Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Ο ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ (<ἐργαλεῖον) ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ





Ο Αργαλειός, Αγήνωρ Αστεριάδης (1878-1977), λάδι σε καμβά.


Ο Αργαλειός, (<ἐργαλεῖον <ἰστός), ἀφιέρωμα
Μεταξωτὸ 'ναι τὸ πανί, μεταξωτὸ τὸ χτὲνι,
μεταξωτὴ κ' ἡ κοπελλιά ποὺ κάθεται κ' ὑφαίνει.

Μικρή εισαγωγή
Την τέχνη της ύφανσης στον άνθρωπο δίδαξε η θεά Αθηνά που με τη σειρά της την είχε διδαχθεί από τους Κύκλωπες.
Όπως μαρτυρούν τα ευρήματα, η τέχνη της υφαντικής ήταν γνωστή στον άνθρωπο από τη νεολιθική εποχή.
Αδιάψευστη είναι η μαρτυρία του Όμηρου που πολύ συχνά μας τον αναφέρει και βάζει μάλιστα τις ηρωίδες του να ασχολούνται με την ύφανση.
Στην Οδύσσεια, η Πηνελόπη για να παραπλανήσει τους μνηστήρες που έχουν εγκατασταθεί στο παλάτι του Οδυσσέα και επιτακτικά της ζητούν να αποφασίσει ποιον απ’ όλους τους θα παντρευτεί, επιμένει να πάρει την απόφασή της, όταν τελειώσει την ύφανση ενός περίτεχνου υφαντού που φτιάχνει. Κάτι που δεν θα γίνει βέβαια ποτέ, μιας και η πονηρή σύζυγος του πολυμήχανου Οδυσσέα, Πηνελόπη, την ημέρα υφαίνει και την νύχτα ξυφαίνει, με αποτέλεσμα το πανί να μην τελειώνει ποτέ. Αυτό θα γίνει βέβαια γνωστό από κάποια υπηρέτρια που θα δώσει τέλος στο ψέμα της. Στην Οδύσσεια επίσης (Ραψ. Α, στ. 356), ο Τηλέμαχος λέει στην μητέρα του, όταν αυτή τον συμβουλεύει για να τον προστατεύσει από την απληστία των μνηστήρων: «Αλλ' εις οίκον ιούσα τα σ' αυτής έργα κόμιζε, ιστόν τ' ηλακάτη ντε», (Γύρνα στο σπίτι σου και κοίταξε τις δικές σου δουλειές, τον αργαλειό και τη ρόκα σου).
Αλλά και στην Ιλιάδα παρ’ όλο που έχουμε να κάνουμε με ένα ηρωικό έπος, ο Ποιητής μας δεν παραλείπει να αναφερθεί στην τέχνη του αργαλειού και να βάλει τις ηρωίδες του να ασχολούνται με αυτόν. Πιθανόν για τον ποιητή να είναι και μια έντονη αντιπαράθεση και σύγκριση της ειρηνικής ζωής με την έντονη πολεμική δραστηριότητα που διεξάγεται έξω από τα τείχη του Ίλιου, αποτέλεσμα της οποίας είναι να γεμίζει καθημερινά η πεδιάδα με νεκρά κορμιά.
Στην Αθήνα, στην μεγάλη γιορτή των Παναθηναίων, Αθηναίες κόρες ύφαιναν τον πέπλο της θεάς, που με πομπή τον έφερναν στην Ακρόπολη για να τον τοποθετήσουν στον ναό της. Αλλά δεν είναι λίγες οι αγνύθες που έχουν βρεθεί σε διάφορες ανασκαφές -αγνύθες ήταν τα υφαντικά βάρη που συνήθως ήταν πέτρες και τραβούσαν τα νήματα στον κάθετο αργαλειό.
Ο αργαλειός κυριάρχησε στο ελληνικό νοικοκυριό πάνω από 3 χιλιετίες.
Στο Ομηρικό λεξικό του Παναγή Λορεντζάτου για το λήμμα Ἱστός, που μας το παραδίσει σαν αργαλειό, αλλά και σαν το κατάρτι το άλμπουρο, διαβάζουμε (η γραφή του Λορεντζάτου διατηρήθηκε όπως ο ίδιος την εξέδωσε):
«Ἱστός ὁ: ἵστιμι= πράγμα στηθὲν καὶ μένον ὄρθιον, εἶτα δὲ ὁ ἀργαλειός. Εἰς τὸν σημερινὸν ἀργαλειὸν τὸ ὑφασμένον ὕφασμα ἁπώνεται προ τοῦ καθημένου ἐργάτου κατὰ διεύθυνσις ὁριζόντιον, διότι ὁριζόντιος εἶναι καθόλου παρ' ἡμῖν ὁ ἱστός. Ἀλλ'εἰς τοὺς ἀρχαίους ὁ ἱστὸς ἦτο ´ορθιος (κάθετος) καὶ ὁ ὑφαίνων ἐργαζόμενος δὲν ἐκάθητο. Ἀλλ' ἵστατο πρὸ αὐτοῦ. Ἀποτελεῖτο δὲ ἐκ δύο καθέτων δοκῶν (ἀρχ. Ἱσόποδες, κελέοντες, σήμερον πολλαχοῦ τελάρα) συνδεομένων ἄνωθεν διὰ τρίτης ἐγκαρσίας λεπτοτας. Ἀμέσως κάτωθεν τῆς ἐγκαρσίας ταύτης δοκίδος ὑπῆρχε μεταξὺ τῶν δύο καθέτων δοκῶν, τῶν παραστάδων δηλ. τοῦ ἱστοῦ, ἐγκαρσίος ξύλινος κύλινδρος (ἀντὶ) δυνάμενος νὰ περιστρέφαιται καὶ προωρισμένος νὰ δέχεται τὸ ἔτοιμον ἤδη ὕφασμα, ὅπερ ἐτυλίσσετο περὶ αὐτόν.
Εἰς τὸν κύλινδρο τοῦτον, ἀρχομένης τῆς ὑφάνσεως, ἐστερεώνοντο τὰ νήματα (τὰ άποτελοῦντα οὕτω τὸν στήμονα, τοὺς στήμονας <ὁμηρικό: μίτος> σήμερον στημόνι ἰ κατωτέρω), τὰ ὁποῖα, ἀφοῦ ἐπερῶντο διὰ μέσου ὀπῶν (θηλειῶν) κατὰ μῆκος δύο κινητῶν ἐγκαρσίων ῥάβδων, εὐρισκομέων μεταξὺ τῶν δύο παραστάδων τοῦ ἱστίου ἔμενον ἀνηρτημένα ἀπὸ τοῦ κυλίνδρου καὶ τεταμένα πρὸς τὰ κάτω κατὰ διεύθυνσιν κάθετον, ἐπετυνχάνετο δὲ τοῦτο, διότι εἰς τὰ ´ακρα των προσεδένοντο βαρίδια. Αἱ δύο κινηταὶ ῥάβδοι διὰ τῶν ὀπῶν τῶν ὁποίων ἐπερῶντο τὰ νήματα ὠνομάζοντο κανόνες εἰς ἑκάτερον τῶν κανόνων τοῦτων δὲν ἐπέρωντο τὰ νήματα ὅπως ἐτύχαινε, ἀλλ' ὅσα μὲν ἧσαν περιττοῦ ἀριθμοῦ εἰς τὸν ἕτερον, ὅσα δὲ ἀρτίου εἰς τὸν ἕτερον,
Οὔτω ἐναλλάξ καὶ συνεχῶς ἑκλκομένων τῶν κανόνων ὑπὸ τῆς ὑφαινούσης γυναικὸς πρὸς τὸ μέρος της (πρ. Τανύειν κανόνα Ψ 761) ἐψωρίζοντο ἑκάστοτε αἱ δύο σειραὶ τῶν νημάτων (τὰ μονὰ καὶ τὰ ζυγὰ νήματα) καὶ διὰ τοῦ σχήματιζομένου ἀνοίγματος ἐπερᾶτο ῥιπτομένη ἐκ τῶν δεξιῶν πρὸς τὰ άριστερὰ καὶ τἀνάπαλιν ἡ κερκὶς (σήμερον σαΐτα), άπὸ τῆς ὁποίας ἐξετυλίσσετο τὸ πηνίον ἢ ἡ κρόκη (σήμερον ὑφάδι) καὶ οὕτω προυχώρει ἡ ἐργασία (ὑφάδι εἶναι τὸ νῆμα τὸ κατὰ πλάτος τοῦ ὑφάσματος, ἀντιτίθεταιο δὲ πρὸς τὸ στιμόνι <ὁμηρικὸν: μίτος> τὸ κατὰ μῆκος τοῦ ὑφάσματος. Εὐνόητον ὅτι διὰ τῆς ἐναλλάξ κνήσεως τῶν κανόνων καὶ τοῦ χωρισμοῦ τῶν νημάτων τοῦ στήμονος, περωμένης τῆς φερούσης τὸ πηνίον κερκίδος ἐναλλάξ ἐκ τῶν δεξιῶν πρὸς τὰ άριστερὰ καὶ τἀνάπαλιν, ἑκατέρα τῶν δύο σειρῶν νημάτων (τὰ μονὰ καὶ τὰ ζυγὰ νήματα) εὑρίσκετο ἄλλοτε μὲν ἄνωθεν, ἄλλοτε δὲ κάτωθεν τοῦ πηνίου καὶ τἀνάπαλιν».


