Ἑλλάδας, ὅταν τὰ πράγματα βρίσκονταν σὲ ἀναταραχὴ καὶ καμιὰ τάξη καὶ ὀργάνωση δὲν ὑπῆρχε. Ὁ Ἰωσὴφ Ἀνδρούσης στὶς 5 Ἀπριλίου τοῦ 1822 διακήρυξε τὴ χορηγία τῶν ἀργυρῶν καὶ χρυσῶν σκευῶν τῶν μονῶν καὶ τῶν ἐκκλησιῶν γιὰ τὸν Ἀγώνα9 καὶ διετέλεσε μέλος τῆς Ἐπιοτροπῆς «εἰς ἀνάκρισιν τοῦ Ὀργανικοῦ καὶ τῶν καθεστώτων νόμων».

Κατὰ τὴν εἰσβολὴ τοῦ Δράμαλη στὴν Πελοπόννησο, καὶ ἐνῷ ἦταν Ὑπουργὸς ἀπεύθυνε ἀπαράμιλλη παραίνεση πρὸς τοὺς Ἕλληνες «ἵνα ἐν συμπνοία ἀντιμετωπίσουν τὸν ἐχθρό». Ἀγωνίστηκε μάλιστα ἐναντίον τοῦ Ἰμπραὴμ καὶ τῶν ὀρδῶν του ποὺ κατέφθασαν στὰ παράλια τῆς νότιας Πελοποννήσου, ἀφοῦ ἀποσύρθηκε ἀπὸ τὴ διοίκηση. Ὁ Ἰμπραὴμ μετὰ τὴ μάχη στὸ Μανιάκη καὶ τὸ ἡρωικὸ πέσιμο τοῦ Παπαφλέσσα, ζήτησε τὸ κεφάλι τοῦ Ἰωσὴφ προσφέροντας μάλιστα γενναία ἀμοιβή. Ἔτσι ὁ Ἰωσὴφ κατέφυγε στὴ Μονὴ τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων τῆς Ἐρμιόνης.

Ἰωσὴφ Ἀνδρούσης τραυματίστηκε μάλιστα πολλὲς φορὲς κατὰ τὴν προσπάθεια ἀπόκρουσης τῶν στρατευμάτων τοῦ Ἰμπραήμ. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Ἐθνοσυνέλευσης τῆς Τροιζήνας ἔλαβε μέρος σὲ αὐτὴν και ἀγωνίσθηκε θαρραλέα προκειμένου νὰ συντάξει τὸν Ἐθνικὸ Ἐκκλησιαστικὸ Κανονισμό. Συνεργάσθηκε ἐπίσης μὲ τὸν Καποδίστρια, ἐκφώνησε μάλιστα καὶ τὸν ἐπικείδιό του, καὶ μεσολάβησε στὴν ἀντιβασιλεία γιὰ τὴ διάσωση τῶν καταδικασμένων ἀγωνιστῶν· τοῦ Κολοκοτρώνη καὶ τοῦ Πλαπούτα.

Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκδουλεύσεως τὸν κατέταξε στου στρατηγοὺς καὶ τιμήθηκε μὲ τὸ Ἀριστεῖο τοῦ Ἀγώνα καὶ τὸν ἀργυρὸ καὶ χρυσὸ Σταυρὸ τοῦ Ταξιάρχη καὶ Ἀνωτέρου Ταξιάρχη. Τὸ 1839 διετέλεσε μέλος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆ Ἑλλάδος.

Συνέγραψε ἐπίσης «Ἀπομνημονεύματα» τὰ ὁποῖα, ἂν καὶ ἠμιτελῆ, ἐκδόθηκαν μίλις τὸ 1966, ἀφοῦ ἕως τότε ἀγνοούσαμε τὴν ὕπαρξή τους. Σὲ αὐτὰ κάνει ἀναφορὰ μόνο στὴ φυλάκισή του καὶ στὰ πολεμικὰ γεγονότα μέχρι τὴν ἅλωση τῆς Τριπολιτσᾶς, ἀφήνοντας ἀπ᾿ ἔξω τὰ παιδικὰ καὶ ἐφηβικά του χρόνια. Παρ᾿ ὅλ᾿ αὐτὰ τὸ ἀμερόληπτο αὐτὸ κείμενο εἶναι πολύτιμο, καὶ διαβάζοντάς το, σχηματίζουμε σαφὴ ἀντίληψη γιὰ πρόσωπα καὶ πράγματα.

Ἰωσὴφ Ἀνδρούσης ἔφυγε πὸ τοῦτον τὸν κόσμο τὴν 13η τοῦ Μαρτίου τοῦ ἔτους 1844 στὸ Νησὶ Μεσσήνη τῆς Μεσσηνίας, σὲ ἡλικία 74 ἐτῶν. Ἡ κηδεία του, ποὺ τελέσθη μὲ μεγάλη λαμπρότητα, ἔγινε δημοσία δαπάνη. Ἐτάφη στὴ δεξιὰ γωνιὰ τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἱωάννη Προδρόμου στὴ Μεσσήνη. Τὸ 1912 στὸν προαύλιο χῶρο τοῦ ναοῦ στήθηκε προτομή του φιλοτεχνημένη ἀπὸ τὸν γλύπτη Μιχαλ Τόμπρο, ἐνῶ ἡ προτομὴ φέρει ἐπίγραμμα τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ. Οἱ ἐφημερίδες τῶν Ἀθηνῶν Αἰὼν καὶ Ταχύπτερος Φήμη φιέρωσαν στῆλες στὴ φημισμένη προσωπικότητα τοῦ Ἰωσὴφ Ἀνδρούσης. Συγκεκριμένα, ἡ ἐφημερίδα Αἰών, ἔγραφε: Ἀδιαλείπτως θέλει κηρύττει ὅλη ἡ Πελοπόννησος καὶ ὅλη ἡ Ἑλλάς, τὰς ἀρετάς του.10



Σημειώσεις


1. Γιὰ πρώτη φορὰ μετὰ τὸν Ἀγώνα τῆς Ἐθνικῆς παλιγγενεσίας τοῦ 1821, ἐρευνήθηκε καὶ ἀποκαταστάθηκε τὸ πραγματικὸ ὄνομα τοῦ Ἱεράρχη καὶ Ἀγωνιστῆ Ἰωσὴφ Ἀνδροῦσης. Στὴν ἐφημ. Ἀναγένηση τῆς Μεγαλουπόλεως τὸν Ἰούνιο τοῦ 1971, σὲ δημοσίευμα μὲ τίτλο «Ἀνδρούσας Ἰωσὴφ» γιὰ τὰ 150 χρόνια τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως δημοσιεύεται τὸ πραγματικὸ ἐπώνυμό του, Καρώνης, καὶ ὁ τόπος καταγωγῆς του Νεστάνη Ἀρκαδίας (τότε Τσιπιανά). Ἀκολούθησε δεύτερο δημοσίευμα στὸ περ. Ἱστορία Εἰκονογραφημένη (Μάρτης 1972, σσ. 78-79). Εἶχε προηγηθεῖ βέβαια τὸ βιβλίο τοῦ Θάνου Βαγενᾶ Ἱστορικὰ Τσακωνιᾶς καὶ Λεωνιδίου (Βραβεῖο τῆς Άκαδημίας Άθηνῶν 1969) ποὺποκαταστείνει τὴν ἱστορικὴ ἀλήθεια ἀναφέροντας τὸ πραγματικό του ὄνομα Καρώνης, (σελ. 198, κεφ. «Σχολεῖα καὶ Διδάσκαλοι τῆς Τσακωνιᾶς». Συγκεκρημένα γράφει: τὸν ἱερομόναχο (μετέπειτα Ἐπίσκοπο Ἀνδρούσας ΙΩΣΗΦ ΚΑΡΩΝΗ), ποὺ δίδαξε στὴ Σχολὴ Δολιανῶν.

2. Πλὴν τῆς Γενικῆς Παγκόσμιας Ἐγκυκλοπαιδείας Πάπυρος-Λαροὺς ποὺ λανθασμένα ναφέρει πὼς γεννήθηκε στὴ Δημητσάνα ὅλοι οἱ ἄλλη βιογράφοι ἀναφέρουν ὡς τόπο γέννησης τὴ Νεστάνη ἢ τὴν Τρίπολη.

3. Τὸ περιοδικὸ «Ἀλιεύς», ἔκδοση τῆς Μητροπόλεως Μαντινείας καὶ Κυνουρίας (ἀριθ. Φύλλου 46, Μάης 1972), στὸ «Μοναστηριακὸ Συναξάρι», ἀναφέρει
τι τὸ πραγματικό του ὄνομα (κατὰ κόσμον) ἦταν Ἰωάννης Καρώνης, κι᾿ ἐκάρη στὴ Μονὴ Γοργοεπηκόπου, σὲ ἡλικία 22 ἐτῶν. Στὸ φύλ. 39 τοῦ Ὀκτωβρίου 1971, σσ. 5-7 ἀναφέρει ἀκόμα ὅτι καταγόταν ἀπὸ γονεῖς Τσιπιανίτες (δηλαδὴ Νεστανιῶτες).

4. Ὁμήρου Ἰλιάς, Ζ 208.

5. Σπυρίδων Τρικούπης, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, τόμ. Β᾿σελ. 93.

6. Ἔγγραφο τῆς 15ης Ἰανουαρίου 1822, ἐν Ἐπιδαύρῳ.

7. Ἔγγραφο τῆς 17ης Ἀπριλίου 1822, ἐν Κορίνθῳ.

8. Νικολάου (Καρώνης) Ἰωάννης, «Σχεδίασμα περ το βίου το νδρούσης ωσήφ», Ἀπόλλων, περ. μηνιαῖο σύγγραμμα, 1890, ἔτος ΣΤ᾿, τόμ. ΣΤ᾿, σσ. 1054-1060, ἐπιμ. Α. Πετρίδης.

9. Πραγματικά, ὀχτακόσιες ὀκάδες ἀπὸ αὐτὰ συγκεντρώθηκαν ὅπως διαβάζουμε στὰ Ἀρχεῖα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, σελ. 157 καὶ 268.

10. Ἐφημ. Αἰών, 14 Ἀπριλίου 1844.


 

 

Φωτογραφία ἀπὸ τὰ άποκαλυπτήρια τῆς προτομῆς τοῦ Ἰωφὴφ Ἀνδρούσης. Ἀνδρούσα 1961. Ἀριστερὰ διακρΊνεται νὰ μιλάει ὁ μητροπολίτης Μεσσηνίας καὶ Ἀνδούσης Χρυσόστομος.



Βιβλιογραφία

Ἀτέσης Β., Ἐπίτομος ἐπισκοπικὴ ἱστορία τῆς Ἑλλάδας Α᾿, Ἀθῆναι 1948, σελ. 262.

Βαγενᾶς Θάνος, Ἱστορικὰ Τσακωνιᾶς καὶ Λεωνιδίου (Βραβεῖο τῆς Άκαδημίας Άθηνῶν 1969), Ἀθήνα 1968.

Βαρδουνιώτης Δημ. Κ., Ἡ καταστροφὴ τοῦ Δράμαλη, Ἐκδόσεις Μορέα, Τρίπολη 1913, σελ. 282.

Βελανιδιώτης Ἰεζεκιήλ, Ἰωσήφ ὁ Ἀνδρούσης: Ὅμηρος δεσμοφόρος ἐν Τριπολιτζᾷ μινίστρος τῆς θρησκείας καὶ τοῦ δικαίου κατὰ τὸν ἀγώνα 1770-1844, ν θναις: Π. Δ. Σακελλαρίου, 1906.

Βέη Ν. Ἔκφρασις κώδικος, ἐν Δ.Ι.Ε.Ε. ΣΤ᾿(1901-1906). Σελ. 203.

Ἐγκυλοπαιδικὸ Λεξικὸ Ἡλίου, Ἀθήνα 1954.

Γενικὴ Παγκόσμιος Ἐγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαροῦς.

Γριτσόπουλος Ἀθαν. Τ. Μονὴ Φιλοσόφου, Ἀθῆναι 1960, σσ. 178-181.

Γκριτσόπουλος Τ., Μητροπολίτης Ἀμυκλῶν καὶ Τριπολιτσᾶς Δανιὴλ Παναγιωτόπουλος, Ἀθῆναι 1960, σελ. 20-28 ΙΙΙ.

Ἰωσὴφ Ἀνδρούσης, «Ἀπομνημονεύματα»: Joseph, biscof von Androusa, Memoirem über seine Cefangnisaft und die anderer Hierarchen und Homotatiren der Peloponnes in Tripolis im jahre 1821, von N. A. Bees (Βέης) Einheleitet von V. P. Panayotopoulos «Byzantini – sch – Neurrie – Chische Jahrbücher» r. XIX (1966) σσ. 409-432 καὶ παλοποννησιακὰ τόμ. Ζ᾿ 1969 – 79 σσ. 434-436 (ὑπὸ Τ. Γκριτσ.)

ωσὴφ Ἀνδρούσης (Ἰωάννης Νικολάου Καρώνης), Ἡ ἀκολουθία τοῦ νεομάρτυρα Δημητρίου, Α᾿ ἔκδοση, Βενετία 1804· Β᾿ ἔκδοση ἀπὸ τὸν Ν. Παπαδόπουλο, Ἀθῆναι 1846· Γ᾿ ἔκδοση, Τριπολιτζὰ 1888.
Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγλυκλοπαίδεια, Ἀθήνα 1965, τόμ. Ζ᾿(7ος) σσ. 132-135.

Κουκουλὲς Φαίδων, Τὰ σχολεῖα τῆς Κυνουρίας «Ἀθηνᾶ», Λθ᾿(1927), σελ. 117.

Μεγάλη Ἑλληνικὴ Ἐγκυκλοπαιδεία, Ἀθήνα 1928.

Μπαμπούνη Χ., «Ὁ Ἀνδρούσης ωσήφ», Μεσσηνιακὰ Χρονικὰ 2008-2009, σελ. 176.

Μπόνης Κων. Κατάλογος Ἐπισκόπων, ἀνατύπωση ἀπὸ τὴ Θεολογία, Ἀθῆναι 1972 σελ. 11 καὶ σσ. 29-31.

Μπουγᾶς Ἰωάννης Π., Ἰωσὴφ Ἐπίσκοπος Μεσσήνης 1770-1844 (ὁ ἀπὸ Ἀνδρούσης): ὁ πρῶτος μινίστρος τῆς Θρησκείας καὶ τοῦ Δικαίου καί πρῶτος Ἐπίσκοπος Μεσσηνίας: συμβολὴ στὴν τοπική ἱστορία τῆς Μεσσηνίας, Ἐκδόσεις Open Line, Ἀθήνα 2011.

Νικολάου (Καρώνης) Ἰωάννης, «Σχεδίασμα περ το βίου το νδρούσης ωσήφ», (βιογραφία γραμμένη ἀπὸ τὸν ἀδελφό του), Ἀπόλλων, περ. μηνιαῖο σύγγραμμα, 1890, ἔτος ΣΤ᾿, τόμ. ΣΤ᾿, σσ. 1054-1060, ἐπιμ. Α. Πετρίδης.

Ξενογιάννη Κωνσταντίνου Ν., Ἡ ἵδρυσις τοῦ Ὑπουργείου Θρησκευμάτων κα ὁ πρῶτος μινίστρος του (Ἰανουάριος 1822), Ἰδιωτικὴ κδοση, Καλαμάτα, 1991.

Οἰκονόμου Κ. τοῦ ἐξ Οἰκονόμου, Τά σωζόμενα Ἐκκλ. Συγγράμματα Β᾿Ἀθῆναι 1864, σελ. 10.

Παπαγιάννης Ἀθανάσιος Φιλ., «Ἰωσήφ Ἀνδρούσας», Ἀναγγένηση Μεγαλόπολης, ριθ. φ. 819, σελ. 1 καὶ σελ. 4, Ἰούνιος 1971.

Παπαγιάννης Ἀθανάσιος Φιλ., «Ἀνδρούσας Ἰωσήφ», Ἀρκαδικὰ Νέα, ἀρ. φ. 1360, 22.10.1972, σσ 1-2.

Παπαγιάννης Ἀθανάσιος Φιλ., Μαντινειακὰ Μοναστήρια – Ἡ συμβολή τους στὸν Ἀπελευθερωτικὸ Ἀγώνα τοῦ 1821 καὶ ὁ Ἰωσὴφ Ἀνδρούσας, Ἐκδόσεις Ἱστορία καὶ λαογραφία τοῦ Μοριᾶ, Ἀθήνα 1977.

Παπανίκα Μ., σχεδίασμα Κων/λεως, 1967, σελ. 107.

Παπαδόπουλος Χρυσ., Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος Α᾿, Ἀθῆναι 1920σελ. 23.

Παπαδόπουλος–Βρεττὸς Α. Νεοελληνικὴ φιλολογία Α᾿, Ἀθῆναι 1854, σελ. 147.

Παπαδόπουλος Χρ., Ἐναίσιμα, Ἀθῆναι 1931, σελ. 245.

Πετρεκάκου Δ. Ὁ Κλῆρος εἰς τὴν Πολιτικήν, σελ. 344.

Πολυζωίδη Α. Γενικὴ Ἱστορὶα, τόμ. Δ᾿ σελ. 776.

Σιμόπουλος Θεόφιλος Ν., Μάρτυρες καὶ Ἀγωνισταὶ Ἱεράρχαι τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως 1821-1829, τόμ. Β᾿ σσ. 419-449. «Ὁ Ἐπίσκοπος Ἀνδρούσης Ἰωσήφ, «Σπαρτιατικὸν Ἡμερολόγιον 1907, σσ. 42-74.

Συμπλήρωμα Ἐγκυκλοπαιδικοῦ Λεξικοῦ Μπέκ, Ἀθῆναι 1932, σελ. 384.

Τρικούπης Σπυρίδων, Ἱστορία τῆς Ἐπανάστασης.

Φερέτος Μίμης, «Ἡ παιδεία τῆς Καλαμάτας», Μεσσηνιακὰ Γράμματα, Καλαμάτα 1961, σελ. 7.

Φερέτος Μίμης, «Ὁ Ἀνδρούσης Ἰωσὴφ πρὸς τὸν Ἰωάννην Καποδίστριαν», Μεσσηνιακὰ 1969-70, Ἀθναι 1972, σελ.159.

Φερέτος Μίμης, Εδήσεις-Σχόλια-Πληροφορίες γι τν κκλησία τς Μεσσηνίας, περ. Διδαχή, Φεβρουάριος 1977, σελ. 26.

Χρυσανθόπουλου Φωτίου (Φωτάκου), Βίοι Πελοποννησίων Ἀνδρῶν καὶ ἔξωθι εἰς τὴν Πελοπόννησον ἐθελοντῶν, Ἀθῆναι 1888, σελ. 309.

 

 

Νεότερο πορτρέτο τοῦ Ἰωσὴφ Ἀνδρούσης.



© κειμένου: Παναγιώτης Καρώνης 2020, μὲ τὴν ἐπιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματος.

Ἀπαγορεύεται ἡ ἀναδημοσίευση, ἢ ἀναπαραγωγή, ὁλική, μερικὴ ἢ περιληπτικὴ ἢ κατὰ παράφραση ἢ διασκευὴ καὶ ἀπόδοση τοῦ περιεχομένου τοῦ παρόντος ἄρθρου μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση μὲ τὸν συγγραφέα του.

 

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου