Δευτέρα 6 Ιουλίου 2020

ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΩΝ ΛΑΖΑΡΙΝΩΝ-ΒΑΓΙΟΦΟΡΩΝ ΣΤΗ ΝΕΣΤΑΝΗ ΑΡΚΑΔΙΑΣ



 
Νεστανιώτισσες μὲ τὰ ἀγριοσέλινα ἀνὰ χείρας χορεύουν στὸ «Ἁλώνι τοῦ Μοναστηριοῦ» στὴ βλαστολατρικὴ γιορτὴ τοῦ Ἅη-Γιώργη. (Νεστάνη, 1967).


ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΩΝ ΛΑΖΑΡΙΝΩΝ-ΒΑΓΙΟΦΟΡΩΝ ΣΤΗ ΝΕΣΤΑΝΗ ΑΡΚΑΔΙΑΣ
(τοῦ Παναγιώτη Καρώνη)
Περὶ εὐγονίας καὶ εὐκαρπίας
Ἡ γονιμότητα, τόσο τῆς φύσης ὅσο καὶ τῶν ἑστιῶν ἀποτελοῦσε πάντα ἕνα θεμελιακὸ ζητούμενο γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ἡ εὐγονία, λέξη ἑλληνικὴ (εὐγονία < εὖ + γίγνομαι), δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἀπόκτηση πολλῶν καί ὑγειῶν τέκνων· καὶ βέβαια, σὲ ἐπέκταση τῆς εὐγονίας ἐρχόνταν καὶ ἡ εὐκαρπία. Ἔτσι, δὲν εἶναι λίγα τὰ ἔθιμα ποὺ σχετίζονται καὶ συνδέονται μὲ τὴν καλλιέργεια τῆς γῆς, καὶ τὶς προσδοκίες γιὰ καλὴ σοδειά. Τοῦτα τὰ δρώμενα, ποὺ ἔχουν πανάρχαιες ρίζες καὶ αἰῶνες τώρα τελοῦνται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, δέν ἦταν δυνατὸν νὰ παύσουν μὲ τὴν ἔλευση τῆς νέας θρησκείας τοῦ χριστιανισμοῦ, ποὺ βέβαια, κατέβαλε περισσὴ ἀλλὰ ἁνεπιτυχὴ προσπάθεια προκειμένου νὰ ἀποκόψει τοὺς νεοφώτιστους ὁπαδούς της ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ποὺ ἦταν βαθιὰ ριζωμένα μέσα τους. Ὅμως ὁ χριστιανσμὸς μὴν μπορώντας νὰ ἀποκόψει τὸν κόσμο ἀπὸ τὰ ἔθιμα τῶν προγόνων του, ἀναγκάστηκε, ὅπως πολὺ εὔστοχα μᾶς λέει καὶ ὁ Νικόλαος Πολίτης, νὰ τὰ περιβάλλει μὲ τὸν δικό του μανδύα: Οἱ χριστιανικοὶ ἱεράρχες κατιδόντες τὸ ἀνέφικτον τῆς καθαρᾶς καὶ ἀμιγοὺς εἰσαγωγῆς τῆς χριστιανικῆς θρησκείας ἠνέχθησαν τὴν διατήρισιν τῶν ἐκ τῆς πολυθεΐας ἐκπηγαζουσῶν παραδόσεων καὶ προλήψεων φροντίσαντες μόνον νὰ περιβάλλωσιν αὐτὰς διὰ χριστιανικῶν καλυμάτων.1
Τὰ περισσότερα ἔθιμα ποὺ τελοῦνται, καὶ μᾶς εἶναι γνωστὰ ἀπὸ τὶς μελέτες τῆς λαογραφίας, εἶναι τὰ ἔθιμα εὐετηρίας, δηλαδὴ ἕνας τρόπος συνειρμικὸς ἢ μαγικὸς μὲ τὸν ὁποῖο οἱ ἄνθρωποι προσπαθοῦσαν νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν εὐγονία (ἑστιῶν καὶ ζώων) καθὼς καὶ τὴν εὐφορία τῆς γῆς καὶ γενικὰ τὴν καλὴ σοδειά, γεγονὸς ποὺ τὰ χρόνια ἐκεῖνα ἦταν ἄρρητα δεμένο μὲ τὴν ἴδια τὴ ζωή τους.
Ἡ δύναμη τοῦ φαλλοῦ καὶ ἡ δυνατότητά του γιὰ ἐκρροὴ ζωῆς, ἀναπαραγωγικοῦ σπόρου, πρόκλησης ὀργασμοῦ —κατὰ τὸ «ὀφέλει ἀνδρὸς ἐρωήν» τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων—, καὶ γενικὰ ἡ σύνδεσή του μὲ τὴ γεννετικὴ εὐκαρπία, εἶναι γνωστὴ ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα, ἔτσι, παρατηροῦμαι φαλλικὰ ἔθιμα ποὺ συνδέουν ὁλοφάνερα τὸν φαλλὸ και τὴ γονιμότητα, νὰ τελοῦνται καὶ σήμερα, διάσπαρτα σὲ ὅλη τὴ χώρα καθ᾿ ὅλο τὸ διάστημα τῆς Ἀποκριᾶς μέχρι καὶ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα.
Ἀνοιξιάτικα μαγευτικὰ δρώμενα λοιπὸν συναντοῦμε παντοῦ στὴ χώρα, δρώμενα, ποὺ τὰ παλαιότερα χρόνια τουλάχιστον, εἶχαν ὡς κύριο σκοπό τους τὸ εὐλογημένο κάρπισμα τῶν φυτῶν καὶ τῶν δέντρων, δηλαδὴ τῆς φύσης.
Ὁ Δημ. Λουκάτος γράφει σχετικά: Ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται πάντα ἀλληλέγγυος μὲ τὸ φυτικὸ κόσμο, σὰν νὰ καταλάβαινε καὶ τὸν ἐαυτό του ἕνα μετατοπιζόμενο φυτό. Σ’ ὅλες τὶς ἀποπνιχτικὲς ὧρες του ἀναζήτησε στὴ φύση τὸν συμπαθὴ καὶ ἐλεύθερο χῶρο, ὅπου θὰ μποροῦσε νὰ κινηθεῖ ἐλεύθερα καὶ ζωντανά. Ἔτσι τραγούδησαν πάντα τὰ δέντρα καὶ τὰ βουνὰ μὲ τὰ δάση τους, ὁ ποιητὴς μὲ τὴν ταξιδιάρικη φαντασία, ὁ ὑμνογράφος μὲ τοὺς αἴνους του, ὁ ἐρωτικὸς μὲ τὰ εἰδύλλιά του, ὁ πολεμιστὴς μὲ τὰ ὀράματα, ὁ σκλάβος μὲ τὶς ἐπικλήσεις του, ὁ φυλακισμένος μὲ τὶς συγκινησιακὲς παραβολές του. Χαρακτηριστικὰ εἶναι σὲ μᾶς τὰ κλέφτικα τραγούδια, ποὺ κρατοῦν ζεστὴ τὴν ὐπόκρουση τῶν ἡρωικῶν περιγραφῶν, μὲ τὶς κουβέντες γιὰ τὰ δέντρα καὶ τὰ κλαδιά.2
Μὴν λησμονοῦμε βέβαια καὶ τοὺς στίχους ἀπὸ τὰ Κάλαντα τοῦ ἑλληνικοῦ Ἅη Βασίλη ποὺ μιλᾶνε γιὰ ἕνα ξερὸ ραβδὶ ποὺ ἀνθίζει καὶ καρπίζει, εὐχόμενοι ἔτσι, οὐσιαστικά, τὴν ἀφθονία, τὸν πλοῦτο καὶ τὴν μακροημέρευση τοῦ νοικοκύρη καὶ κατ’ ἐπέκταση τοῦ σπιτιοῦ, τῶν δέντρων καὶ τῶν χωραφιῶν:
[...] καὶ στὸ ραβδί τ’ ἀκούμπησε νὰ πεῖ τὴν ἀρφαβήτα
Χλωρὸ ραβδί, ξερὸ ραβδί, χλωρὰ βλαστάρια ἐπέτα.
Καὶ πάνω στὰ βλαστάρια της πέρδικες κελαηδοῦσαν.
Δὲν ἦταν μόνο πέρδικες, ἦταν καὶ τρυγονάκια.
Κατέβηκε ἡ πέρδικα νὰ βρέξει τὸ φτερό της
κι ἔβρεξε τὸν ἀφέντη μας τὸν πολυχρονεμένο.3



 
Νεστανιώτισσες μὲ τὰ ἀγριοσέλινα ἀνὰ χείρας χορεύουν στὸ χοροστάσι «Ἁλώνι τοῦ Παπαγιάννη» στὴ βλαστολατρικὴ γιορτὴ τοῦ Ἅη-Γιώργη. (Νεστάνη, 1965).


Οἱ Λαζαρίνες γενικὰ
Τὸ ἔθιμο τῶν Λαζαρίνων εἶναι πανελλαδικό, ἀφοῦ τὸ συναντᾶμε σχεδὸν σὲ ὅλη τὴ χώρα. Οἱ Λαζαρίνες ἦταν γυναῖκες, ποὺ τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου τραγουδοῦσαν καὶ χόρευαν τὰ λαζαριανὰ τραγούδια, γυρνώντας ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι. Μιλᾶμε δηλαδὴ γιὰ μιὰ συνέχεια τῶν ἀρχαίων ἀγερμῶν (ἢ ἀγυρμῶν, ἀπὸ τὸ ρῆμα ἀγείρω, ἀόρ. α΄ ἤγειρα· πρκ. ἀγήγερκα (ἄγω) φέρω ἐπὶ τῷ αὐτό, συναθροίζω ἐπὶ τῷ αὐτό, συγκεντρώνω, συμμαζεύω),4 δηλαδὴ τῶν καλάντων τῆς ἐαρινῆς πρωτοχρονιᾶς ποὺ ἐπιβίωσε μὲ αὐτὴ τὴ μορφὴ ὣς τὶς μέρες μας, ὅπως καὶ τὰ χελιδονίσματα, τὰ κάλαντα γιὰ τὸ καλωσόρισμα τῶν χελιδονιῶν.
Βέβαια τὰ λαζαριανὰ τραγούδια ποὺ οἱ Λαζαρίνες ἔλεγαν καὶ χόρευαν ἔχουν τὴν ἀφετηρία τους στὰ ἀρχαῖα κάλαντα, κι ἂς ἀποκαλοῦνται Λαζαρινὰ τραγούδια, μιὰ καὶ τὰ τραγούδια αὐτὰ παρατηροῦμε πὼς έλάχιστη σχέση ἔχουν μὲ τὸν Λάζαρο, ἀφοῦ ἂν τὰ μελετήσει κανείς, διαπιστώνει πὼς στὸ σύνολό τους εἶναι τραγούδια ποὺ σχετίζονται μὲ τὶς ἀνθρώπινες ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς καὶ μιλοῦν γιὰ ἔρωτα, γυναικεῖες δεξιότητες, ξενιτιὰ κ.ἄ. Χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ παράδειγμα τῆς Βισαλτίας ὅπου ἔχουν καταγραφεῖ 80 λαζαριανὰ τραγούδια, —με 132 παραλλαγές τους—, ἀνάμεσα στὰ ὁποῖα παρατηρεῖ κανεὶς μόνο 2 - 3 τραγούδια μὲ ἀναφορὰ στὴν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου.
Ὁ Θεόφιλος Δ. Ἀθανασιάδης ἀναφερόμενος στὸ ἔθιμο γύρω ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τοῦ Λαζάρου ἐν Λαζαρίῳ (Ἤπειρος, Ζαγόρι), ἀναφέρει:
Τῇ πρὸ τοῦ Σαββάτου τοῦ Λαζάρου Παρασκευῇ ἅπαντες οἱ μαθηταὶ τῆς κώμης συνέρχονται εἰς τὸ σχολεῖο ἀργοῦν κατὰ τὴν ἡμέρα ταύτην· μετὰ δὲ τὴν σοινάθροισιν διαιροῦνται εἰς τρεῖς ὁμδας. Τούτων ἡ πρώτη μεταβαίνει εἰς τοὺς άμπέλους, ἵνα κόψῃ κλάδους ἀνθούντων δέντρων, οὒς διατηριοῦσιν ἐν ὕδατι μέχρι τῆς πρωΐας τοῦ Σαββάτου, ὡς καὶ λοιπὰ ἄνθη, τὰ πρὸς διακόσμησιν τοῦ Λαζάρου. Ἡ δευτέρα συλλέγει, ἄνθη ἴα καὶ ἄλλα «μανούσια κι πασκαλοῦδδις», ἐξ ὦν κατασκευάζουσιν ἀνθοδέσμας «τοῦμπις»· ἡ δὲ τρίτη ὁμὰς δανείζεται ἀπὸ τῶν οἰκιῶν κώδωνας (κυπριά)· καὶ άναλαμβάνει τὴ διακόμηση τοῦ Λαζάρου γινομένην τὴν πρωΐα τοῦ Σαββάτου.
[...] Τὴν πρωΐαν τοῦ Σαββάτου ἡ τὴν διακόσμησιν ἀναλαμβάνουσα ὁμὰς μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς θείας λειτουργίας μεταφέρει τὸν «στολισμένον Λάζαρον» εἶς τὸν νάρθηκα τῆς ἐκκλησίας. Ἐνδαῦθα δὲ προσερχομένων τῶν λοιπῶν ὁμάδων καὶ παρισταμένως τοῦ ἱερέως, τοῦ διδασκάλου καὶ τῶν ἐκκλησιαθέντων, ψάλουσιν ἅπαντες οἱ μαθηταὶ τὸ ἀπολυτίκιον. «Τὴν κοινὴν Ἀνάστασιν κλπ.» καὶ τὸν ὕμνον τῆς Θεοτόκου «Τὴν ὡραιτητα τῆς παρθενίας Σου κπλ» καὶ μετὰ ᾄδουσι τὰ ἑξῆς:
Καλῶς μᾶς ηὗρ᾿ οὑ Λάζαρους κὶ φέτου κὶ τοῦ χρόνου
μὲ τὴ Λαμπρὴ τὴν Πασκαλιὰ μὲ τὸν καλὸ τοὺ Λόγου.
(ᾄσμα τοῦ ἱερέως)
Κάτου στὸ Δαφνουπόταμου, στοῦ Δαφνουποταμάκι,
κοιμῶντας ἕνας Δέσπουτας μὶ τοὺ σταυρό ᾿ςτοὺ χέρι.
Κανεὶς δὲν πάν᾿ νὰ τοὺν ξυπνήσ᾿, κανεὶς δὲν τοὺν ξυπνάει,
μόν᾿ἡ κυρὰ ἡ Παναγιὰ πάνει κὶ τοὺν ξυπνάει.
«Γιὰ σήκου, Δέσπουτα, καὶ μὴ βαριὰ κοιμᾶσι,
γιατὶ χτυποῦν τὰ σήμαντρα κὶ οἱ κλησιὲς διαβάζουν,
καὶ ἡ δική σου ἡ κλησιὰ δὲ ψέλνει δὲ διαβάζει.
[...] Ἐξερχόμενοι οἱ μαθηταὶ τοῦ νάρθηκος μεταβαίνουσιν ἀπὸ οἰκίας εἰς οἰκίαν ψάλοντες τὸ ἀπολυτίκιον τοῦ Ἁγίου Λαζάρου καὶ ᾄδοντες διάφορα ᾄσματα, λαμβάνουσι δ᾿ ἀμοιβὴν διαφόρους ὀπώρας καὶ αὐγά. [...].5
Παρατηροῦμε ἐδῶ, πὼς ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ ἕνα βλαστολαρικὸ ἔθιμο ποὺ συνάμα εἶναι καὶ ἀγερμός. Ἕνα ἔθιμο ποὺ οὐσιαστικὰ μεταφέρει τὴν εὐχὴ γιὰ γονιμότητα καὶ καρποφορία σὲ ὅλη τὴν κώμη. Τὰ παιδιὰ ποὺ πηγαίνουν ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι ψέλνοντας τὸ ἀπολυτίκιο τοῦ Ἁγίου καὶ τραγουδώντας τὰ λαζαρινὰ τραγούδια, συμβολίζουν τὴ νέα ζωή, τὴ γονιμότητα, τὴ θαλερότητα, τὴν εὐτυχία, τὴ χαρά, τὸ μέλλον. Κάτι ποὺ κάθε σπίτι εὔχονταν καὶ ἐπιθυμοῦσε.
Τὸ παραπάνω ἔθιμο μᾶς φέρνει στὸ νοῦ τὸ ἔθιμο τῆς ἀρχαίας Εἰρεσιώνης, ἑορτῆς ἡ ὁποία συμπεριλάμβανε προσφορὲς καρπῶν καὶ μεταφορὰ κλαδιοῦ στολισμένου μὲ μαλλιά, καρπούς, μέλι καὶ φροῦτα στὰ σπίτια κατὰ τὶς ἑορτὲς Πυανέψια καὶ Θαργήλια ἀπὸ παιδιὰ ποὺ ἔψελναν εὐχητήρια τραγούδια γιὰ εὐκαρπία καὶ εὐτυχία. Οἱ ἰδιοκτῆτες τῶν σπιτιῶν —νοικοκυραῖοι καὶ νοικοκυρές— ὅταν τὰ παιδιὰ ἔφταναν, τραγουδώντας καὶ φέροντας τὴν Εἰρεσιώνη στὴν πόρτα τους, τοὺς προσέφεραν, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἐδῶ, γλυκίσματα καὶ δῶρα, (γιὰ περισσότερα γύρω ἀπὸ τὴν ἀρχαία Εἰρεσιώνη δὲς στὸ ἀφιέρωμά μας ἐδῶ).


 
Νεστανιώτισσες μὲ τὶς σελινοστολισμένες γκλίτσες τους χορεύουν στὸ χοροστάσι «Ἁλώνι τοῦ Παπαγιάννη» στὴ βλαστολατρικὴ γιορτὴ τοῦ Ἅη-Γιώργη. (Νεστάνη, 1982).


Οἱ Λαζαρίνες ἢ Βαγιοφόρες στὴ Νεστάνη - Δρώμενον εὐγονίας
Τὸ ἔθιμο τῶν Λαζαρίνων στὴ Νεστάνη παρουσιάζει σημαντικὴ διαφορὰ —ὡς ἀναφορὰ τὸ τελεστικό του— ἀπὸ τὰ ἀντίστοιχα ἄλλα, ἀφοῦ, ὅπως θὰ δοῦμε, μιλᾶμε γιὰ ἕνα ἔθιμο εὐτεκνίας. Ἀπὸ καταγραφὲς ποὺ ἔχουμε τὸ ἔθιμο εἶχε ὡς ἑξῆς:
Οἱ νέες νύφες —οἱ νιόνυφες ὅπως χαρακτηριστικὰ τὶς ἔλεγαν— τῆς χρονιᾶς, ποὺ τὶς ἀποκαλοῦσαν Λαζαρίνες η Βαγιοφόρες, συγκεντρώνονταν τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου φορώντας τὶς παραδοσιακές τους φορεσιὲς καὶ πήγαιναν πεζοπορία σὲ πλαγιὰ τοῦ Ἀρτεμίσιου —συγκεκριμένα στὴ Βαθιὰ Λάκκα, στὸ τοπωνύμιο Κλήδονας— προκειμένου νὰ κόψουν καὶ νὰ φέρουν στὸ χωριὸ βάγια δηλαδή, τὴ Δάφνη το πόλλωνος, μὲ τὴν ἐπίσημη ἑλληνικὴ ὀνομασία Λάουρος εγενὴς (Laurus nobilis L), ποὺ εὐρέως εἶναι γνωστὴ ὡς βάγια βαγιά.
Πρωὶ-πρωὶ ἔπαιρναν τὸν δρόμο τραγουδώντας ἀνοιξιάτικα τραγούδια μὲ ἔντονο τὸ ἐρωτικὸ στοιχεῖο, καὶ ἀφοῦ ἔφταναν στὸ σημεῖο τοῦ Ἀρτεμισίου ὄρους ὅπου φύεται ἡ βάγια, κατέβαιναν προσεκτικὰ στὴν ἀπόκρημνη πλαγιά, τὴν ἔκοβαν κάνοντας την μικρὰ δεμάτια τὰ ὁποῖα ἐν συνεχείᾳ φόρτωναν μὲ τὶς ζῶστρες τους στὴν πλάτη — τὶς ὁποῖες φοροῦσαν χιαστὶ μὲ εἰδικὸ δέσιμο. Κουβαλοῦσαν λοιπὸν στὴν πλάτη τὰ κλαδιὰ ποὺ ἔκοβαν, συγκρατώντας τα μὲ τὶς ζῶστρες τους, καὶ τραγουδώντας, ἐπέστρεφαν, μοιράζοντάς τα στὴν ἐκκλησία καὶ στὸ μοναστήρι τοῦ χωριοῦ. Τὴν ἐπομένη —τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων δηλαδή— ὁ ἱερέας μοίραζε τὰ βάγια στὸ ἐκκλησίασμα, δηλαδὴ σὲ ὅλο τὸ χωριό.
Ἀξίζει νὰ ἀναφέρουμε ἔστω καὶ ἐπιγραμματικά, πὼς κάπου ἀπὸ τὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ ̔50 οἱ Νεστανιώτισσες σταμάτησαν νὰ πηγαίνουν στὴν πλαγιὰ τοῦ Ἀρτεμισίου προκειμένου νὰ κόψουν καὶ νὰ κουβαλήσουν τὰ βάγια, ἀλλὰ τὰ ἔπαιρναν ἔναντι ἀντιτίμου ἀπὸ τὸν Νεστανιώτη Βασίλειο Παναγιώταρο τοῦ Δημητρίου (Μίντζα) ποὺ τὰ ἔκοβε, τὰ ἔφερνε σπίτι του καὶ τοὺς τὰ ἔδινε ἔναντι ἀμοιβῆς. Στὴ συνέχεια, ὅταν καὶ ὁ Νεστανιώτης σταμάτησε νὰ φέρνει καὶ νὰ πουλάει βάγια ἀπὸ τὸ Ἀρτεμίσιο, τὰ ἀγόραζαν ἀπὸ τὴν Τρίπολη — κάποιες φορὲς τοὺς τα πρόσφεραν Νεστανιῶτες ποὺ κλάδευαν γι᾿ αὐτὸ τὸ σκοπὸ τὶς βάγιες ποὺ εἶχαν φυτέψει στοὺς κήπους τους.
Εἶναι φανερὸ πὼς ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ ἕνα βλαστολατρικὸ ἔθιμο μὲ σκοπὸ τὴν ἐμφύσηση καὶ ἐνδυνάμωση τῆς γονιμότητας. Οἱ νέες γυναίκες ποὺ εἶχαν παντρευτεῖ μόλις πρὶν λίγο καιρὸ ἦταν αὐτὲς ποὺ συμμετεῖχαν στὸ ἔθιμο. Ἀλλὰ εἶναι καὶ αὐτὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες τὸ χωριὸ περιμένει τὴν τεκνοποιία. Ἡ νύφη καὶ γενικότερα ἡ γυναίκα, ἦταν ἀπόλυτα συνδεμένη μὲ τὴ γονιμότητα καὶ τὴν τεκνοποίηση τοῦ ζευγαριοῦ. Ἦταν, θὰ λέγαμε, ἡ ἴδια ἡ προσωποποίηση τῆς γονιμότητας. Δὲν εἶναι διόλου τυχαῖο ποὺ στὰ παλαιότερα χρόνια, ἂν ἕνα ζευγάρι ἀργοῦσε νὰ κάνει παιδιά, στὰ μάτια καὶ στὰ λόγια τοῦ κόσμου, ἡ εὐθύνη βάραινε σχεδὸν πάντα τὴ γυναίκα. Μὴν λησμονοῦμε πῶς χαρακτηρισμοὶ ὅπως «στέρφα», «ἀντρογύναικα», «μαρμάρω», «χαλασμένη» ἦταν σκληροὶ χαρακτηρισμοὶ ποὺ ἀπευθύνονταν ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο στὴν παντρεμένη ἄτεκνη γυναίκα. Γιὰ τὸν ἄντρα ὁ ἀντίστοιχος χαρακτηρισμὸς ἦταν «μουνούχος» ἢ «μουνούχι» λέξη ποὺ ἔχει νὰ κανει μὲ τὴν τεχνιτή, δημιουργημένη —καί τουλάχιστον στὰ ζῶα, ἐπιθυμητή— ἀνικανότητα ἀφοῦ στὰ μάτια τοῦ κόσμου ὁ ἄνδρας ἐλάχιστα ευθύνονταν γιὰ τὴν άτεκνία τοῦ ζεύγους. Ἔτσι διάφορα ἔθιμα καὶ τελετουργίες —ὅπως καὶ αὐτὸ τῶν Λαζαρίνων στὴ Νεστάνη— εἶχαν νὰ κάνουν μὲ τὴ διάλυση κάθε κακοῦ καὶ τὴν ἐμφύσηση καὶ ἐνδυνάμωση τῆς γονιμικῆς ἐνέργειας στὸ ζευγάρι, ἰδίως στὶς γυναῖκες.
Ἀπὸ καταγραφὴ ποὺ ἔχουμε ἀπὸ Νεστανιώτισσα ποὺ εἶναι ἐν ζωῇ, διαφαίνεται πὼς στὴ Νεστάνη, τὸ 1968, τὸ ἔθιμο τῶν Λαζαρίνων ἦταν ἀκόμα ζωντανό, μιὰ καὶ ὅπως μᾶς ἀνέφερε, ἕξι νιόνυφες τῆς χρονιᾶς ἐκείνης, φόρεσαν τὶς παραδοσιακές τους στολὲς καὶ τραγουδώντας πῆγαν τὰ βάγια —ποὺ εἶχαν ἀγοράσει ἀπὸ τὴν Τρίπολη— στὸ μοναστήρι καὶ στὸν ναὸ τῆς Εὐαγγελιστρίας — μᾶς ἀφηγήθηκε μάλιστα πὼς μία ἐξ αὐτῶν ἦταν ἤδη ἔγκυος, ἔτσι δὲν τὴν ἄφησαν νὰ κουβαλήσει βάγια γιὰ τὸν κίνδυνο τῆς ἀποβολῆς, ἁπλὰ συμμετεῖχε στὴν πομπὴ καὶ στὸ τραγούδι, κρατώντας συμβολικὰ ἕνα κλαδὶ βάγια στὰ χέρια της. Τὸ ἔθιμο τῶν Λαζαρίνων στὴ Νεστάνη φαίνεται νὰ ἔσβησε κάπου στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ ̔70.


 
Ἡ Δάφνη τοῦ Ἀπόλλωνος,  μὲ τὴν ἐπίσημη ὀνομασία  Λἀουρος ὁ εὐγενὴς (Laurus nobilis L), γνωστὴ ὡς βάγια ἢ βαγιά.

Τὰ τραγούδια τῶν Λαζαρίνων στὴ Νεστάνη
Στὴ Νεστάνη, τὰ τραγουδια ποὺ ἔλεγαν οἱ Λαζαρίνες εἶναι τὰ ἀνοιξιάτικα ἐρωτικὰ τραγούδια ποὺ ἀκούγονταν σχεδὸν σέ ὅλες τὶς ἐαρινὲς γιορτὲς στὴν Ἀρκαδικὴ κώμη καθὼς καὶ στὰ πανηγύρια. Τὸ κορυφαῖο τραγούδι τοῦ ἐθίμου ἦταν τὰ «Λαμπροκύριακα», ποὺ βάσει τοῦ φαινομένου τοῦ τσιτακισμοῦ ἀποκαλοῦνταν «Λαμπροτσύριακα»· τραγούδι τὸ ὁποῖο καὶ παραθέτουμε κλείνοντας τοῦτο τὸ μικρό μας ἀφιέρωμα γιὰ τὸ ἔθιμο τῶν Λαζαρίνων στὴ Νεστάνη Ἀρκαδίας.
ΤΑ ΛΑΜΠΟΚΥΡΙΑΚΑ (ΛΑΜΠΡΟΤΣΥΡΙΑΚΑ)
Μά 'ρθαν τὰ Λαμποτσύριακα, μάι τὸ Χριστό, μάι τὸ Χριστό.
Χριστέ καὶ ἀληθινέ μου μά 'ρθε καὶ μιὰ Λαμπρίτσα.
Νὰ ρίξει ὁ Ἀπρίλης δυὸ νερά, μάι τὸ Χριστό, μάι τὸ Χριστό.
Χριστέ καὶ ἀληθινέ μου κ' ὁ Μάης ἄλλο ἕνα
νὰ δεῖς κουλούρες τὴ Λαμπρή, γιὰ τὸ Χριστό, γιὰ τὸ Χριστὸ
Χριστὲ καὶ ἀληθινέ μου καὶ προσφορὲς μεγάλες.
Στολίζει ἡ χήρα τὸν ὑιγιό, μάι τὸ Χριστό, μάι τὸ Χριστό.
Χριστὲ καὶ ἀληθινέ μου νὰ πάει νὰ μεταλάβει.
Φορεῖ χρυσά, φορεῖ ἀργυρά, μάι τὸ Χριστό, μάι τὸ Χριστό
Χριστὲ καὶ ἀληθινέ μου φορεῖ μαλαματένια.
Καὶ ἀπ' τὸ πολὺ τὸ στόλισμα μάι τὸ Χριστό, μάι τό Χριστὸ
Χριστὲ καὶ ἀληθινέ μου κ' ἀπ' τὸ πολὺ μελάνι.
Ἐσφάλαρε6 τὸ χέρι της, μάι τὸ Χριστό, μάι τὸ Χριστὸ
Χριστέ καὶ ἀληθινέ μου κ' ἐχύθει τὸ μελάνι
κ' ἔπνιξε ὁ νιὸς τὰ ροῦχα του, μάι τὸ Χριστό, μάι τὸ Χριστὸ
Χριστὲ καὶ ἀληθινέ μου καὶ τὰ μεταξωτά του
κ' εὐθεῖς τελάλη ἔβαλε, μάι τὸ Χριστό, μάι τὸ Χριστὸ
Χριστὲ καὶ ἀληθινέ μου κ' εὐθεῖς τελάλη βάζει:
Ποιὸς ἔχει μοσχοσάπουνο ποιὸς ἔχει ἄφράτο μῆλο
νὰ πλύνει ὁ νιὸς τὰ ρούχα του νὰ πάει νὰ μεταβάλει.7


Σημειώσεις

1. Νικόλαος Πολίτης, Λαογραφικὰ σύμμεικτα, τόμ. Α᾿ Ἀθήνα 1920, σελ. 80.
2. Δημήτριος Λουκάτος, «Συμβολικότερο τώρα τὸ δέντρο τῶν Χριστουγέννων» Βῆμα, (25 Δεκεμβρίου 1971), σελ. 80-84, Ἀθήνα· καὶ στὸ Χριστουγεννιάτικα καὶ τῶν γιορτῶν, Ἐκδόσεις Φιλιππότη, Ἀθήνα 1997.
3. Τὸ ἀπόσπασμα ἀντλήθηκε ἀπὸ τὴ συλλογή, Ἀνοίξετε τὴν πόρτα σας! Κάλαντα Χριστουγένων Πρωτοχρονιᾶς, Φώτων - Ἀρχεῖο Σίμωνα Καρᾶ 1958-1976, Ἐκδόσεις Κέντρο Ἐρεύνης καὶ προβολῆς τῆς Ἐθνικῆς Μουσικῆς – Μουσικό, Λαογραφικὸ καὶ Φιλολογικὸ Ἀρχεῖο Σίμωνος καὶ Ἀγγελικῆς Καρᾶ, Ἀθήνα 2017.
4. Ἰωάννου Δρ. Σταματάκου, Λεξικὸν τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσης, τόμ. 1, Ἐκδοτικὸς Οἴκος Πέτρου Δημητράκου Α. Ε., Ἀθῆναι 1949.
5. Θεόφιλος Δ. Ἀθανασιάδης, «Ἡ ἑορτὴ τοῦ Λαζάρου ἐν Δραγασίῷ – Ἥπειρος Ζαγόρι», Λαογραφία Δελτίον τῆς Ἑλληνικῆς Λαογραφικῆς Ἑταιρείας, ἐν Ἀθῆναις Τύποις Π. Α. Σακελλαρίου 1915, σελ. 403-405.
6.Ἔσφαλε.
7. Παναγιώτης Καρώνης, Τραγούδια τῆς Νεστάνης, Ἐκδόσεις Τὸ Δόντι, Πάτρα, 2013.


© κειμένου-φωτογραφιῶν (πλὴν τῆς φωτ. τῶν Λαζαρίνων στὸ Δάσκιο): Παναγιώτης Καρώνης 2020, μὲ τὴν ἐπιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματος.
Ἀπαγορεύεται ἡ ἀναδημοσίευση, ἢ ἀναπαραγωγή, ὁλική, μερικὴ ἢ περιληπτικὴ ἢ κατὰ παράφραση ἢ διασκευὴ καὶ ἀπόδοση τοῦ περιεχομένου τοῦ παρόντος ἄρθρου μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση μὲ τὸν συγγραφέα του.



 
Νεστανιώτισσες μὲ τὰ ἀγριοσέλινα ἀνὰ χείρας στὴ βλαστολατρικὴ γιορτὴ τοῦ Ἅη-Γιώργη. (Νεστάνη, 1962).

Νεστανιώτισσες μὲ τὶς σελινοστολισμένες γκλίτσες τους ἀνὰ χείρας χορεύουν στὸ χοροστάσι «Ἁλώνι τοῦ Παπαγιάννη» στὴ βλαστολατρικὴ γιορτὴ τοῦ Ἅη-Γιώργη. (Νεστάνη, 2015).

Νεστανιώτισσες μὲ τὶς σελινοστολισμένες γκλίτσες τους ἀνὰ χείρας χορεύουν στὸ χοροστάσι «Ἁλώνι τοῦ Παπαγιάννη» στὴ βλαστολατρικὴ γιορτὴ τοῦ Ἅη-Γιώργη. (Νεστάνη, 2015).



Χορὸς Λαζαρίνων στὸ Δάσκιο. (1965). (Πηγή).





Κυριακή 17 Μαΐου 2020

ΛΑΪΚΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΣΤΗ ΝΕΣΤΑΝΗ ΑΡΚΑΔΙΑΣ




Ὀργανοπαῖχτες δυὸ κλαρίνα, ζουρνᾶς καὶ νταούλι σὲ προεκλογική ἐκδήλωση ὑποστήριξης τοῦ ὑποφηφίου Σπύρου Θ. Τσιακόπουλου (τὸ πρόσωπό του διακρίνεται στὴ φωτογραφία τῆς ἀφίσας ποὺ κρατάει ἕνας Νεστανιώτης καὶ κατέρχονταν ὑποψήφιος μὲ τὸν Τσαλδάρη, ἀπέναντι στὸν Βενιζέλο). Φωτογραφία τοῦ 1920.


Λαϊκὰ μουσικὰ ὄργανα στὴ Νεστάνη Ἀρκαδίας
(τοῦ Παναγιώτη Καρώνη)

Προλεγόμενα
Τὰ δυὸ ἀκλόνητα στοιχεῖα τὰ ὁποῖα καὶ ἀποδεικνύουν τὴν ἀδιάσπαστη παρουσία καὶ συνέχεια τοῦς Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ εἶναι ἡ γλώσσα καὶ ἡ μουσική. Ἡ μελέτη καὶ τῶν δύο ἀποδεικνύει πὼς δὲν ὑπῆρχε οὔτε μιὰ στιγμὴ ποὺ νὰ μὴν γράφτηκε, γιὰ παράδειγμα ἑλληνικὴ ποίηση, ἀλλὰ καὶ κλίμακες, μελωδίες, ρυθμοί, χοροὶ καὶ μουσικὰ ὄργανα ἔχουν διαφυλάξει στὸ πέρασμα τόσων αἰώνων τὸ ὕφος καὶ τὸ ἦθος μιᾶς φυλῆς γιὰ τὴν ὁποία τὸ τρίπτυχο «ποίηση-μουσικὴ-χορὸς» εἶναι ἀναπόσσπαστὸ ἀλλὰ καὶ ταυτόσημο μὲ τὴν ἀναπνοή, δηλαδὴ τὴν ἴδια τὴ ζωή.
Ὁ Ὀδυσσέας Ἐλυτης τὸ λέει καλύτερα:
Αὐτὸ ποὺ ἄρχισε μὲ τὸν Ἀρχίλοχο καὶ τὴν Σαπφὼ ἔφτασε ὥς τὶς ἡμέρες μας χωρὶς κανένα χάσμα, σὲ σημεῖο ποὺ νὰ μὴν ὑπάρχει οὔτε ἕνας αἰώνας ποὺ νὰ μὴν γράφτηκε ποίηση στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα. Αὐτὸ εἶναι πολὺ σημαντικὸ –δὲν εἶναι μικρὸ πρᾶγμα– καὶ πρέπει νὰ πῶ ὅτι τὸ ἴδιο ἔγινε καὶ μὲ τὴν τέχνη.1
Ἀλλὰ καὶ μουσικολόγοι τοῦ ὕψους ἑνὸς Σ. Μπὸ-Μποβί, ἑνὸς Θρ. Γεωργιάδη ἑνὸς Σ. Καρρᾶ αὐτὸ μᾶς ἐπισημαίνουν, ὅταν μιλοῦν καὶ ἀναφέροναται σὲ μιὰ πλουσιότατη μουσικὴ ἱστορία 5.000 ἐτῶν.
Ὁ ποιητὴς τῶν ποιητῶν, ὁ Ὅμηρος, στὸ Ι τῆς Ἰλιάδας, μᾶς παρουσιάζει τούς  Ἀχαιοὺς νὰ ἔχουν κατατροπωθεῖ ἀπὸ τοὺς Τρῶες, καὶ τον Ἀγαμέμνονα ἀναλογιζόμενο τὰ δεινὰ ποὺ τοὺς περιμένουν, νὰ στέλνει πρεσβεία στὸν Ἀχιλλέα, τὸν Φοίνιξ, τὸν Αἴαντα καὶ βέβαια τὸν θεῖο Ὀδυσσέα, προκειμένου νὰ μεταπείσουν τὸν ἥρωα γιὰ νὰ ἐπανέλθῃ στὴ ἀνδροκτόνα μάχη. Καθὼς ἡ ὁμάδα, βαδίζοντας κοντὰ στὴ θάλασσα, φτάνει στὸ καταφύγιο τοῦ ἢρωα, θὰ τὸν βροῦν τερπόμενον φόρμιγγι λιγείῃ καλῇ δαιδαλέῃ, ἐπὶ δ’ ἀργύρεον ζυγόν,2 μὲ τὸν Πάτροκλο ἀπέναντί του νὰ ἀκούει σιωπηλὸς τὰ κλέα ἀνδρῶν ποὺ αὐτὸς τραγουδάει. Ὁ Ἀχιλλέας, μὲ τὴ φόρμιγγα ἀνὰ χείρας, ταφὼν δ’ ἀνόρουσε3 ἀλλὰ εὐγενικὰ καλοδέχεται τοὺς ἐκλεκτοὺς φίλους καὶ συμπολεμιστές του ποὺ ἦρθαν στὴ σκηνή του. Ὁ Ἀχιλλέας εἶναι καὶ τὸ μοναδικὸ πρόσωπο τοῦ ἔπους τῆς Ἰλιάδας ποὺ ὁ Ποιητὴς μᾶς παρουσιάζει νὰ παίζει φόρμιγγα καὶ νὰ τραγουδᾶ παιάνα· ὁ μόνος δηλαδὴ ποὺ πέρα ἀπὸ τὴν ἀνδρεία του καὶ τὴν παλληκαριά του ἔχει καὶ τὸ χάρισμα τοῦ μουσικοῦ, ἀφοῦ μόνο σὲ αὐτὸν ὁ δημιουργὸς τοῦ ἔπους θέλησε νὰ δώσει καὶ αὐτὸ τὸ χάρισμα. Ἀλλὰ στὴν Ἰλιάδα εἶναι παρὸν καὶ ὁ Ἀπόλλων, ὁ θεὸς τῆς μουσικῆς, ὁ λιγύφθογγος τραγουδιστὴς ποὺ ἦ ἔντονη παρουσία του παίζει καθοριστικὸ ρόλο στὴν ἐξέλιξη τῶν γεγονότων.
Ὁ Μυκηναϊκὸς πολιτισμὸς (1600-1100 π.Χ.) λοιπόν, εἶναι καὶ ὁ πρῶτος μουσικὸς πολιτισμός. Καὶ βέβαια ὁ Μυκηναϊκὸς πολιτισμὸς μετὰ καὶ τὴν ἀποκρυπτογράφιση τῆς γραμμικῆς β δὲν ὑπάρχει καμιὰ πλέον ἀμφιβολία πὼς εἶναι ἑλληνικός. Μαρτυρίες εἰκαστικὲς καὶ ἀρχαιολογικὲς μᾶς παραδίδουν τμήματα ἀπὸ πρωτότυπα ὄργανα: πήχυς λύρας ἀπ᾿ τὶς Μυκῆνες· πήχεις λυρῶν ἀπ᾿ τὸ Μενίδι τοῦ 1405-1100 π.Χ. Μαρτυροῦνται δηλαδὴ δυὸ διαφορετικὰ εἴδη λύρας: μιὰ μικρὴ «Πεταλόσχημη Λύρα», ποὺ πιθανότατα νὰ εἶναι ἡ ὁμηρικὴ φόρμιξ ποὺ παραπάνω εἴδαμε νὰ παίζει ὁ Ἀχιλλέας στὸ ὁμηρικὸ ἔπος, μὲ μηνοειδὲς ἀντηχεῖο, εὐθεῖς πήχεις καὶ ἑπτὰ χορδές, καὶ μιὰ ἀρκετὰ μεγαλύτερη, ἡ «Ὀχτάσχημη Λύρα» μὲ ὑψυλοὺς ὀφιοηδεῖς πήχεις, ποὺ καταλήγουν σὲ κεφάλια πουλιοῦ, μὲ ἑπτὰ χορδές. Τὴ μεγάλη λύρα οἱ Μυκηναῖοι τὴν πῆραν ἀπὸ Μινωίτες ἀφοῦ ἡ ὁμοιότητα εἶναι καταφανής.
Καὶ βέβαια μὴν λησμονοῦμε πὼς ἡ λέξη μουσικὴ προέρχεται ἀπὸ τὴ Μούσα ποὺ στὴν ἀρχαιότητα βέβαια παρέπεμπε σὲ κάθε μορφὴ τέχνης καὶ ποὺ διασώθηκε ἕως τὶς μέρες μας, περνώντας ἀτόφια σὲ ὅλες τὶς δυτικὲς γλῶσσες (music, musique, musik, musica κ.λπ.). Ἐπιπλέον, δὲν εἶναι λίγες οἱ παραστάσεις σὲ ἀγγεῖα στὶς ὁποῖες εἰκονίζονται ἀντρικὲς καὶ γυναικεῖες ἀνθρώπινες μορφὲς ποὺ παίζουν διάφορα μουσικὰ ὄργανα. Εἰδικὰ στὴν εἰκονογραφία τοῦ Διονύσου καὶ τῆς ἀκολουθίας του, τοῦ θιάσου του, θέμα ποὺ ὅπως φαίνεται ἦταν ἀγαπητὸ στοὺς ζωγράφους-ἀγγειοπλάστες, ἀλλὰ καί στὸν κόσμο, ἀφοῦ τὰ ἀγγεῖα μὲ παραστάσεις γύρω ἀπὸ αὐτὴ τὴ θεματολογία ἔχαιραν τῆς προτιμήσεώς του.


Γαμήλιο γλέντι στὴν αὐλὴ τοῦ σπιτιοῦ. Χορεύει ὁ γαμπρὸς Σωκράτης Καρώνης, τὸν κρατάει ὁ κουμπάρος του Γεώργιος Καραμῆτος. Διακρίνονται οἱ μουσικοί, Νικόλαος Τσιάμπας (Νικο-Τσιβούκας): κλαρίνο, Γεώργιος Τσιάμπας (Φαίκας): κλαρίνο καὶ κιθάρα (;), (1967)


Μουσικὰ ὄργανα στὴ Νεστάνη
Οἱ Νεστανιῶτες καὶ οἱ Νεστανιώτισσες τραγουδοῦσαν «μὲ τὸ στόμα», ὅπως χαρακτηριστικὰ ἀναφέρουν, ἐννοώντας πὼς ἔλεγαν τὰ τραγούδια χωρὶς τὴ συνοδεία τοῦ ὁποιουδήποτε μουσικοῦ ὀργάνου. Αὐτὸ δὲν σημαίνει βέβαια, πὼς στὴ Νεστάνη δὲν συνανατᾶμε μουσικὰ ὄργανα καὶ μάλιστα παιγμένα ἀπὸ Νεστανιῶτες.
Τὰ ὄργανα λοιπὸν συνόδευαν τὰ τραγούδια στὶς διάφορες γιορτές, στὰ πανηγύρια ἀλλὰ καὶ στὰ σπιτικὰ γλέντα. Καὶ βέβαια τὰ μουσικὰ ὄργανα ἦταν παρόντα στὸν παραδοσιακὸ γάμο· στὸν γάμο δηλαδὴ ἔτσι ὅπως αὐτὸς γίνονταν παλαιότερα, τότε ποὺ ἡ νύφη καὶ ὸ γαμπρὸς πήγαιναν στὴν ἐκκλησία μὲ πομπή, ἀποτελούμενη ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς καὶ τούς φίλους τους.
Οἱ ἀφορμὲς γιὰ γλέντια καὶ ξεφαντώματα ἦταν πολλές. Ἀρχικά, οἱ θρησκευτικὲς ἑορτές, ποὺ οἱ μεγάλες τουλάχιστον συνοδεύονταν ἀπὸ πανηγύρι μὲ τραγούδι καὶ χορό. Ἀλλὰ καὶ στὶς ἐννέα —παρακαλῶ— τοπικὲς ταβέρνες, ποὺ τὰ παλαιότερα χρόνια ὑπῆρχαν καὶ λειτουργοῦσαν στὸ χωριό, θὰ συναντοῦσε κανεὶς τὰ βράδια παρέες νὰ διασκεδάζουν ὑπὸ τὸν ἦχο τῶν λαϊκῶν ὀργανων.
Τὰ μουσικὰ ὄργανα ποὺ συναντοῦσε κανεὶς στὴ Νεστάνη δὲν διέφεραν βέβαια ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη στεριανὴ Ἑλλάδα. Μιλᾶμε γιὰ τὸ νταούλι, τὸν ζουρνᾶ ἢ πίπιζα, ὅπως τὸν ὀνόμαζαν, τὴ φλογέρα καὶ βέβαια τὸ κλαρίνο. Ἀλλὰ ἂς δοῦμε τὰ ὄργαναν αὐτὰ λίγο ἀλυτικότερα.


Ο Νεστανιώτης ποιμένας Μῆτσος Καλιαλιὰς (Τούτουνας), παίζει τὴ φλογέρα του. (φωτογραφία: 7.9.1985).


Αὐλυτὴς παίζει διπλὸ αὐλό. Λεπτομέρεια παράστασης ἐρυθρόμορφου ἀττικοῦ ἀγγείου.


Ὁ Παναγ. Γ. Κατσούλης (Μπάινος), Ἀρκάδας ποιμένας ἀπὸ τὸ χωριὸ Σάγκα, ὡς ἄλλος Πάνας, παίζει τὴ φλογέρα του.



Φλογέρα
Ὁ αὐλὸς ἦταν τὸ πιὸ σημαντικὸ ὄργανο τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας. Μόνος του ἢ σὲ συνδιασμὸ μὲ τὴ φωνὴ ἢ μὲ ἔγχορδα ὄργανα, ἰδιαίτερα τὴν κιθάρα, ἔπαιξε ξεχωριστὸ ρόλο στὴν κοινωτικὴ ζωή. Χρισημοποιοῦνταν σὲ πολλὲς τελετές, κυρίως στὶς τελετὲς πρὸς τιμὴν τοῦ Διονύσου, σὲ πομπές, στὸ δράμα, στοὺς ἐθνικοὺς ἀγῶνες, στὰ συμπόσια· συνόδευε τοὺς περισσότερους χορούς, θρησκευτικούς, κοινωνικούς, λαϊκούς, ρύθμιζε τὶς κινήσεις τῶν κωπηλατῶν ἀλλὰ καὶ τὸ βῆμα τῶν στρατιωτῶν.
Ἀπὸ τὸ Πάριον Μάρμαρο γνωρίζουμε πὼς «ὁ Φρύγας Ὕαγνις πρῶτος ἐφεῦρε τὸν αὐλὸ στὶς Κελαινὲς (τῆς Φρυγίας) καὶ ἔπαιξε σ᾿ αύτὸν τὴ φρυγικὴ ἁρμονία». Σύμφωνα μὲ τὸν συγγραφέα Ἀλέξανδρο, στὸ βιβλίο του Συναγωγὴ τῶν περὶ Φρυγίας4Ὕαγνις ἦταν ὁ πρῶτος ποὺ ἔπαιξε τὸν αὐλὸ [ποὺ αὔλησε] (Ὕαγνις δὲ πρῶτον αὐλῆσαι) καὶ ἔπειτα ἀπὸ αὐτὸν ὁ γιός του Μαρσύας καὶ κατόπιν ὁ Ὄλυμπος.
Μιὰ ἄλλη τώρα ἐνδιαφέρουσα παράδοση μᾶς λέει ὅτι τὸν αὐλὸ ἐφεῦρε ἡ θεὰ Ἀθηνᾶ, ἀλλὰ βλέποντας στὴν ἀντανάκλαση τῶν νερῶν τοῦ Μαιάνδρου ὅτι τὸ πρόσωπό της παραμορφωνόταν καθὼς ἔπαιζε, τὸν πέταξε μακριά· ὁ αὐλὸς ἔπεσε στὴ Φρυγία καὶ τὸν βρῆκε ὁ Μαρσύας. Εἶναι βέβαια γνωστὸς ὁ μύθος ποὺ θέλει τὸν Μαρσύα νὰ ὑπερηφανεύεται πὼς παίζει καλύτερα ἀπὸ τὸν θεὸ τῆς μουσικῆς, τὸν Ἀπόλλωνα, καὶ στὴν πρόσκληση τοῦ θεοῦ νὰ κάνουν μουσικὸ ἀγώνα, ὁ Μαρσύας θὰ χάσει μὲ ἀποτέλεσμα τὴ σκληρὴ τιμωρία του ἀπὸ τὸν θεὸ γι᾿ αὐτή του τὴν ἔπαρση.
Ἡ σημερινὴ φλογέρα τῶν βοσκῶν, ὁ ζουρνᾶς, τὸ κλαρίνο (εὐθύαυλος) καὶ τὸ σύγχρονο φλάουτο (πλαγίαυλος), εἶναι οἱ ἀπόγονοι τοῦ ἀρχαίου αὐλοῦ. Ἡ φλογέρα, ἕνα κατ᾿ ἐξοχὴς ποιμενικὸ ὄργανο ποὺ παίζεται κυρίως στὴ στεριανὴ Ἑλλάδα. Ἡ φλογέρα εἶναι ἕνας σωλήνας ἀνοιχτὸς καὶ στὰ δύο ἄκρα φτιαγμένος ἀπὸ διάφορα ὑλικὰ ὅπως, καλάμι, ξύλο, κόκκαλο καὶ τὰ τελευταῖα χρόνια ἀπὸ πλαστικό. Παλαιότερα συναντᾶμε μάλιστα ἰδίως στὰ ἑλληνικὰ νησιά φλογέρες, ὄχι μόνον ἀπὸ κόκκαλο φτερούγας ὄρνιου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ κόκκαλο φτερούγας καὶ ποδιοῦ πελεκάνου καὶ κόρακα. Ἀνάλογα μὲ τὸ μῆκος καὶ τὶς τρύπες ποὺ ἔχουν, οἱ φλογέρες διακρίνονται σὲ κοντὲς ἕως 50 έκατοστά, καὶ μακριὲς ἕως 85 ἐκατοστά. Σήμερα οἱ ὑψηλὴς ποιότητας φλογέρες κατασκευάζονται ἀπὸ ξύλο ἀχλαδιᾶς, κέδρου, rosewood (παλίσσανδρου) καὶ Maple (κελεμπέκι-σφενδάμι).
 
 
Ὁ κλαριτζὴς Νίκος Τσαγγούρης σὲ γλέντι βαφτησιῶν. Νεστάνη, 20 Αὐγούστου 1917.
 
 
Νταουλιέρης σὲ γλέντι βαφτησιῶν. Νεστάνη, 20 Αὐγούστου 2017.

Νταούλι
Στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα συναντᾶμε τὸ τύμπανον, τύπανον, ἕνα κρουστὸ ὄργανο ποὺ χρησιμοπουοῦνταν ἰδιαίτερα στὶς ἱεροτελεστίες τῆς Κυβέλης καὶ τοῦ Διονύσου. Τὸ τύμπανον ἦταν ἕνας ξύλινος κύλινδρος μὲ δερμάτινες μεμβράνες τεντωμένες καὶ ἀπὸ τὶς δυὸ πλευρὲς καὶ παίζονταν μὲ τὸ χέρι συνήθως ἀπὸ γυναῖκες. Ὁ Ἡσύχιος μᾶς παραδίδει: τύμπανα, τὰ δερμάτινα τὰ ἐν Βάκχαις κρουόμενα (ταμποῦρλα [ντέφια], τὰ κραυγαλέα δερμάτινα κόσκινα, τὰ οὺ παίζονται [μὲ χτυπήματα] στὶς βακχικὲς τελετές. Ὁ Πίνδαρος στὸν Διθύραμβο ΙΙ, 9, ἀναφέρει: ρόμβοι τυμπάνων (βροντὲς τυμπάνων).
Τὸ τύμπανο λοιπόν, ἦταν ἕνα εἶδος ταμπούρλου, ἕνα ντέφι χωρὶς ζίλια.
Τὸ νταούλι, ὅπως τὸ γνωρίζουμε σήμερα, εἶναι γνωστὸ ἀπὸ τοὺς βυζαντινοὺς χρόνους καὶ εἶναι τὸ κατ᾿ ἐξοχὴν ρυθμικὸ ὄργανο τῆς στεριανῆς Ἑλλάδας ποὺ τὸ συναντᾶμε σὲ μεγάλη ποικιλία διαστάσεων. Διαφέρει ἐπίσεις τὸ δέσιμο τῶν σκοινιῶν ἡ ἐπεξεργασία τοῦ δέρματος ἀλλὰ καὶ ἡ κατασκευή.
Τὸ νταούλι φτιάχνεται συνήθως άπὸ τὸν ἴδιο τὸν νταουλιέρη καὶ παίζεται κρεμασμένο στὸν ἀριστερό του ὦμο, μὲ δυὸ νταουλόξυλα· ἕνα χονδρὸ καὶ βαρὺ στὸ δεξὶ χέρι καὶ ἕνα λεπτὸ στὸ άριστερὸ τὴν νταουλόβεργα ἢ ἁπλῶς βέργα, βίτσα.
Τὸ νταούλι μαζὶ μὲ τὸν ζουρνᾶ ἀποτελοῦν τὸ παραδοσιακὸ μουσικὸ συγκρότημα τῆς ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδας, συγκρότημα ποὺ εἶναι κατάλληλο γιὰ ἀνοιχτοὺς χώρους.

 
Νεστανιῶτες μουσικοὶ παίζουν σὲ προεκλογικὴ ἐκδήλωση τοῦ ὑποφηφίου Σπύρου Θ. Τσιακόπουλου ποὺ κατέρχονταν ὑποψήφιος μὲ τὸν Τσαλδάρη, ἀπέναντι στὸν Βενιζέλο. Διακρίνονται δυὸ κλαρίνα καὶ ζουρνᾶς. Φωτογραφία τοῦ 1920.

Ζουρνᾶς ἢ πίπιζα
Ὁ Ζουρνᾶς ἢ καραμούζαπίπιζα, εἶναι ὄργανο τύπου ὄμποε, δηλαδὴ ἐπιπνευστὸ μὲ διπλὸ γλωσσίδι, στὸ ὁποῖο ὀφείλει τὸν ὀξύ, διαπεραστικό του ἦχο καὶ μπορεῖ νὰ θεωργηθεῖ καὶ αὐτὸ ἀπόγονος τοῦ ἀρχαίου αὐλοῦ, τὸ κατ᾿ ἐξοχήν πνευστὸ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς μουσικῆς. Κατασκευάζεται πὸ ξύλο καὶ τὸ συναντᾶμε σὲ διάφορα μεγέθη· ἀπὸ 22 ὣς καὶ 60 ἐκατοστά. Τοὺς πιὸ κοντοὺς ζουρνάδες τοὺς συναντᾶμε στὴ δυτικὴ Ρούμελη καὶ τὸν Μοριά, τοὺ μακρύτερους στὴ Μακεδονία. Συνήθως παίζουν δυὸ ζουρνᾶδες μαζί, ὁ ἕνας γιὰ τὴ μελωδία καὶ ὁ ἄλλος γιὰ τὸ ἴσο, καὶ σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ νταούλι άποτελοῦν τὸ παραδοσιακὸ συγκρότημα τῆς στεριανῆς Ἑλλάδας, κατάλληλο γι᾿ ἀνοιχτὸ χῶρο.
 
Ὁ Νεστανιώτης κλαριντζὴς Δῆμος Φουντάλας σὲ φωτογραφία τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿50.
 
Ὁἱ Νεστανιῶτες κλαριντζῆδες Κων/νος Συρεγγέλας (Φικιάλος) (ἀρ) καὶ Δῆμος Φουντάλας (δε) σὲ φωτογραφία τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿50.
 
Κλαρίνο
Τὸ κλαρίνο, ἂν καὶ σήμερα ἀποτελεῖ τὸ κατ᾿ ἐξοχὴν ὄργανο τῶν δημοτικῶν τραγουδιῶν στὴ στεριανὴ κυρίως Ἑλλάδα, προέρχεται ἀπὸ τὴ δύση, ὅπου ἦταν γνωστὸ ὡς κλαρινέτο (ἢ εὐθύαυλος, ν ἀντιθέσει μὲ τον πλαγίαυλο, κοινὼς φλάουτο), μπορεῖ δὲ καὶ γι᾿ αὐτὸ νὰ ποῦμε πὼς προπομπός του εἶναι ὁ ἀρχαῖος αὐλος, φοῦ οἱ ὁμοιότητές παραμένουν σχεδὸν ἴδιες ὡς πρὸς τὴν τεχνικὴ ἐκτέλεσης καὶ τὴν κατασκευή. Ὡς λαϊκὸ μουσικὸ ὄργανο στὴν Ἑλλάδα μᾶς ἦρθε, πιθανότατα, ἀπὸ τὴν Τουρκία κάπου στὰ μέσα τοῦ 19ου αἰώνα.
Θὰ διαδωθεῖ τάχιστα ἀπὸ τὴν Ἤπειρο καὶ τὴ Δυτικὴ Μακεδονία στὴν ὑπόλοιπη χώρα καὶ σὲ συνδιασμὸ μὲ τὸ βιολί, τὸ λαγοῦτο καὶ τὸ ντέφι ἀργότερα καὶ μὲ τὸ σαντούρι θὰ ἀπετελέσουν τὴν κομπανία, τὸ κατ᾿ ἐξοχὴν λαϊκὸ συγκρότημα τῆς στεριανῆς Ἑλλάδας, ἀντικαθιστώντας σιγὰ-σιγὰ τὸ παραδοσιακὸ σχῆμα τῶν δυὸ ζουρνάδων καὶ νταουλιοῦ, δηλαδὴ τὴ ζυγιά.
Στὸ λαϊκὸ κλαρίνο περνοῦν τὰ «πιασίματα» τῆς φλογέρας καὶ τοῦ ζουρνᾶ, πετυχαίνοντας ἔτσι, μὲ μιὰν ἰδιότυπη τεχνική, σ᾿ ἕνα δυτικότροπο μουσικὸ ὄργανο τὰ μὴ συγκερασμένα διαστήματα τῶν παραδοσιακῶν ἑλληνικῶν κλιμάκων.
Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ μεσοπολέμου τὸ κλαρίνο θὰ πάρει τὰ πρωτεῖα νάμεσα στὰ μελωδικὰ μουσικὰ ὄργανα, σὲ σημεῖο μάλιστα νὰ ἀναγνωστεῖ ὡς ὄργανο «ἐθνικό». Θὲ ὁδηγήσει δὲ τὴ μουσικὴ σὲ μιὰ λαμπρὴ περίοδο, ἀφοῦ πολλοὶ ἄξιοι δεξιοτέχνες θὰ ἐπεξεργαστοῦν τὶς παλιὲς μελωδίες μέσα ἀπὸ τὸν ἦχο του ἀλλὰ καὶ θὰ ἐξελίξουν τὴν τεχνικὴ τοῦ παιξίματός του.


 
 Χορὸς στὴν αὐλὴ τοῦ σπιτιοῦ στὸ γάμου τοῦ Σωκράτη καὶ τῆς Κων/νας Καρώνη (τὸ γενὸς Ἀθανασοπούλου). Διακρίνονται οἱ μουσικοί, Νικόλαος Τσιάμπας (Νικο-Τσιβούκας): κλαρίνο, Γεώργιος Τσιάμπας (Φαίκας): κλαρίνο καὶ κιθάρα (;), (1967)
 

  Χορὸς μὲ ὄργανα σὲ πανυγήρι. Παίζουν οἱ μουσικοί: Γεώργιος Τσιάμπας (Φαίκας) κλαρίνο καὶ Γεώργιος Τσιάμπας (Γιωργο-Τσιβούκας) νταούλι.
 
...καὶ οἱ Νεστανιῶτες ὀργανοπαῖχτες
Τέλος, κλείνοντας τὸ ἀφιέρωμά μας, ὀφείλουμε μιὰ ὀνομαστικὴ ἀναφορὰ σὲ ὅλους τοὺς Νεστανιῶτες ὀργανοπαῖχτες ποὺ συνόδευαν μὲ τοὺς ἤχους τῶν ὀργάνων τους τὸν κοινονικὸ βίο στὴν Ἀρκαδικὴ κώμη. Ἀκολουθεῖ λοιπόν, ὁ κατάλογος μὲ τοὺς Νεστανῶτες καὶ τὰ ὄργανα ποὺ ἔπαιζαν — ἐλπίζουμε ἡ μνήμη νὰ μὴν μᾶς ἔπαιξε κάποιο παιχνίδι ἀφήνοντας κάποιον ἀπέξω, γι᾿ αὐτὸ καὶ προκαταβολικά, ζητᾶμε ταπεινὰ συγγνώμη γιὰ τὴν ὅποια παράλειψή μας.
Νταούλι
Γεώργιος Τσιάμπας τοῦ Νικολάου [Τσιβούκας].
Χρῆστος Χατζὴς [Λουκάντρας].
Ιωάννης Μαντᾶς τοῦ Τιμολέωντος.
Παναγιώτης Ἀλεξόπουλος [Λαφαζάνης].
Θοδωρὴς Ντουάζος καὶ Μῆτρος Ντουμάζος.
Ἀποστόλης Τσόπελας [Γαληνός].
Σταῦρος Σπανὸς  [Σταυρομπέτσος].
 
 Ζουρνᾶς (πίπιζα)
Κωνσταντῖνος Ρεβελιώτης [Κωτσιοχρόνης].
Περικλὴς Τσιάμπας.
Σταῦρος Σπανὸς [Σταυρομπέτσος].
Παναγιώτης Ἀλεξόπουλος [Λαφαζάνης].
Περικλὴς Τσιάμπας.
Πάνος Τσάμπας.

 Βιολὶ
Χαρίλαος Γκουντάνης τοῦ Προκοπίου.
Χρῆστος Χατζὴς τοῦ Δημητρίου [Λοκάντρας].
 
Φλογέρα
Δημήτριος Τούτουνας [Μητσιο-Καλιαλιᾶς].
Χρῆστος Τσιάμπας [Καμπανᾶς].
Γιαννάκος Καρώνης [Μπέκος].
Ἀντρίκος Σπέντζος τοῦ Κυριάκου [Μπελεζώνης].
Βαγγέλης Τσακόπουλος τοῦ Γεωργίου.
Παναγιώτης Τσακόπουλος τοῦ Γεωργίου [Ἀλὴς ἢ Νταγρές].
 
Κλαρίνο
Γεώργιος Τσιάμπας τοῦ Περικλῆ [Φαίκας].
Κωνσταντῖνος Συρεγγέλας του Γεωργίου [Φικιάλος]
Πέτρος Κυριακόπουλος [Πετροστυλιαρᾶς]
Ἰωάννης Μαντᾶς τοῦ Τιμολέωντος.
Νικόλαος Τσιάμπας τοῦ Γεωργίου [Τσιβούκας].
Πάνος Τσιάμπας.
Τίμος Μαντᾶς.
Γεώργιος Μαντᾶς τοῦ Γεωργίου [Γιωγρολιᾶς].
Δμος Φουντάλας το Δημητρίου.
Θοδωρὴς Ντουμάζος καὶ Μῆτρος Ντουμαζος.
Κωνσταντῖνος Μπουρανάνης τοῦ Δημητρίου.
Σωτῆρος Διαμαντόπουλο [Παναγιωτάτσης ἢ Μπελιμές].
Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος [Μπόκος].
 
Αὐτοσχέδιοι Λαικοὶ τραγουδιστὲς
Σωκράτης Καραμῆτος τοῦ Σωτηρίου.
Ἀθανάσιος Ἀρβανίτης [Κατσαφάρας].
Βασίλειος Ντουμάζος.
Κωστὴς Ρεβελιώτης τοῦ Γεωργίου.


ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΡΩΝΗΣ
Πάτρα, Μάρτιος-Ἀπρίλιος 2020

Σημειώσεις

1. Ὀδυσσέας Ἐλύτης, Αὐτοπροσωπογραφία σὲ λόγο προφορικό, Ὕψιλον / βιβλία, Ἀθήνα 2000.
2. τερπόμενον μὲ ὄμορφη φόρμιγγα, ποὺ εἶχε κομψό, ἀργυρὸ ζυγὸ μὲ τέχνη ἐξειργασμένο.
3. τέθηπα ἀόρ. μετ. ταφών = κατέχομαι ἀπὸ ἔκπληξη· ἀνόρουσεν = ἀναπήδησε, ἀνυψώθηκε.
4. Πλουτάρχου, Περὶ μουσικῆς 1132F, 5.


Μούσα πάιζει λύρα. Ἔγχρωμη παράσταση σὲ ἀττικὴ λήκυθο.


Βασικὴ Βιβλιογραφία

Ἀνωγιανάκης Φοῖβος, Ἑλληνικὰ μουσικὰ ὄργανα, Ἐκδόσεις Μέλισσα, Ἀθήνα 1991.
Γεωργίου Μιχάλης, Ἀρχαῖα μουσικὰ ὄργανα, Ἐκδόσεις Ἐν Τύποις, Ἀθήνα 2019.
Decharme Paul, Ἑλληνικὴ Μυθολογία, μετ. Ἀντρέας Φραγκιᾶς, Ἐκδόσεις «Ἱστορικῶν Βιβλίων», Ἀθήνα χ.χ.ἔ.
Ἑλληνικὴ Μυθολογία, 5 τόμοι, ὑπὸ τὴν γενικὴ ἐποπτεία Ι.Θ. Κακριδῆ, Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν, Ἀθήνα 1986.
Graves Robert, Οἱ ἑλληνικοὶ μύθοι, 4 τόμ., μετ. Λεωνίδας Ζενάκος, Ἐκδόσεις Πλειᾶς-Ρούγκας, Ἀθήνα 1979.
Kerényi Károly, Ἡ Μυθολογία τῶν Ἑλλήνων, μετ. Δημ. Σταθόπουλος, Ἐκδόσεις Βιβλιοπωλεῖον τῆς «Ἑστίας», Ἀθήνα 1974.
Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, συλλογικό, τόμ. Α, Β, Γ1 - Γ2, Δ, Ε, Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν, Ἀθήνα 1990.
Καρώνης Παναγιώτης, Τραγούδια τῆς Νεστάνης, Ἐκδόσεις Τὸ Δόντι, Πάτρα 2013.
Καρώνης Παναγιώτης Να ᾿ναι ἡ νύφη τρυγονάκι κι ὁ γαμπρὸς περισταράκι – Ὁ γάμος στὴ Νεστάνη Ἀρκαδίας μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρό, Ἐκδόσεις Τὸ Δόντι, Πάτρα 2018.
landel John G. Ἡ μουσικὴ στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα καὶ Ρώμη, μετ. Νάνσυ Κουβαράκου, ἘκδόσειςἼων, Ἀθήνα 2011.
Μιχαηλίδη Σόλωνα, Ἐγκυκλοπαίδεια τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς μουσικῆς, Μορφωτικὸ Ἵδρυμα Ἐθνικῆς Τραπέζης, Ἀθήνα 1981.
Μπένγκτσον Χέρμαν, Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλλάδας, μετ. Ἀνδρέας Γαβρίλης, Ἐκδόσεις Μέλισσα, Ἀθήνα 1979.
Ὁμήρου, Ἰλιάς, μετ. Ἰάκωβος Πολυλᾶς, εἰσαγωγὴ Ι. Θ. Κακριδής, Ἐκδόσεις «Φιλολογική», Ἀθήνα χ.χ.ἔ.
Παπαγιάννης Ἀθανάσιου Φιλ., Ἱστορία τῆς Νεστάνης Ἀρκαδίας, Ἐκδόσεις Ἱστορία καὶ Λαογραφία τοῦ Μοριᾶ, Ἀθήνα 2004.
Ρηγόπουλος Νικόλαος Ι., Ἱστορία τῆς Μαντινείας, Ἔκδοσις τῶν «Παγκοσμίων Στρατιωτικῶν Νέων», Ἀθήνα 1938.
Fougères Gustave, Mantinée et l’Arcadie Orientale, A. Fontemoing, Παρίσι
1898.
Fougères Custave, Un voyage en Arcadie, Lille 1901.
West Martin L. Ἀρχαία ἑλληνικὴ μουσική, μετ. Στάθης Κομνημός, Ἐκδόσεις Παπαδήμας, Ἀθήνα 2010.



© κειμένου: Παναγιώτης Καρώνης 2020, μὲ τὴν ἐπιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματος.
Ἀπαγορεύεται ἡ ἀναδημοσίευση, ἢ ἀναπαραγωγή, ὁλική, μερικὴ ἢ περιληπτικὴ ἢ κατὰ παράφραση ἢ διασκευὴ καὶ ἀπόδοση τοῦ περιεχομένου τοῦ παρόντος ἄρθρου μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση μὲ τὸν συγγραφέα του.


...ΚΑΙ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ 



Τρες Μοσες. Ἀνάγλυφη μαρμάρινη πλάκα ἀπὸ τὴ βάση το συντάγματος το Ἀπόλλωνος, τς Ἀρέμιδος καὶ τῆς Λητος στ Μαντίνεια· ἀποδίδεται στὸν Πραξιτέλη. νακαλύφθηκε στὶς ἀνασκαφὲς ποὺ πραγματοποίησε στὴ Μαντίνεια Γάλλος ἀρχαιολόγος Gustave Fougères τὸ 1887-1888. Πρῶτο ἥμισυ 4ου αἰ. π.Χ. Ἀθήνα, Ἐθνικὸ Ἀρχαιολογικ Μουσεο.


Μουσικὸς ἀγώνας Ἀπόλλωνος καὶ Μαρσύα μὲ τὸν Σκύθη νὰ παρακολουθεῖ. Ἀνάγλυφη μαρμάρινη πλάκα ἀπὸ τὴ βάση το συντάγματος το Ἀπόλλωνος, τς Ἀρέμιδος καὶ τῆς Λητος στ Μαντίνεια· ἀποδίδεται στὸν Πραξιτέλη. Ἀνακαλύφθηκε στὶς ἀνασκαφὲς ποὺ πραγματοποίησε στὴ Μαντίνεια Γάλλος ἀρχαιολόγος Gustave Fougères τὸ 1887-1888. Πρῶτο ἥμισυ 4ου αἰ. π.Χ. Ἀθήνα, Ἐθνικὸ Ἀρχαιολογικ Μουσεο.


Μαρμάρινο ἀντίγραφο τοῦ μπρούτζινου συμπλέγματος ἀγαλμάτων τοῦ Μύρωνος ποὺ ἦταν στημένο στὴν Ἀκρόπολη. Ἡ θεὰ Ἀθηνᾶ, ὅταν δοκίμασε γιὰ πρώτη φορὰ νὰ παίξει αὐλό, εἶδε τὸ εἴδωλό της νὰ καθρεφτίζεται στὰ νερά τοῦ Μαιάνδρου μὲ φουσκωμένα μάγουλα, παραμορφωμένα τὰ χείλη καὶ τὸ πρόσωπο. Ἔτσι, μὲ βδελυγμία πέταξε τὸν αὐλό, ποὺ μάζεψε ὁ Σάτυρος Μαρσίας, ὁ ὁποος μὲ ἀνυπομονησία περίμενε αὐτή της τὴν κίνηση. Ρώμη, Μουσεῖο Βατικανο.



Φτερωτὴ μορφή, πιθανὸν ὁ Ἔρως, παίζει αὐλό. Παράσταση ρυθρόμορφου άττικοῦ άγγείου.



Αὐλητρὶς παίζει διπλὸ αὐλό.. Λεπτομέρεια παράστασης ρυθρόμορφου άττικοῦ άγγείου.


Αὐλητρὶς παίζει σὲ συμπόσιο. Λεπτομέρεια παράστασης ρυθρόμορφης ττικς κύλικας.



Αὐλητρὶς παίζει διπλὸ αὐλό καὶ δίπλα της ἄνδρας ἐκτελεῖ χορευτικὲς κινήσεις. Καὶ οἱ δυὸ φέρουν στεφάνια κισσοῦ. Λεπτομέρεια παράστασης ρυθρόμορφου ἀττικοῦ ἀγγείου.


 
Αὐλητρὶς παίζει σὲ συμπόσιο. Λεπτομέρεια παράστασης ρυθρόμορφου ἀττικοῦ ἀγγείου.


Ὁ ἀγώνας μεταξὺ τοῦ κιθαρωδοῦ Ἀπόλλωνος καὶ τοῦ Φρύγα αὐλητὴ Μαρσύα.
Ἐρυθρόμορφο ἀττικὸ ἀγγ
εῖο.



Ἐρυθρόμορφο ἀττικὸ ἀγγεῖο στὸ ὁποῖο εἰκονίζεται μάθημα μουσικῆς.


Δυὸ νεαροὶ ποὺ ὁ ἕνας παίζει λύρα ἐνῶ ἄλλος ἐπιδίδεται σὲ χορευτικὲς κινήσεις


Κιθαρωδός, λεπτομέρεια ἐρυθρόμορφου ἀττικοῦ ἀγγείου.


Κιθαρωδός, λεπτομέρεια μελανόρόμορφου ἀττικοῦ ἀγγείου.


Αὐλητρὶς παίζει σὲ συμπόσιο. ρυθρόμορφη ττικ κύλικα.


Κιθαρωδός, λεπτομέρεια ἐρυθρόμορφου ἀττικοῦ ἀγγείου.


Γλέντι μὲ αὐλὸ καὶ τύμπανο γιὰ τὴ νίκη ἀθλητὴ σὲ ἀγώνα.


Ὁ θεὸς τῆς μουσικῆς Ἀπόλλων, δαφνοστεφανωμένος, παίζει λύρα.
Λεπτομέρεια Ἐρυθρόμορφου ἀττικοῦ ἀγγείου.


Ὁ Διόνυσος στεφανωμένος μὲ κισσὸ παίζει λύρα.
Τὸν πλαισιώνουν δυὸ Σάτυροι ποὺ παίζουν κρόταλα, ἐνῶ ὁ ἕνας κρατάει μὲ τὸ χέρι του κλαδὶ άμπέλου. ρυθρόμορφη ττικ κύλικα.



Τρεῖς στεφανηφόροι νέοι. Οἱ δυὸ παίζουν τὶς λύρες τους.
Λεπτομέρεια Ἐρυθρόμορφου ἀττικοῦ ἀγγ
είου.


Μαινάδα στεφανωμένη μὲ κισσὸ καὶ φέρουσα δέρας ζώου, παίζει τύμπανο. Ἀκολουθεῖ θυρσοφόρος Μαινάδα.
Λεπτομέρεια Ἐρυθρόμορφου ἀττικοῦ ἀγγείου.


Μούσα καθησμένη σὲ βράχο παίζει ἕνα εἶδος ἔγχορδου. Λεπτομέρεια άνάγλυφης μαρμάρινης πλάκας ἀπὸ τὴ βάση το συντάγματος το Ἀπόλλωνος, τς Ἀρέμιδος καὶ τῆς Λητος στ Μαντινεία· ἀποδίδεται στὸν Πραξιτέλη. νακαλύφθηκε στὶς ἀνασκαφὲς ποὺ πραγματοποίησε στὴ Μαντίνεια Γάλλος ἀρχαιολόγος Gustave Fougères τὸ 1887-1888. Πρῶτο ἥμισυ 4ου αἰ. π.Χ. Ἀθήνα, Ἐθνικὸ Ἀρχαιολογικ Μουσεο.


Ὁ Νεστανιώτης κλαριντζὴς Παναγιώτης Μπόκος δοκιμάζει τὶς δυνάμεις του στὸ νταούλι, 20 Αὐγούστου 2017.