Νεστανιώτισα υφαίνει στον αργαλειό της.

Ο Αργαλειός στη Νεστάνη Αρκαδίας
Στη Νεστάνη, όπως και σε όλα τα χωριά της Ελλάδας, τα παλαιότερα χρόνια, η κύρια ενασχόληση των γυναικών ήταν η κατασκευή υφαντών για τις καθημερινές ανάγκες της οικογένειάς τους και του νοικοκυριού τους. Με άλλα λόγια, το γνέσιμο και η ύφανση των ρούχων.
Σε όλα τα σπίτια τού χωριού υπήρχε αργαλειός στον οποίο οι Νεστανιώτισσες ύφαιναν καθημερινά. Η αγροτική και κτηνοτροφική οικογένεια της Νεστάνης για να βοηθήσει την οικιακή της οικονομία φρόντιζε να έχει στημένο μόνιμα τον αργαλειό σε κάποιο μέρος του σπιτιού, ή και έξω από το σπίτι, κάτω από το χαγιάτι -ειδικά μάλιστα τους καλοκαιρινούς μήνες- προκειμένου να παράγει το ρουχισμό της. Ουσιαστικά μιλάμε για ένα μικρό υφαντουργικό εργαστήριο με το οποίο κάλυπτε της ανάγκες της σε είδη ρουχισμού, τόσο ατομικού (ποδιές, φανέλες, γιορντάνια, χοντρές κάπες, παντελόνια, πουκάμισα, πόλκες, φουστάνια, βράκες, φανέλες, ζώστρες κλπ.), όσο και οικιακού (σεντόνια, χαλιά, τραπεζομάντιλα, πετσέτες, κρεβατόγυρους, προσόψια, βαριά κλινοσκεπάσματα, σακιά, ταγάρια κλπ).
Ο αργαλειός βέβαια έπρεπε να είναι στέρεα και σταθερά στημένος προκειμένου να γίνει η ύφανση. Τον αργαλειό αποτελούν διάφορα ξύλα που συνδέονται μεταξύ τους -αλλά και με άλλα ξύλα- με ειδικούς αρμούς. Αυτά αποτελούν τον σκελετό του αργαλειού, δηλαδή τα σταθερά του μέρη που ουσιαστικά είναι τέσσερα ισομεγέθη γερά και βαριά όρθια ξύλα, φτιαγμένα από σκληρό δέντρο (συνήθως καστανιά ή οξιά).
Για να αρχίσει την ύφανση, η ανυφάντρα –από τη στιγμή που είχε γνέσει τα νήματα- χρειάζονταν να κάνει μια προεγρασία. Η προεργασία αυτή ονομαζόταν «σούρσιμο του πανιού». Το σούρσιμο του πανιού δεν ήταν τίποτα περισσότερο από το τύλιγμα των νημάτων των πακέτων που είχε αγοράσει ή γνέσει. Στη συνέχεια άρχιζε το μίτωμα (ή μίτιασμα), μια διαδικασία κατά την οποία οι σπουδαίες Νεστανιώτισσες τεχνίτριες του αργαλειού, περνούσαν το νήμα στα μιτάρια. Η ειδική αυτή εργασία, απαιτούσε πείρα και βέβαια γνώσεις, και γίνονταν από τις τυλίχτρες ή μιτώστρες οι οποίες έπαιρναν αμοιβή γι' αυτή τους την εργασίας. Η κάθε νοικοκυρά δεν μπορούσε να κάνει μόνη της το μίτωμα, γιατί ήταν δύσκολη και πολύπλοκη δουλειά και απαιτούσε ταλέντο και πείρα. Η ειδική αυτή εργασία γινόταν μάλιστα σε ανοιχτό χώρο. Συνήθως σε κάποιο αλώνι ή στο δρόμο γαιτί απαιτούσε μεγάλη έκταση προκειμένου να απλωθούν τα νήματα. Μικρό παιδάκι, έχω ακόμα την εικόνα των γυναικών που κάνανε το σούρσιμο του πανιού και το μίτωμα στο «αλώνι του Παπαγιάννη», και σε άλλα σημεία της Απάνου Μεριάς της Νεστάνης.
Όταν πια και η ειδική αυτή διαδικασία έχει γίνει, η ανυφάντρα είναι έτοιμη να αρχίσει την ύφανση. Επιγραμματικά να πούμε ότι, η γυναίκα που ύφαινε στον αργαλειό, περνούσε τη σαΐτα με το νήμα, μετακινώντας την πέρα δώθε, και με τις παλινδρομικές κινήσεις του χτενιού που πήγαινε προς τα μπρος και προς τα πίσω το νήμα μετατρέπονταν σε ύφασμα· έτσι δηλαδή γινόταν η ύφανση. Το υφασμένο πανί τυλίγονταν φτιάχνοντας κύλινδρο που το λέγανε βιλάρι.
Από το γίδινο και τραγίσιο μαλλί, που το μεταμόρφωναν σε μάλλινο υφασμένο πανί, οι Νεστανιώτισσες έφτιαχναν σαΐσματα, καπότες, κάπες κλ.π. Από το μαλλί  των προβάτων έφτιαχναν καπότες, γυναικεία γιουρντιά, ταγάρια, μάλλινες φανέλλες, πανωβράκια, κάλτσες (σκαλτσούνια), σκούφους, γυναικεία κορμοφάνελλα, μαλλινοφούστανα, ζώστρες κλ.π. Για το ράψιμο του γιουρντιού μάλιστα, έφερναν τερζή, ειδικό δηλαδή ράφτη. Τέτοιοι ράφτες –τερζίδες- έρχονταν από το Καστρί Κυνουρίας για να ράψουν τα γιουρντιά των Νεστανιωτισσών αλλά και από άλλα μέρη της Κυνουρίας.


Αργαλειός, έργο του Θεόφιλου, (λεπτομέρεια).


Ο σκελετός του αργαλειού
Ο σκελετός –τα σταθερά μέρη- λοιπόν του αργαλειού αποτελούνται από:
Δύο μεργιά στα οποία στηρίζονται τα πόδια, τις κολώνες, την κοράτσα, την κορατσίνα, τα λάσφυρα, τα κλειδιά και τους πόρους.
Τα υπόλοιπα εξαρτήματα έχουν ως εξής:
1. Ποδάρι, 2. Μεριά ή πατητήρες, 3. Πετάλια, 4. Κορώνα Όρθια ή αμασκάλη, 5. Αντί στο οποίο τυλίσσεται το στημόνι, 6. Κορώνα εγκάρσια, 7. Πέταλο, 8. Τμήμα Πετάλου που μπαίνει το χτένι, 9. Υφασμένο πανί, 10. Αντί που τυλίγεται το βαμμένο πανί, 11. Αργαστηροσάνιδο ή Τελαροσάνιδο ή Κωλοσάνιδο, 12. Καρόλι από όπου κρέμονται οι μίτοι ή καβαλάρηδες, 13. Περάτες (δυο εμπρός και δύο πίσω), 14. Σφίκτης (βέργα που σφίγγει και ξεσφίγγει το στημόνι, 15. Σφίκτης που σφίγγει το ύφασμα, 16. Περάτης, πισινός που κρατά τα μεριά, 17. Πήχες μετάλλου.
Ας δούμε όμως αναλυτικά τα εξαρτήματα του αργαλειού:
1. Χτένια: Το χτένι είναι ένα παραλληλόγραμμο ύψους 10-12 εκ. που μεταξύ της πάνω και κάτω παραλλήλου έχει πλήθος από λεπτά δόντια .Γίνετε από καλάμια ή ξύλα. Τα μεσοδιαστήματα ανάμεσα στα δόντια καλούνται «θύρες», και από μέσα τους περνούν τα νήματα.
2. Πέταλα: Χρησιμεύει για την τοποθέτηση του χτενιού.
3. Μιτάρια ή Μίτοι: Τα μιτάρια είναι κυλινδρικά ξύλα παράλληλα μεταξύ τους που πάνω τους είναι δεμένοι πολλοί λεπτοί σπάγκοι που πλέκονται από ειδικές τεχνίτριες. Το τι υφαντό ήθελες να υφάνεις κανόνιζε πόσα μιτάρια θα είχε ο αργαλειός που άλλες φορές ήταν δύο αλλά μπορεί να φτάσει και τα δεκατέσσερα. Τα μιτάρια βοηθούν στην καλύτερη στερέωση του νήματος
4. Πήχες: Απ' αυτές κρέμονται οι μίτοι και το πέταλο.
5. Πατητήρες: Είναι λωρίδες από στερεό πανί, στερεωμένες σ' ένα ξύλο στο πάτωμα. Σ' αυτές είναι δεμένοι οι «μίτοι».
6. Σαΐτα: Πρόκειται για ένα ξύλο ελλειψοειδές που ήταν σκαμμένο εσωτερικά και κατά μήκος συγκρατούσε μια βέργα. Στη βέργα τυλίγονταν το βαμβακερό νήμα. Με την σαΐτα η υφάντρια περνούσε το υφάδι ανάμεσα από το άνοιγμα του στημονιού.
7. Αντιά: Τα αντιά είναι δύο στρογγυλά ξύλα με διάμετρο 10-15 εκ. που καταλήγουν σε τετράγωνη κατάληξη που φέρει τέσσερεις τρύπες. Εξ ου και η παροιμία για τα’ αντί που έχει τέσσερεις τρύπες. Ο αργαλειός έχει δύο αντιά. Ένα στο πίσω μέρος, το πισάντι, πάνω στο οποίο τυλίγεται το στημόνι, και το συγκρατεί η ποταμίστρα. Και το μπροστάντι, στο μπροστινό μέρος, όπου τυλίγεται το ύφασμα που έχει υφανθεί και το συγκρατεί η κουρούνα.
8. Αντιράδι: Τοποθετείται στο πίσω μέρος του αργαλειού ώστε να τυλίγεται μέρος του υφασμένου υφάσματος για να μην εμποδίζει την υφάντρα.
9. Τελαροσάνιδο: Πάνω σ' αυτό κάθεται η ανυφαντού.
1Ο. Σφίχτες: Ο αργαλειός έχει δύο σφίχτες. Ο ένας χρησιμεύει για να βοηθά να είναι πάντα τεντωμένο το νήμα και ο άλλος στο τέντωμα του υφαντού.
11. Μασούρι: Ένα ξύλο λεπτό, μήκους 40-50 εκ. που τύλιγαν πάνω του το μάλλινο νήμα που με το πέταγμα περνούσε μέσα στο στημόνι.
12. Ποδαρικά: Τα ποδαρικά είναι δύο μικρά ξύλα που συνδέονταν με τα μιτάρια. Τα ποδαρικά πατούσαν διαδοχικά, οι υφάντρες έτσι που άνοιγε το στημόνι προκειμένου να περνάει η σαΐτα.
Ευρύτερα είναι γνωστά τέσσερα βασικά είδη αργαλειού:
α) Ο όρθιος ή αντρομιδίσιος αργαλειός, κατάλληλος για την ύφανση κιλιμιών χραμιών και κάθε είδους χαλιών.
β) Ο καθιστός που αποτελεί και τον βασικότερο τύπο αργαλειού που είναι οριζόντιος.
γ) Του λάκκου, ίδιος με τον καθιστό αλλά πιο απλός και πρόχειρος στην κατασκευή, πάντα τοποθετημένος εκτός σπιτιού.
δ) Ο χαραρίσιος, που μοιάζει με τον όρθιο αλλά τοποθετείται υπό γωνία, στον οποίο ύφαιναν λινάτσες (χαράρια).
Τα είδη του αργαλειού που χρησιμοποιούνταν στην χώρα μας είναι τρία: ο πλαγιαστός, ο όρθιος, που είναι και ο αργαλειός που κατ' εξοχήν χρεισιμοποιούνταν στην αρχαιότητα, και του λάκκου. Ο πολυπλοκότερος όλων είναι ο πλαγιαστός, που ουσιαστικά είναι και ο πιο συνηθισμένος. Είναι αυτός που τα εξαρτήματά του περιέγραψα παραπάνω.

 Όλα τα στάδια επεξεργασίας του μαλλιού, από την πρώτη ύλη, στο τελικό προϊόν, το ύφασμα. Στην επάνω εικόνα, γυναίκες υφαίνουν σε όρθιο αργαλειό. Μελανόμορφη αθηναϊκή λήκυθος, γύρω στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. Νέα Υόρκη, Metropolitan Museum of Art.


Οι κύριες πρώτες ύλες
Οι κύριες πρώτες ύλες για την παρασκευή των υφαντών ήταν το μαλλί, το βαμβάκι, το λινάρι και το μετάξι. Προϊόντα τα οποία τις περισσότερες φορές παρήγαγαν μόνοι τους έχοντας έτσι μια αυτονομία και δεν εξαρτιόνταν από τυχόν εισαγωγή τους ή αγορά τους. Για να φτάσουν βέβαια αυτά τα υλικά και να γίνουν κλωστές κατάλληλες για ύφανση στον αργαλειό, χρειάζονταν συγκεκριμένη και άκρως κουραστική επεξεργασία, την οποία όμως δεν δίσταζαν να κάνουν προκριμένου να έχουν τον ρουχισμό τους, αλλά και την αυτονομία τους και ανεξαρτησία τους.
Για να καταλάβει κανείς τον όγκο της εργασίας προκειμένου το μαλλί να φτάσει να γίνει λεπτό νήμα, θα αναφέρουμε, έστω και περιληπτικά τη διαδικασία.
Από τη φύση του το μαλλί είναι σίγουρα μια σπουδαία πρώτη ύλη. Όλη η Ελλάδα των προηγούμενων χρόνων είχε στην κατοχή της ρουχισμό μάλλινο τόσο για οικιακή χρήση όσο και για ατομική.
Το μαλλί βέβαια παράγεται από τα πρόβατα. Έτσι μετά το κούρεμα των προβάτων, που γινόταν στα τέλη της άνοιξης, το μαλλί έπρεπε να πλυθεί καλά με ζεστό νερό, δηλαδή να ζεματιστεί και να ξεπλυθεί με πολύ νερό. Αυτή η διαδικασία λάμβανε χώρα συνήθως στο άφθονο τρεχούμενο νερό κάποιας πηγής ή δημόσιας βρύσης ή ακόμα και σε ποταμό. Στη συνέχεια το μαλλί απλώνονταν για να στεγνώσει. Το επόμενο βήμα ήταν το λανάρισμα ή ξάσινο του μαλλιού. Έξαιναν λοιπόν το μαλλί και έτσι ήταν έτοιμο να το βάλουν στη ρόκα για να το γνέσουν. Να το μετατρέψουν δηλαδή σε πολύ λεπτή κλωστή.
Στο σημείο αυτό να προσθέσουμε ότι το μαλλί που παράγει ένα ζώο χωρίζεται σε ποιότητες. Να αναφέρουμε για παράδειγμα ότι το καλύτερο βγαίνει από την πλάτη του ζώου, έτσι ήταν αναγκαίο να γίνει η διαλογή του. Και αφού είχε καθαριστεί, πλυθεί, στεγνώσει, διαλεχτεί, λαναριστεί έμπαινε στη ρόκα για να γνεθεί. Με την ρόκα και την ιστορία της ασχοληθήκαμε σε προηγούμενο αφιέρωμά μας. Έτσι όσοι επιθυμούν μπορεί να ανατρέξουν ΕΔΩ προκειμένου να δουν την ιστορία και το ρόλο της ρόκας στην υφαντική.
Στη Νεστάνη χωριό πλούσιο σε παραγωγή μαλλιού, αφού η βασικά ενασχόλισης των κατοίκων ήταν η κτηνοτροφίας. τούτη η πρώτη ύλη λοιπόν ήταν ήταν και η βασική ύλη για την ύφανσξη μιας σειρά από ρούχα και είσδη για οικιακή χρήση.
Το βαμβάκι αποτελούσε και αυτό μια από τις πρώτες ύλες και βέβαια είχε και αυτό τη δική του διαδικασία για να φτάσει να υφανθεί. Να πούμε πως το βαμβάκι εμφανίστηκε στην Ελλάδα τον 2ο αιώνα και έφτασε τον 18ο να αποτελεί ένα από τα πιο σπουδαία εξαγωγικά προϊόντα, με τη μορφή βέβαια νήματος, δηλαδή επεξεργασμένο. Περιοχές όπως τα Αμπελάκια, ο Τίρναβος, η Τσαρίτσανη, οι Σέρρες κ.ά. ευημερούσαν χάρη σ’ αυτό. Η επεξεργασία του περιελάμβανε το ξεκουκίκισμα –την αφαίρεση δηλαδή των σπόρων- και εν συνεχεία το κόψιμο με δοξάρι -ένα εργαλείο σε σχήμα τόξου, με το οποίο ξαίνουν και το βαμβάκι και το μαλλί. Επίσης γινόταν χτύπημα με το στοιβανόχερο έτσι ώστε να ξανοίξει το βαμβάκι. Η εργασία αυτή ονομαζόταν σκαμάγγιασμα. Έτσι το βαμβάκι ήταν έτοιμο για γνέσιμο με τη ρόκα και το αδράχτι, όπως ακριβώς και το μαλλί.
Οι γυναίκες δηλαδή έβαζαν ένα σκαμάγγι στη ρόκα, και εν συνεχεία το μετέτρεπαν με την διαδικασία του γνεσίματος σε πολύ ψιλό νήμα. Και το νήμα το ύφαιναν στους αργαλειούς τους για να φτιάξουν το χειρίσιο πανί. Το πανί ονομαζόταν έτσι γιατί ήταν φτιαγμένο με το χέρι –χειροποίητο- εν αντιθέσει με το πανί του εμπορίου που σιγά-σιγά εισήλθε στη ζωή και παραμέρισε το παραδοσιακό χειροποίητο. Σε παλιά σεντούκια της Νεστάνης υπάρχουν ακόμα γυναικεία πλατυμάνικα πουκάμισα υφασμένα από γνεσμένο βαμβάκι. Η κατεργασία και το γνέσιμο του βαμβακιού στη Νεστάνη είναι πια μια ξεχασμένη διαδικασία. Απλά, οι παλιότεροι την αναφέρουν, χωρίς βέβαια και αυτοί να την έχουν κάνει. Ο λόγος είναι πως ακολούθησε το κατεργασμένο βιομηχανικά βαμβάκι του εμπορίου, που το αγόραζαν σε πακέτα και με αυτά τα νήματα πλέον ύφαιναν στους αργαλειούς τους.
Άλλη πρώτη ύλη αποτελούσε το λινάρι, προϊόν που απαιτούσε πολύπλοκη και υπομονετική επεξεργασία. Θερίζονταν όπως το στάρι και δένονταν δεμάτια τα οποία μούσκευαν μέσα σε νερό για μέρες, προκειμένου να μαλακώσει. Εν συνεχεία το περνούσαν από το μαγκάνι, προκειμένου να επιτύχουν μια καλή αποφλοίωσή του, να αφαιρεθεί δηλαδή η εξωτερική του φλούδα. Απαιτούσε δε υπομονετικό κοπάνισμα, βρόχιασμα (προκειμένου να φύγουν οι κόμποι), βούρτσισμα, ώσπου να μείνει το καθαρό λινάρι, το σκουλί, που ήταν πια έτοιμο για να το γνέσουν και να φτιάξουν το ράμμα, ένα λεπτότατο δηλαδή νήμα που περνά από το βελόνι. Από το χοντρό λινάρι έφτιαχναν σακιά, ντορβάδες, τσαντίλες και καραβόπανα. Από το λεπτό, εσώρουχα και πουκάμισα.
Το μετάξι και η μεταξουργία, όπως αναφέρουν τα αρχαία κείμενα, ήταν γνωστή πριν από 4.500 χρόνια στην Κίνα. Γνωστό όμως ήταν και στην αρχαία Ελλάδα αφού ο Αριστοτέλης (Ιστορία Ζώων, 5.55) αναφέρει ότι οι γυναίκες της Κω γνώριζαν την κατεργασία του. Ακόμα και πριν την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου το μετάξι ήταν γνωστό και υπήρχε στην Ελλάδα. Έχει μάλιστα βρεθεί -και αποτελεί αδιάψευστη πηγή- στον Κεραμικό σε ταφή εγγονής του Αλκιβιάδη. Προϊόν σπουδαίο, παράγονταν στην περιοχή του Αξιού, της Χαλκιδικής, του Πηλίου, του θεσσαλικού κάμπου και της Πελοποννήσου στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Τα μετάξι είναι «ωμό», και δεν χρειάζεται γνέσιμο. Στη Νεστάνη Αρκαδίας δεν γινόταν ύφανση με μετάξι και βέβαια ήταν μια πρώτη ύλη που δεν παραγόταν στο χωριό.


 Η Κίρκη ανακατεύει κάποιο φίλτρο. Αριστερά της ο Οδυσσέας. Δεξιά της ο κάθετος αργαλειός της. Λεπτομέρεια αττικού μελανόμορφου αγγείου.


Η Πηνελόπη κάθεται σκεφτική μπροστά στον αργαλειό της. Αριστερά ο γιος της Τηλέμαχος. Σύμφωνα με τον Όμηρο, στον αργαλειό ισχυριζόταν ότι υφαίνει το σάβανο του πεθερού της Λαέρτη, και πως όταν το τελειώσει θα αποφασίσει ποιον από τους μνηστήρες θα πάρει για άντρα της. Την νύχτα όμως το ξύφαινε, ξεγελώντας τους και αναμένοντας τον άντρα της Οδυσσέα. Ερυθρόμορφη αθηναϊκή σκύφος 330 π.Χ. Μουσείο Civico, Κιούζι Σιένας, Ιταλία.


Το βάψιμο
Μετά το γνέσιμο υπήρχε και η διαδικασία του βαψίματος. Οι βαφικές ύλες που έδιναν χρώμα στο μαλλί αρχικά, και μέχρι τον 19 αιώνα, ήταν φυτικής προέλευσης. Φτιάχνονταν δηλαδή με παραδοσιακό τρόπο και ήταν η μοναδική βαφική ύλη. Η βαφές αυτές έδιναν λαμπερούς χρωματισμούς και πληθώρα αποχρώσεων, έμεναν δε αναλλοίωτες στο ηλιακό φως αλλά και στο πλύσιμο. Για παράδειγμα να αναφέρουμε ότι από το ριζάρι (το φυτό) οι Αμπελακιώτες έβγαζαν το ονομαστό κόκκινο χρώμα. Οι φλούδες των φρέσκων καρυδιών έδιναν ένα βαθύ μαύρο, το λουλάκι έδινε το γαλάζιο, και τα φύλλα της άσπρης μουριάς, σε συνδυασμό με λίγα φύλλα μηλιάς, το κίτρινο καναρινί.
Να θυμηθούμε ότι στην αρχαία Ελλάδα μια φυσική χρωστική ουσία ήταν η πορφύρα, που παράγεται από επεξεργασία του όστρακου Haustellum brandaris. Τόσο στην Ιλιάδα (Γ 125- 128, Η 221, Ω 796) όσο και στην Οδύσσεια (Δ 115, Κ 351, Ω 226) οι αναφορές στην πορφύρα είναι πολλές μια και ο Όμηρος χρησιμοποιεί, επίσης, τον όρο «αλιπορφύρα» (: θαλάσσια πορφύρα). Ο Αγαμέμνονας, ο Οδυσσέας, ο Τηλέμαχος παρουσιάζονται με πορφυρό βασιλικό μανδύα. Ο Αχιλλέας εμφανίζεται να χρησιμοποιεί στη σκηνή του πορφυρά καλύμματα. Αλλά και την Ανδρομάχη και την Ελένη, ο ποιητής μάς τις παρουσιάζει να κεντούν πορφυρένια υφάσματα. Στον δε Αγαμέμνονα του Αισχύλου έχουμε αναφορά και για πορφυρένιους τάπητες. Η πορφύρα έδινε ένα ανεξίτηλο βαθυκόκκινο χρώμα και ήταν ιδιαίτερα πολύτιμη λόγω της δυσκολίας παρασκευής και της σπανιότητας των οστράκων από τα οποία παράγεται. Είχε γίνει δε λόγω της δυσκολίας της ένα πανάκριβο προϊόν, συνώνυμο της ένδειξης πλούτου, αλλά και εξουσίας, μια και με αυτή βάφονταν ορισμένα ενδύματα βασιλιάδων και αυτοκρατόρων. Εκτενή αναφορά στην πορφύρα γίνεται και στον Πλάτωνα (Κρίτιας 120b και Τίμαιος 67c).
Αφού λοιπόν είχε γίνει και η βαφή, το νήμα ήταν έτοιμο για να μπει στον αργαλειό προκειμένου να αρχίσει η ύφανσή του.


  
Αργαλειός, σχέδιο του Παναγιώτη Καρώνη.

Δημοτικα τραγούδια με θεματική γύρω από τον αργαλειό
Παρουσιάζουμε λοιπόν εδώ μια επιλογή από δημοτικά τραγούδια στα οποία γίνεται λόγος για τον αργαλειό. Θεωρήσαμε σωστό να παρουσιάσουμε ολόκληρο το κάθε τραγούδι και όχι το απόσπασμά του που αναφέρεται στον αργαλειό ή στην ύφανση, μια και θεωρούμε ότι κάθε τραγούδι είναι ένα ακραιφνές δημιούργημα, που δεν πρέπει να ακρωτηριάζεται· αλλά και ένας βασικός στόχος μας εδώ είναι η ανάγνωση της ποίησης του λαού μας και κατ' επέκταση η γνώση και βέβαια η απόλαυσή της. Στο τέλος κάθε τραγουδιού αναφέρουμε τη συλλογή από την οποία το αντλήσαμε, ή την περιοχή απ' όπου προέρχεται.


ΜΑΛΑΜΑΤΕΝΙΟΣ ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ
Μαλαματένιος αργαλειός, Πατροκιτρολεμονιά
και φιλντισένιο χτένι, γεια χαράς την που το υφαίνει
μ' εξήντα δυο πατήματα, γλυκά που 'ν τα φιλήματα
μ' εβδομήντα δυο καρέλια, τι γλυκά που 'ναι τα γέλια.
Πραματευτής επέρασε την κόρη εχαιρέτησε
πραματευτής περνάει και την κόρη χαιρετάει.
Κόρη μ' για δε παντρεύεσαι τι άγουρα παιδεύεσαι
να πάρεις παλληκάρι τ' άστρι με το φεγγάρι;
Μα πως μου λες να παντρευτώ, δε μου λες τι να γινώ
να πάρω παλληκάρι τ' αστρί με το φεγγάρι,
που 'χω άντρα στην ξενιτειά κι άντρα αδερφό στα ξένα,
πως μου λες να πάρω εσένα.
Κ' άλλοι μου λεν πως πέθανε Πατροκιτρολεμονιά
κ' άλλοι μου λεν πως 'χάθει το τριαντάφυλλο με τ' άνθη.

Πηγή:
Καρώνης, Παναγιώτης, Τραγούδια της Νεστάνης, Εκδόσεις ΤΟ ΔΟΝΤΙ, Πάτρα, 2013.




ΜΙΑ ΚΟΝΤΑΥΓΗ ΜΙΑ ΧΑΡΑΥΓΗ
Μια κονταυγή μια χαραυγή
πέρασ' απ' τη γειτονιά σου
γεια σου μπουραζέρα1 μ' γεια σου.

Ακώ2 μαγκάνια και βροντάν'
μωρ' ανέμες κι ανεμίζουν
κι όλο εμένα φοβερίζουν.

Να 'μουν πανωσαΐτα σου
να πηγαίνω σύρε κι έλα
κοντογαλανή κοπέλα.

Να 'μουν ποδάρι-κόσκινο
μέσα στα ποδαρικά σου
γεια σου μπουραζέρα μ' γεια σου.

Να 'μουν πανωπροκίδα σου
να τεντώνω τα πανιά σου
γεια σου μπουραζέρα μ' γεια σου.

1. Ερωμένη, αγαπημένη
2. Ακούω

Πηγή:
Καρώνης, Παναγιώτης, Τραγούδια της Νεστάνης, Εκδόσεις ΤΟ ΔΟΝΤΙ, Πάτρα, 2013.




ΜΙΑ ΚΟΡΗ Τ' ΑΠΟΦΑΣΙΣΕ
Μια κόρη τ’ αποφάσισε να πάει με τους κλέφτες,
βάνει φωτιά στον αργαλειό.
Βάνει φωτιά στον αργαλειό στο φιλντισένιο χτένι,
και τ’ άρματά της φόρεσε.
Και τ’ άρματά της φόρεσε και πάει με τους κλέφτες,
δώδεκα χρόνους έκανε.
Δώδεκα χρόνους έκανε στους κλέφτες καπετάνιος,
κανείς δεν την (ε)γνώρισε.
Κανείς δεν την (ε)γνώρισε πως ήταν κορασίδα,
και μια Λαμπρή μια Κυριακή.
Και μια Λαμπρή μια Κυριακή μια ‘πίσημη(ν) ημέρα,
βγήκαν οι κλέφτες στο χορό.
Βγήκαν οι κλέφτες στο χορό να ρίξουν το λιθάρι,
το ρίχνουν τα κλεφτόπουλα.
Το ρίχνουν τα κλεφτόπουλα το πάν’ σαράντα αχνάρια,
το ρίχνει και η κορασιά.
Το ρίχνει και η κορασιά το πάει σαράντα πέντε,
κι από το σείσμα το πολύ.
Κι από το σείσμα το πολύ κι από το λύγισμά της,
εκόπει τ’ αργυρό κουμπί.
Εκόπει τ’ αργυρό κουμπί και ‘φάνει κάτι (ε)φάνει,
κι άλλοι το λένε μάλαμα.
Κι άλλοι το λένε μάλαμα κι άλλοι το λένε ασήμι,
‘κείνο δεν είναι μάλαμα.
Κείνο δεν είναι μάλαμα ‘κείνο δεν είναι ασήμι,
μόν’ είν’ της κόρης το βυζί.

Πηγή:
Αρκαδικό ηρωικό τραγούδι. Παραλλαγή του τραγουδιού εμπεριέχεται στη συλλογή του Σταμάτη Μακρή, Το δημοτικό τραγούδι: βίωμα και μεράκι, Εκδόσεις Παπαναστασίου, Τρίπολη 1998. 



ΠΑΡΕ ΜΕ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑ Μ'
Πάρε με Δημητρούλα μ' γεια σου
πάρε με στον αργαλειό σου,
πάρε με στον αργαλειό σου
για το φταίξιμο τ' αντρό σου
να τραβώ Δημητρούλα μ' γεια σου
να τραβώ τα καλαμίδια,
να τραβώ τα καλαμίδια
να φιλιώ τα δυο σου αφρίδια.
Σαν δεν η' Δημητρούλα μ' γεια σου
σαν δεν ήξερες να υφάνεις,
σαν δεν ήξερες να υφάνεις
τα μασούρια3 τι τα φτιάχνεις
τα μασού' Δημητρούλα μ' γεια σου
τα μασούρια σου ασημένια,
τα μασούρια σου ασημένια
κ' η κλωστή σου φιλντισένια.

Πηγή:
Καρώνης, Παναγιώτης, Τραγούδια της Νεστάνης,
Εκδόσεις ΤΟ ΔΟΝΤΙ, Πάτρα, 2013.



ΚΟΡΗ Μ' ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΣΤΟΝ ΑΡΓΑΛΕΙΟ
Κόρη μ', μωρέ κόρη μ' που είσαι στόν αργαλειό,
με το φιλντισένιο χτένι και δεν μπεγεντάς δεν κρένεις.
Με τις, μωρέ με τις σαράντα ποδαργιές,
τα εξήντα δυο καρέλια, μπαινοβγαίνεις με τα γέλια.
Γυφαί, μωρέ γυφαίνεις τα μεταξωτά,
που γυφαίνεις τα βελούδα, γειάς σ' αγάπη μου καινούργια.
Να σου, μωρέ να σου ραγίσει ο αργαλειός,
να σου, τσακιστεί το χτένι, για να μπεγεντάς να κρένεις.
Να σοῦ, μωρέ να σου κοπούν τα γνέματα
και να κάθεσαι να δένεις, για να μπεγεντάς να κρένεις.

Πηγή:
Σπυρίδων Αθ. μάνου - Κωνσταντίνος Σωτ. Ραυτόπουλος, Δημοτικά τραγούδια Ηπείρου, Εκδόσεις Ἐκλεκτά έργα, Ἀθήνα 1972.



«ΤΡΑΓΟΥΔΙ Τ' ΑΡΓΑΛΕΙΟΥ» του Αργύρη Εφταλιώτη
Πέρνα, σαΐτα μου γοργή, μὲ τὸ ψιλὸ μετάξι,
νἄρθει ὁ καλός μου τὴ Λαμπρὴ νὰ βρεῖ χρυσὰ ν᾿ ἀλλάξει,
Τάκου τάκου ὁ ἀργαλειός μου,
τάκου κι ἔρχεται ὁ καλός μου.
Μαντήλι ἀπὸ τὸ δάκρυσμα δὲν τοὔμεινε στὰ ξένα.
Ἀρχοντοποῦλες τὸν ζητοῦν κι αὐτὸς πονεῖ γιὰ μένα.
Τάκου τάκου στὴν αὐλή μου,
ὥσπου νάρθει τὸ πουλί μου.
Ἐγὼ τὸ φάδι θὰ γενῶ κι ἐκεῖνος τὸ στημόνι,
ποὺ νὰ μπλεχτεῖ μὲς στὸ πανὶ καὶ πιὰ νὰ μὴ γλυτώνει.
Τάκου καὶ σὲ λίγο φτάνει
γιὰ φιλὶ καὶ γιὰ στεφάνι.
Πέτα, σαΐτα μου γοργή, χτύπα, χρυσό μου χτένι,
ἡ ἀτέλειωτη Σαρακοστὴ μερόνυχτο νὰ γένει.
Τάκου τάκου ὁ ἀργαλειός μου,
τάκου κι ἔρχεται ὁ καλός μου.

Πηγή:
Αργύρης Εφταλιώτης, από τη συλλογή Παλιοί σκοποί, Εκδόσεις Εστία, Αθήνα 1909.



ΤΙΜΗ ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΙ ΤΡΑΝΗ
Τιμή μεγάλη και τρανή-πουν’ ο αργαλειός στο σπίτι
το κάθε δόντι του αργαλειού αξίζει μαργαρίτη.
Μαλαματένιο τα’ αργαλειό
και φίλντισι το χτένι
και μια κοπέλα λυγερή
που τραγουδάει και φαίνει

Πηγή:
Τραγούδι γνωστό σε όλη την χώρα. 



ΚΟΡΗ ΠΟΥ ΦΑΙΝΕΙΣ ΑΡΓΑΛΕΙΟ
Κόρη που ‘φαί… κόρη που ‘φαίνεις στ’ αργαλειό,
και ‘φαίνεις και ξεφαίνεις και το νου μου τον (ε)παίρνεις.
Κόρη που ‘φαί… κόρη που ‘φαίνεις αργαλειό,
έβγα στο φράχτη φράχτη βάσανα π’ έχει η αγάπη.
Χάλα Θεέ χάλα Θεέ μου τ’ αργαλειό,
να σπάσουν οι κλωστές της να σπάσουν οι κλωστές της.
Να σπάσουν κι οι να σπάσουν κι οι μασούτ(θ)ες της,
να δω τις προκοπές της να δω τις προκοπές της.
Μαστόρισσα μαστόρισσα μαστόρισσα,
να σπάσει η μηχανή σου να σπάσει η μηχανή σου.
Να βγει η μαστό… να βγει η μαστοροπούλα σου,
να μείνεις μοναχή σου να σπάσει η μηχανή σου.
Πάρε με κό… πάρε με κόρη στ’ αργαλειό,
για να σου μασουρίζω και να σε ‘πισπερίζω.
Μεταξωτό μεταξωτό είναι το πανί,
κι ολόχρυσο το χτένι και η κόρη που το υφαίνει.
Κόρη στο κι- κόρη στο κιλιμάκι σου,
κάμε κι εμένα τόπο κάμε κι εμένα τόπο.
Μ’ εσύ να βά- μ’ εσύ να βάλ(λ)εις τα πλουμιά,
κι εγώ να δένω κόμπο κάμε και μένα τόπο.
Όσα άστρα έ- όσα άστρα έχει ο ουρανός,
τριγύρω στο φεγγάρι τριγύρω στο φεγγάρι.
Τόσα καλη- τόσα καλησπερίσματα,
σου στέλνω κάθε βράδυ σου στέλνω κάθε βράδυ.
Πηγή:
Τραγούδι από την Κάλυμνο και την ευρύτερη περιοχή των Δωδεκανήσων. Ο ρυθμός του είναι 2/4.


ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΡΩΝΗΣ
Νεστάνη Γεννάρης 2017  


Βιβλιογραφία

Ασημάκη - Ροκά Αρετή, Η υφαντική τέχνη στην Αιτωλοακαρνανία και την Ευρυτανία, Εκδόσεις: Αίολος.
Αγγελοπούλου-Βολφ Ερατώ, Ο αργαλειός. Πρώτα βήματα στην τεχνική της υφαντικής, Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1986.
Ελληνική μυθολογία, 5 τόμοι, υπό την εποπτεία του Ι. Κακριδή, Εκδοτική Αθηνών.
Όμηρος, Ιλιάδα, μετ. Ιάκωβος Πολυλάς.
Όμηρος, Οδύσσεια, μετ. Ζήσιμος Σιδέρης.
Κατσιαρδή - Hering, Όλγα, Τεχνίτες και τεχνικές βαφής νημάτων, Εκδόσεις: Ηρόδοτος, Αθήνα 2003.
Καρώνης Παναγιώτης, Τραγούδια της Νεστάνης, Εκδόσεις Το δόντι, Πάτρα 2013.
Λορετζάτος Παναγής, Ομηρικό λεξικό, γ' έκδοση, Εκδόδεις Κακουλίδη, Ἀθήνα 1989.
Λυκιαρδοπούλου Ελένη - Catherine Van Steen, Με στημόνι και υφάδι, Εκδόσεις Καπόν.
Περιβολιώτου Μαργαρίτα, Τα υφαντά της Κρήτης, ἐκδόσεις Δόμος. 
Τσούρας Ανδρέας Σ. Η πτυχολογία στην αρχαιοελληνική τέχνη, Εκδόσεις Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Λεβαδείας. Λειβαδιά 2007.
Σταθάκη Ροδούλα, Τα υφαντά της Κρήτης, Εκδόσεις δόμος, Αθήνα 1987.
Τζαχίλη Ίρις, Υφαντική και υφάντρες στο προϊστορικό Αιγαίο 2000 - 1000 π. Χ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1997.




© κειμένου: Παναγιώτης Καρώνης 2017, μὲ τὴν ἐπιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματος.
© φωτογραφιών αγγείων-ζωγραφικών έργων: Στις συλλογές και στα μουσεία που ανήκουν.
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, ή αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική η κατά παράφραση ή διασκευή και απόδοση του περιεχομένου του παρόντος άρθρου με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τον συγγραφέα του.
Το παρακάτω φωτογραφικό υλικό του αφιερώματος αντλήθηκε από το διαδίκτυο. Οι πηγές, τις οποίες και ευχαριστώ, αναφέρονται με συνδέσμους στην κάθε φωτογραφία.





Αργαλειός, (πηγή φωτογραφίας)


 
Μιτάρια, (πηγή φωτογραφίας)


Αργαλειός, (πηγή φωτογραφίας)





Όρθιος αργαλειός, (πηγή φωτογραφίας)


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου