Σάββατο, 21 Ιουνίου 2014

Η ΡΟΚΑ ΓΝΕΣΙΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ



(αρ.) Ηλικιωμένη γυναίκα που γνέθει.
(δε.) Παράσταση γυναίκας που γνέθει σε Αθηναϊκή Οινοχόη, περ. 490-480 π.Χ.


Η ΡΟΚΑ, ΑΦΙΕΡΩΜΑ
Προλεγόμενα
Η θεά Αθηνά είναι φορέας πολιτισμού, και δεν είναι καθόλου τυχαίο που οι Αρχαίοι Έλληνες την συνέδεσαν με την τέχνη της υφαντικής. Την τέχνη λοιπόν της υφαντικής στον άνθρωπο δίδαξε η Αθηνά, που με την σειρά της είχε κι αυτή διδαχθεί από τους Κύκλωπες. Η θεά διαθέτει βέβαια την ικανότητα να μεταφέρει μέσω της διδασκαλίας τις γνώσεις της στον άνθρωπο και δεν θα διστάσει να βοηθήσεις τους θνητούς να οργανώσουν τα νοικοκυριά τους σε μικρές εστίες πολιτισμού, έτσι ακριβώς όπως ο Προμηθέας δεν θα διστάσει να χαρίσει τη φωτιά στους ανθρώπους, προσθέτοντας και αυτός με τη σειρά του στην πολιτιστική ανάπτυξη του ανθρώπου.
Στην Ιλιάδα1 βλέπουμε πως πραγματικά η θεά ξέρει να κατασκευάζει θαυμαστά υφαντά, αφού τα υφαντά της τιμούν και φορούν θεές όπως η Ήρα αλλά και χαίρουν του θαυμασμού του Δία.
Στον Ησίοδο,2 βλέπουμε ότι, με προσταγή του Δία, ο Ήφαιστος έφτιαξε με πρόσμιξη γης και ύδωρ την πρώτη γυναίκα, την Πανδώρα. Η θεά Αθηνά όχι μόνο την έντυσε και την στόλισε «ζῶσε δὲ καὶ κόσμησε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη ἀργυφέη ἐσθῆτι»,3 αλλά της δίδαξε και την τέχνη του αργαλειού, «αὔτάρ Ἀθήνην [ἐκέλευσε] ἔργα διδασκήσαι. πολυδαίδαλον ἰστόν ὑφαίνειν».4 Η Πανδώρα είναι η πρώτη γυναίκα, αλλά και η πρώτη που διδάσκεται την τέχνη της υφαντικής.

Αλλά και στις κόρες του Πανδάρεου -αφού οι γονείς του Πανδάρεου τιμωρήθηκαν με θάνατο από το Δία, μια και ο Πανδάρεος τον είχε εξαπατήσει- οι θεοί λυπήθηκαν και φρόντισαν τις κόρες του. Συγκεκριμένα, η Αφροδίτη τους έφερε μέλι και κρασί για να τις θρέψει, η Ήρα τους πρόσφερε φρόνηση, η Άρτεμις παράστημα και η Αθηνά τους έμαθε σπουδαία έργα, «ἔργα δ' Ἀθηναίη δέδακε κλυτά ἐργάζεσθαι».5 Ως έργα εδώ βέβαια νοείται γενικά το νυκοκοιριό, αλλά ιδιαιτέρα η τέχνη της υφαντικής που είναι και το σπουδαιότερο από τα γυναικεία έργα.
Γνωστός είναι επίσης ο μύθος της Αράχνης, της κόρης του Ίδμονα, που διδάχτηκε από την Αθηνά, αλλά η υφάντρα Αράχνη όχι μόνο την ξεπέρασε, αλλά ήταν απόλυτα γνώστης της υπεροχής της έναντι της θεάς, αμφισβητώντας την, και διαπράττοντας έτσι ύβρη έναντι της θεάς. Ύβρη για την οποία τιμωρήθηκε σκληρά από τη θεά. Είναι όμως πολύ φυσικό η Αθηνά που συγκέντρωνε πολλές ιδιότητες, το κάθε έργο να τονίζει αυτές που το ενδιέφεραν. Έτσι στο ηρωικό έπος της Ιλιάδας εξαίρεται η Πρόμαχος Αθηνά, η Σωτήρας Αθηνά στην Οδύσσεια, και τέλος στο διδακτικό έπος Έργα και ημέρες του Ησίοδου εξαίρονται τα γνωρίσματα της Αθηνάς Εργάνης.
Αν ψάξουμε για εικόνες και σχέσεις στη μυθολογία μας, θα δούμε ότι και οι Μοίρες ουσιαστικά υφαίνουν τις τύχες των ανθρώπων. Και όχι μόνο μεταφορικά, μια και αν προσέξουμε τα ονόματά τους, θα δούμε ότι έχουν σχέση με την τέχνη της ύφανσης, αφού σχετίζονται με τις τρεις βασικές κινήσεις του γνεσίματος. Κλωθώ, Άτροπος, Λάχεσις. Κλώθει, γεννάει, παράγει η Κλωθώ· τυλίγει συγκεντρώνει στοιβάζει η Άτροπος, το έτοιμο νήμα στο αδράχτι· για να το κόψει αίφνης η Λάχεσις, οπότε αυτή ορίζει -κόβοντας έτσι το νήμα της ανθρώπινης ζωής- καθορίζοντας ουσιαστικά το χρόνο που θα ζήσει ο κάθε θνητός. Στη γλώσσα του λαού μας η διαδικασία αυτή είναι γνωστή σαν μοίριασμα. Οι Μοίρες μοιραίνουν τον άνθρωπο. Για τις Μοίρες που κλώθουν τις ανθρώπινες τύχες, έχουμε βέβαια την υπέροχη αναφορά του Ομήρου.6
Αλλά και στη Λυσιστράτη του Αριστοφάνη έχουμε μια εξαιρετική περιγραφή της διαδικασίας επεξεργασία του μαλλιού που παρομοιάζεται με τη διαδικασία που το κράτος πρέπει να κάνει για να καθαριστεί από αυτούς που το λυμαίνονται. «Όπως πλένουμε τα μαλλιά των προβάτων, έτσι θα πλύνουμε τις βρομιές του κράτους, θα απομακρύνουμε τους κακούς κοπανώντας, θα μαζέψουμε όλους όσους έχουν κάτι να προσφέρουν στην πόλη. είτε είναι ξένοι, είτε μέτοικοι, θα μαζέψουμε τα γνέματα σε μια μεγάλη τουλούπα και θα υφάνουμε μια χλαίνα για το δήμο».7
Ο Παυσανίας,8 μας αναφέρει έναν μύθο που άκουσε στην Ήλιδα, σύμφωνα με τον οποίο όταν κάποτε η πόλη ήρθε σε σύγκρουση με την γειτονική Πίσα, μια ομάδα δεκαέξι γυναικών αναλογιζόμενες τα δεινά που θα προκαλούσε μια τέτοια σύρραξη, παρενέβη και κατάφερε να πετύχει ειρήνη. Έκτοτε εις ανάμνηση της λήξης των εχθροπραξιών, οι νεαρές κοπέλες ύφαιναν κάθε τέσσερα χρονιά προς τιμήν της θεάς Ήρας ένα μανδύα.
Τέλος ο Άγγλος περιηγητής Ρίτσαρντ Τσάντλερ (Richard Chandler) που επισκέφτηκε την Ελλάδα το 1770 ενδιαφερόμενος για τα αρχαία μνημεία της, στο χρονικό της περιήγησής του, αναφερόμενος στα κορίτσια της Χίου, γράφει: «Οι όμορφες Ελληνοπούλες είναι από τα πιο εντυπωσιακά κοσμήματα της Χίου. Πολλές από αυτές κάθονταν στις πόρτες και τα παράθυρα, στρίβοντας βαμβάκι ή μετάξι, ή καταπιάνονταν με το γνέσιμο και τη ραπτική, και μας πλησίαζαν με οικειότητα καλωσορίζοντάς μας καθώς περνούσαμε· η όλη τους εμφάνιση ήταν τόσο φανταστική και ζωηρή παρέχοντάς μας μεγάλη τέρψη».9



Η ρόκα και η ιστορία της
Ρόκα είναι η αρχαία ἠλακάτη. Στο Ομηρικό λεξικό10 του Παναγή Λορετζάτου διαβάζουμε: Ἠλακάτη ἡ, (κατ' ἀφομοίωσιν ἐκ τοῦ ἠλεκάτη ὃ ἐκθέματός τινός ἔχοντος τὴν ἔνοιαν τοῦ κάμπτειν = ῥόκα. Ξύλον ραμβοειδὲς διχαλωτὸν ή κάλαμος εἰς τὸ ἄνω μέρος τοῦ ὁποίου ἔθετον μαλλὶ ἢ λινάρι ἵνά τὰ κλώσουν.
Στην Ιλιάδα, στη συνάντηση Έκτορα και Ανδρομάχης, ο Έκτορας της λέει:
«Αγαπητή, μη θέλεις
τόσο δι’ εμέ να θλίβεσαι, στοχάσου ότι στον Άδη
δεν θα με στείλει άνθρωπος η ώρα μου πριν φθάσει·
και άνθρωπος άμα γεννηθεί, είτε γενναίος είναι
είτε δειλός, δεν δύναται τη μοίρα ν’ αποφύγει.
Αλλ’ άμε σπίτι, έχε στον νουν τα έργα τα δικά σου,
την ηλακάτην, τ’ αργαλειό, και πρόσταζε τες κόρες
να εργάζονται· στον πόλεμον θα καταγίνουν όλοι
οι άνδρες που εγεννήθησαν στην Τροίαν κι εγώ πρώτος».
Είπε και πάλι εφόρεσε την περικεφαλαίαν.11
Ουσιαστικά, όταν αναφερόμαστε στην ρόκα του γνεσίματος, μιλάμε για ένα ραβδί που το ένα άκρο του καταλήγει σε δύο κύκλους σε σχήμα Φ μέσα στο οποίο έμπαιναν και συγκρατούνταν οι τουλούπες, δηλαδή το ξασμένο-λαναρισμένο μαλλί που ήταν για νέσιμο. Το συνολικό μήκος της ρόκας κυμαίνεται από 70 έως 80 εκατοστά.
Στην ιταλική διάλεκτο του Piemonte το roca έχει διφορούμενη σημασία μια και σημαίνει πρώτον το φρούριο που είναι χτισμένο σε υψηλό σημείο, και δεύτερον το εργαλείο που και εμείς ονομάζουμε ρόκα.
Δεν πρέπει όμως να την συγχέουμε με το φυτό που και αυτό στα ελληνικά γράφεται όπως η ρόκα του γνεσίματος αλλά είναι ένα μονοετές, ποώδες φυτό, και ανήκει στο γένος έρουκα της οικογένειας των σταυρανθών.
Ως ρόκα βέβαια μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και μια απλή ξύλινη διχάλα που ουσιαστικά ήταν η ρόκα στην απλή της μορφή. Έχοντας όμως και καλλιτεχνικά κριτήρια, ο λαός μας δεν περιορίζονταν σε απλές ρόκες, αλλά πολλές φορές κατέληγαν να φτιάχνουν περίτεχνες ρόκες, σκαλισμένες και διακοσμημένες πάντα βέβαια με το χέρι.

 
Η κατασκευή της ρόκας
Η ρόκα αν και απλό εργαλείο είναι απαραίτητη για να φτιαχτεί το νήμα για το ρουχισμό του σπιτιού, και δεν άλλαξε στη μορφή της αλλά και δεν εγκαταλείφθηκε για χιλιετίες, παρά μόνο πριν από λίγα σχετικά χρόνια, όταν η μαζική βιομηχανική παραγωγή ρούχων, είτε για σπιτική είτε για ατομική χρήση έκανε την εμφάνισή της, παραγκωνίζοντας τον παραδοσιακό τρόπο δημιουργίας τους.
Η ρόκα κατασκευάζεται από τους ροκάδες που έφτιαχναν όχι βέβαια μόνο ρόκες, αλλά και μαγκούρες, και γκλίτσες κ.ά. Το ξύλο που διάλεγαν συνήθως ήταν ξύλο έλατου ή λυγιάς ή οποίου δέντρου το ξύλο είναι ευλύγιστο. Διάλεγαν λοιπόν το ξύλο και τα δυο κλωνάρια που εκφύονταν στο σταυρό γυρίζονταν με προσοχή, πολλές φορές τα μαλάκωναν με τη βοήθεια της φωτιάς, όπως ακριβώς έκαναν και με τις μαγκούρες. Τα κλωνάρια του σταυρού έπρεπε να γυρίζουν και να πάρουν το επιθυμητό σχήμα κύκλου, σχηματίζοντας Φ. Για να γίνει αυτό πολλές φορές τα έδεναν με σύρμα και τα άφηναν δεμένα για καιρό, έως ότου το ξύλο απολέσει τα φυσικά του υγρά και ξεραθεί, οπότε έπαιρνε και το επιθυμητό σχήμα. Και βέβαια, όπως προείπαμε, οι μερακλήδες ομόρφαιναν τη ρόκα με περίεργα κεντήματα και σκαλίσματα. Δεν είναι λίγες οι φορές μάλιστα που υπέγραφαν με το όνομά τους προσθέτοντας και τη χρονολογία.

 
Το γνέσιμο
Το γνέσιμο με τη ρόκα είναι ένα από τα κύρια στάδια της υφαντικής προεργασίας του μαλλιού ή του λιναριού προκειμένου η τουλούπα να μετατραπεί σε λεπτό νήμα. Η ρόκα στερεωνόταν στη ζώνη της φούστας των γυναικών ή την κρατούσαν κάτω από τη μασχάλη τους. Το ξασμένο (λαναρισμένο) μαλλί τοποθετούνταν στη ρόκα, και η γυναίκα με υπομονή το τραβούσε λίγο-λίγο το μαλλί από το κάτω μέρος της τουλούπας, το έστριβε με τον αντίχειρα και το δείκτη και το έδιναν στο αδράχτι –άλλο απαραίτητο εργαλείο– και εν συνεχεία γύριζε δυνατά το αδράχτι, όπως γυρίζουμε τη σβούρα, με αποτέλεσμα το μαλλί να περιστρέφεται και να μεταμορφώνεται σε λεπτό νήμα που συγκεντρώνονταν πέριξ του αδραχτιού. Το αδράχτι περιστρέφονταν με τη βοήθεια του σφοντυλιού. Το σφονδύλι είναι ένας ανάποδος κώνος με τρύπα στη μέση στην οποία έμπαινε το αδράχτι.
Εναλλακτικά, το αδράχτι μπορούσε να μην έχει σφονδύλι. Έτσι η βέργα του αδραχτιού λεγόταν και δρούγα και ουσιαστικά ήταν ένα μικρό λεπτό ραβδί που έστριβε το νήμα με την κίνηση του χεριού πλέων. Όταν το αδράχτι ή η δρούγα γέμιζε, έβγαζαν το νήμα κάνοντάς το κουβάρια, προκειμένου να συνεχίσουν το γνέσιμο. Το πάχος του νήματος καθορίζοντας από τη γυναίκα ανάλογα το τι ήθελε. Έτσι για χοντρό νήμα έπιανε περισσότερο μαλλί, για λεπτό λιγότερο. Και εδώ έγκειται η μαγεία της γνέστρας που έπρεπε να φτιάξει ένα λεπτοκαμωμένο ισόπαχο και ομοιόμορφο νήμα. Το γνέσιμο, όπως καταλαβαίνει κανείς ήταν μια χρονοβόρα διαδικασία.



Δημοτικά τραγούδια με θεματική γύρω από τη ρόκα

Το γνέσιμο μπορούσε να γίνει οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, μια και δεν καθήλωνε τη γυναίκα, αφού μπορούσε να γνέσει όρθια ή καθιστή, ακόμη και να περπατάει, σε αντίθεση με τον αργαλειό. Να θυμηθούμε το υπέροχο τραγούδι που πολύ χαρακτηριστικά δηλώνει:
Το κέντρισμα είναι γλέντημα
κ’ η ρόκα είναι σεργιάνι
κι ο φιλντισένιος αργαλειός
είναι σκλαβιά μεγάλη.
Παρουσιάζουμε λοιπόν εδώ μια επιλογή από δημοτικά τραγούδια στα οποία γίνεται λόγος για τη ρόκα. Θεωρήσαμε σωστότερο να παρουσιάσουμε τα τραγούδια στην πλήρη τους μορφή, και όχι μόνο το στίχο τους που κάνει αναφορά στη ρόκα ή στο γνέσιμο, μια και θεωρούμε ότι κάθε τραγούδι είναι ένα ακραιφνές δημιούργημα, που δεν πρέπει να ακρωτηριάζεται· αλλά και κύριος στόχος μας εδώ είναι η ανάγνωση της ποίησης και κατ' επέκταση η γνώση και βέβαια η απόλαυσή της. Στο τέλος κάθε τραγουδιού αναφέρουμε τη συλλογή από την οποία το αντλήσαμε, ή την περιοχή απ' όπου προέρχεται.
Παναγιώτης Καρώνης



 
 Λεπτομέρεια νεστανιώτικης ρόκας, που φέρει σκαλίσματα.


ΠΟΥ ΠΑΣ ΕΛΕΝΗ ΚΑΙ ΜΑΡΙΩ

- Πού πας Ελένη και Μαριώ τώρα το βράδυ-βράδυ;
- Πάω στη θειά μου τη Γιαννού πάω να νυχτερέψω,
να πάρω και τη ρόκα μου να φτιάξω τα προικιά μου,
να φτιάξω ζώνη του γαμπρού ποδιά της πεθεράς μου,
να φτιάξω και του πεθερού ολόκληρη σερβέτα.1
Το κέντησμα είναι γλέντισμα και η ρόκα είναι σεργιάνι,
κι ο φιλντισένιος αργαλειός είναι σκλαβιά μεγάλη.
1. Μαντίλα που οι άντρες βάζαν γύρω από το λαιμό.
Πηγή:
Καρώνης, ΠαναγιώτηςΤραγούδια της Νεστάνης, εκδόσεις ΤΟ ΔΟΝΤΙ, Πάτρα, 2013. 




ΠΑΡΕ ΤΗ ΡΟΚΑ ΣΟΥ ΚΥΡΑ Μ'

Πάρε τη ρόκα σου, κυρά μ', κ' εγώ τον ταμπουρά μου,
πάμε δυο ώρες στον οντά μου,
να ειπείς και συ να ειπώ κ' εγώ τα μυστικά μας λόγια,
άσπρη μου παχιά Τρυγόνα.
Τώρα η αγάπη δε φελάει γιατί είναι καλοκαίρι,
παχουλό μου περιστέρι,
παρά το σαρανάημερο, πέρα και το χειμώνα,
άσπρη μου παχιά Τρυγόνα.
Που ζεύγ' ο νέος τα βόδια του και κάνει το ζευγάρι,
το τριαντάφυλλο με τ' άνθι
και η κόρη που τον αγαπάει ψωμί, νερό του πάει,
το τριαντάφυλλο με τ' άνθι.
Αφήνει ο νιος τα βόιδια του και πιάνουν τα παιχνίδια,
μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια.

Πηγή:
Λελέκος Σ., Μιχαήλ, Δημοτική Ανθολογία, εκ των πιεστηρίων Νικολάου Ρουσοπούλου, εν Αθήναις, 1868. 




ΒΛΑΧΟΥΛΑ ΕΡΟΒΟΛΑΓΕ
Βλαχοῦλα ν- ἐροβόλαγε ν- ἀπὸ ψηλὴ ραχοῦλα,
γειά σου Βλάχα μ' καὶ ξανθή, ἀπὸ ψηλὴ ραχοῦλα,
μὲ τὴ ροκοῦλα γνέθοντας τ' ἀδράχτι της γιομάτο,
κι ὁ Βλάχος τὴν καρτέραγε σ' ἕνα στενὸ σοκάκι.
- Βλάχα μ' τὰ ποὔθεν ἔρχεσαι τὰ ποὔθεν κατεβαίνεις;
- Ἀπὸ τὴ στάνη μ' ἔρχομαι στὸ σπίτι μου πααίνω.
- Βλαχοῦλα δὲν παντρεύεσαι τσοπάν' ἄντραν νὰ πάρεις;
- Δύνεσαι, ἄγνωρε, δύνεσαι ὅ,τι σοῦ πῶ νὰ κάνεις;
Να φτιάσεις τ' ἁλώνάκι σου στὴ μέση τοῦ πελάγου
κι οὐδ' ἄχυρο νὰ μὴ βραχεῖ οὐδέ σπειρὶ σιτάρι;
νὰ δεματίσεις καὶ τ' ἀβγὰ μ' ἕνα κλωνὶ μετάξι;

Πηγή:
Ἀλέξανδρος Γ. Λαζάνης, Τὰ κατσάνικα δημοτικὰ τραγούδια, ἐκδόσεις Δωδώνη, Ἀθήνα 2012.



ΠΑΡΕ ΜΑΡΙΩ ΤΗ ΡΟΚΑ ΣΟΥ

Πάρε Μαριώ μ’ τη ρόκα σου,
ωχ! κι έλα τη φράχτη-φράχτη,
βάσανα πω ‘χει η αγάπη!
πάρε Μαριώ μ’ τη ρόκα σου
ωχ! κι εγώ τον ταμπουρά μου,
βάσανα πω ‘χει η καρδιά μου.
Πάρε Μαριώ μ’ τη ρόκα σου,
κι έλα τον τοίχο τοίχο,
άιντε χαλασιά σ'κι αν σε πετύχω.
Κι αν σε ρωτήσει η μάνα σου
τι το 'κανες τ' αδράχτι,
βάσανα πω ‘χει η αγάπη!
- Μου 'πεσε μέσα στο φράχτη
βάσανα πω ‘χει η αγάπη!
Δικό μας είναι το πανί
δικό μας και το χτένι
αχ! και η κοπελιά που υφαίνει.
Πηγή:
Τραγούδι από τα Δωδεκάνησα, ο ρυθμός του είναι 2/4. 



ΠΑΝΩ ΣΕ ΨΗΛΗ ΡΑΧΟΥΛΑ

Πάνω σ ψηλ ραχολα,
κάθεται μι βλαχοπολα
κα τ ρόκα της κρατάει,
πρόβατα κι’ ρνι φυλάει.
Τσοπανόπουλο π πέρα,
τραγουδάει μ τ φλογέρα,
τραγουδάει τ καημένο
μ παράπονο θλιμμένο.
Πηγή:
Τραγούδι π τν Ατωλοακαρνανία. Τ τραγούδι εναι συρτς χορς σ ρυθμ 8/8. 




ΣΟΥΕΙΠΑ ΠΕΤΑ ΑΥΤΗ ΤΗ ΡΟΚΑ

Σοὔειπα, πέτα αὐτὴ τὴ ρόκα, μὴν τὰ γνέθεις τά μαλλιά, κόρη τοῦ παπᾶ,
μὴν τὰ γνέθεις τὰ μαλλιὰ, διολόσπαρμα!
Σὲ παντρεύει ἡ γι ὀμοργφιά σου, τὰ σγουρά σου τὰ μαλλιά,
-κόρη τοῦ παπᾶ, διαολόσπαρμα!-

Θὰ τὰ γνέσω θὰ τὰ ὑφάνω θὰ τὰ φτιάξω φορεσιά,
πούστη κερατᾶ!
Θὰ τὰ φτιάξω φορεσιά, βρὲ τουρκόσπαρμα!
Νὰ τὴ βάλω νὰ περὰσω νὰ σοῦ κάψω τὴν καρδιά,
-γιὲ τοῦ καρατᾶ μπασταρδόπιασμα!-

Τί σοῦ κάνω καὶ μὲ βρίζεις, μὲ φωνάζεις καὶ φονιᾶ,
κόρη τοῦ παπᾶ;
-Μὲ φωνάζεις καὶ φονιᾶ, διαολόσπαρμα!-
Σοὔειπα πούστη μὴν περάσεις ἀπὸ τούτ' τὴ γειτονιά,
Ἐχ' ἀδέρφια καὶ ξαδέρφια, θὰ τὰ βάνεις σὲ μπελά,
βρὲ τουρκόσπαρμα!

Πηγή:
Σπανδωνίδου, Ειρήνη, Τραγούδια της Αγόριανης, εκδίόσεις Πυρσός, Αθήνα 1939. 





ΔΙΣΤΙΧΟ

Ἔβγα στὸ παρεθύρι σου βαμβακερή μου ρόκα
ἐγώ 'μαι ὁ νιὸς ποὺ σ' ἀγαπᾶ κι ὅποιονε θέλεις ρώτα.
Πηγή:
Νίκος Α. Πακτίκη, Κερκυραϊκὰ δημοτικὰ τραγούδια, ἐκδόσεις Δωδώνη, Ἀθήνα 2005. 





ΠΕΡΑΣΑ ΑΠ' ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΣΟΥ

- Πέρασα απ' την πόρτα σου κι έγνεθες τη ρόκα σου
κ’ είδα το χεράκι σου που ‘στριβε τ’ αδράχτι σου.
Δαχτυλίδι ελάμπισε κ’ η καρδιά μου εράγισε!
Μη σ’ αρρεβωνιάσανε; Μη σε καπαριάσανε;
Πες το μου, να σκοτωθώ, στο γκρεμνό να γκρεμιστώ!
- Δε μ’ αρρεβωνιάσανε, δε με καπαριάσανε.
Έτσι το 'χει το χωριό δαχτυλίδι να φορώ
δαχτυλίδι να φορώ για το νέο π' αγαπώ.
Δαχτυλίδι κι αρραβώνα κορ' ανύπαντρη εισ' ακόμα
Πηγή:
Sotirios Chianis (Σωτήριος Τσιάνης), Folk songs of Mantineia, (Δημοτικά τραγούδια της Μαντινείας), Berkeley/Los Angeles: University of California Press, 1965.
 




ΤΗ ΜΑΡΩ ΤΗ ΜΑΡΙΤΣΑ

Τη Μάρω τη Μαρίτσα τη λιγόημερη
δε μπορ' να τη γελάσω και μαραίνουμε
στη μάνα μου πηγαίνω και προσκλαίγουμε
Μάνα να μ' ορμινέψεις κι ας κριματευτείς
Γιούλι1 μ' να σ' ορμηνεύσω2 κι ας κριμετευτώ3
Για πάρε μια ροκίτσα, βαμβακόροκα
και άι στο φράχτη φράχτη ψιλογνέθοντας
και μίλα της Μαρίτσας της λιγόημερης
Έλα να πάμε Μάρω επάνω στα βουνά
να μάσουμε λουλούδια και τριαντάφυλλα.
Η Μαρω τα μαζεύει, νυφούλα τα σκορπά
Μην τα σκορπάς Μαρίτσα τ' ενυχτώσαμε.
1. Υιέ μου, γιόκα μου.
2. Να σε συμβουλεύσω.
3. Να το έχω κρίμα, να αμαρτήσω.
Πηγή:
Καρώνης, Παναγιώτης, Τραγούδια της Νεστάνης, εκδόσεις ΤΟ ΔΟΝΤΙ, Πάτρα, 2013.  




Ο ΝΤΡΟΠΙΑΡΗΣ

Τρελλάθηκα μανούλα μου
γιὰ μιὰ γειτονοπούλα μου
πέντε χρόνια τὴν ἀγαπῶ
καὶ ντρέπουμε νὰ τῆς τὸ πῶ.
Σύρε μανά μου πέ της το.
- Μετά χαρᾶς σου γιόκα μου
Παίρνει τὴ ρόκα της καὶ πά'
βρίσκει τὴν κόρη καὶ κεντᾶ.
-Ὥρα καλή σου, λιγερή.
- Καλῶς τὴ μάνα τὴν καλή.
Κόρη μου ὁ γιός μου σ' ἀγαπᾶ
καὶ ντρέπεται νὰ σοῦ τὸ πῆ.
-Σὰ μ' ἀγαπᾶ καὶ ντρέπεται
στὴν πόρτα μου γιατ' ἔρχεται;
Πές του νὰ ἔρθει τὸ πορνὸ
κ' ἔχω δυὸ λόγια νὰ τοῦ πῶ.

Πηγή: 
Γνευτός, Παῦλος, Τραγούδια δημοτικὰ τῆς Ρόδου, ἐκδόσεις Νέα Ζωή, Ἀλεξάνδρεια, 1926. Ἀνατύπωση ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Πρίσμα, Ρόδος, 1980.
 




ΔΙΣΤΙΧΟ

παρε τὴ ροκούλα σου κ' ἔλα τὸ φράχτη, φράχτη,
κι ἄν σὲ ρωτήσει ἡ μάνα σου, πὲς ἔχασα τ' ἀδράχτι.
Πηγή:
Arnold Passow, Τραγούδια ρωμαίικα, Λειψία 1860. Φωτοτυπική ἐπανέκδοση, Χ. Τεγόπουλος -Ν. Νίκας, Ἀθήνα 1958.   




ΤΙ ΝΑ ΣΟΥ ΚΑΝΩ ΧΑΪΔΩ ΜΟΥ

Τί νὰ σοῦ κάνω Χάϊδω μου
τί νὰ σοῦ κάνω ὁ γέρος
ποὺ 'γὼ Χαϊδώ μ' ὁ μαῦρος γέρασα
κι ἐσὺ θέλεις παιχνίδα.
Θέλεις στην κούνια Χαϊδὼ μ' βάλε με
θέλεις στὴν σαρμανίτσα
καὶ μὲ τὸ πόδι σ’ Χάϊδω μ’ κούνα με
καὶ μὲ τὰ χέρια σ’ γνέσε
καὶ μὲ τὸ στόμα σ’ Χάϊδω μ’ τὸ γλυκό,
πές μας γλυκὰ τραγούδια.

Πηγή:
Τραγούδι σὲ ρυθμὸ τετράσημο (στὰ τρία), μὲ καταγωγή ἀπὸ τὴν Ἤπειρο. Τὸ τραγούδι συναντάται καὶ σὲ ρυθμὸ δίσημο (γρήγορο συρτὸ) στν περιοχὴ τῶν Γρεβενῶν.  




ΒΑΣΙΟ ΠΟΥ ΠΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Βάσιο που πας στην εκκλησιά
Βάσιο π' ανάθεμά σε,
δεν κάνεις το σταυρό σου,
μον' μπεζοβγαίνεις και τηράς,
Βάσιο καταραμένε,
τηράς τα παλληκάρια.
Το παλληκάρι το καλό
Βάσιο π' ανάθεμά σε,
θελ' όμορφη γυναίκα
να ξέρει ρόκα κι αργαλειό,
να ξέρει να υφαίνει,
να υφαίνει τα μεταξωτά
τ' αντρός της τα βελούδα.
Παρασκευή τα μύτωνε,
Σαββάτο τα ξυφαίνει,
την Κυριακή τα φόρεσε
και πάει στο πανηγύρι.
Κι όσοι άρχοντες την είδανε,
ούλοι τα φεσάκια γέρνουν
κι ούλοι τα παραστραβεύουν.
Μα 'να μικρό αρχοντόπουλο
μάηδε το φεσάκι γέρνει,
μάηδε το παραστραβεύει.
Πέρνει και πάει στη μάνα του
τα μάτια βουρκωμένα,
σα να τό 'χανε δαρμένα
Και η μάνα του το ρώταγε
κι μάνα του του λέει:
- Τ' έχεις, παιδάκι μου, που κλαις
και βαρυαναστενάζεις;
- Για μια κόρη (ν) οπού είδα εγώ
εχθές στο πανηγύρι,
μάλαμα και τζαβαΐρι.

Πηγή: 
Λελέκος Σ., Μιχαήλ, Επιδόρπιον, εκ του τυπογραφείου Αλέξανδρου Παπαγεωργίου, εν Αθήναις, 1888. 



Η ΡΟΚΑ

Βλέπετε παιδάκια μου,
τούτ' τὴ μέρα τὴ λαμπρὴ
γνέθω 'γὼ τὴ ρόκα μου
γνέθω 'γὼ καὶ ντένω σᾶς.
Ἕνα τσουβάλ, μπαλώματα
κι ἕνα τσουβάλι ράμματα.
Σεόνται, σειόνται οἱ ροῦμπες μου
σὰν τὰ πλατανόφυλλα
σὰν τὰ πλατανόφυλα
πέφτουν τὰ μπαλώματα
- Βλέπουμε μανούλα μου
τσάκνα στ ματάκια σου
τσάκνα στὰ μαὰκι σου
κούτσουρα στὴν πλάτη σου.
Πηγή: 
Νημάς, Θεόδωρος, Δημοτικά τραγούδια της Θεσσαλίας, εκδόσεις Κυριακίδη Αφοί Α.Ε, 1990. (τραγούδι από τον Αμάραντο Καρδίτσας). 



ΔΙΣΤΙΧΟ

Ἐσὺ ποὺ πᾶς ἀπάνου τὴν ρόκα γνέθοντας,
καρτέρει με καὶ μένα νὰ πάμε παίζοντας.
Πηγή:
Καρώνης, ΠαναγιώτηςΤραγούδια της Νεστάνης, εκδόσεις ΤΟ ΔΟΝΤΙ, Πάτρα, 2013. 



Τ' ΕΧΕΙΣ ΚΟΡΗ ΚΙ ΑΡΡΩΣΤΑΙΝΕΙΣ

Ωρέ, τ' έχεις κόρη κι αρρωσταίνεις
κι όλο θέλεις το γιατρό δε βγαίνεις να σε δω.
Ωρέ στο 'πα πέταξε τη ρόκα,
τι τα θέλεις τα προικιά, κόρη του παπά!
Τι τα θέλεις τα προικιά, θα σε κλέψω μια βραδιά.
Ωχ σε παντρεύει η ομορφιά σου
τα σγουρά σου τα μαλλιά κόρη του παπά,
τα σγουρά σου τα μαλλιά θα σε κλέψω μια βραδιά.
Πηγή:
Από το ένθετο του δίσκου ακτίνας, Τραγούδια από τη Αίγινα, έκδοση του Μουσικού Λαογραφικού Αρχείου - Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών. Επιμέλεια Μάρκος Φ. Δραγούμης, 1990. 



ΜΟΥ ΕΙΠΑΝΕ ΝΑ ΠΑΝΤΡΕΥΘΩ

Μου είπανε να παντρευθώ
δεν ηξέρω τι να ειπώ,
μου είπανε να κάνω γάμο
δεν ηξέρω τι να κάνω.
Μου είπανε για να καλέσω
δεν ηξέρω τι ν' αλέσω,
και μου δίνουν μια κοντή
δεν την θέλω την πομπή.
Μα 'γνεθε στο μήνα αδράχτι
και στους δυο ξεσφοντυλίδι.
Πηγή:
Λελέκος Σ., Μιχαήλ, Δημοτική Ανθολογία, εκ των πιεστηρίων Νικολάου Ρουσοπούλου, εν Αθήναις, 1968. 




ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΜΑΗΣ Κ' ΑΝΟΙΞΗ

Τώρα Βλαχά μ', τώρα 'ναι Μάης κ' Άνοιξη
τώρα είναι καλοκαίρι
Βλάχα μου με το τσεμπέρι.
τώρα αγαπιόνται τα πουλιά
και φιλιόνται τα τρυγόνια
και συχνολαλούν τ' αηδόνια.
Τώρα αποφάσισα και 'γω
για να έβγω στο σεργιάνι
Βλάχα μου με το γιορντάνι.
Να πάρω χίλια πρόβατα
μωρ' και πεντακόσια γίδια
Βλάχα μου με τα στολίδια.
Να πάμε πάνω στα βουνά
για να ρίξουμε τη στάνη
Βλάχα μου με το γιορντάνι.
Εσύ θα 'χεις τα πρόβατα
μωρ' κ' εγώ θα 'χω τα γίδια
Βλάχα μου με τα στολίδια.
Θα τρώμε γάλα το πρωί
και τυρί το μεσημέρι
Βλάχα μου με το τσεμπέρι.
Θα πάρεις και τη ρόκα σου,
για να φτιάξεις τα προικιά σου,
γεια σου, Βλαχοπούλα μ' γεια σου. 
Πηγή:
Καρώνης, ΠαναγιώτηςΤραγούδια της Νεστάνης, εκδόσεις ΤΟ ΔΟΝΤΙ, Πάτρα, 2013.



ΧΗΡΑ ΚΑΘΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΟΡΤΑ

Χήρα κάθεται στην πόρτα,
και μακροκλωνάει τη ρόκα.
Πέρασ' ένας πέρασ' άλλος
πέρασ' ένας εργολάβος.
- Χήρα θέλεις να 'ρθω βράδυ;
βάλε στο λυχνάρι λάδι
κι αποκοίμησ' τὰ παιδιά σου
έξω από τήν κάμαρά σου.
Και εκείν' ἡ παλιοσκρόφα
τ' αποκοίμησε στην πόρτα.
Πάει ο νιος να μπει το βράδυ,
τα πατάει στο κεφάλι.
Σκούζουν κλαίνε τα καημένα,
τα κεφαλοπατημένα.
- Κλέφτες, μάνα, μας πατήσαν
τα κεφάλια μας γυρίσαν.
- Κλέφτες είναι μην σκιαχτήτε
πέστε ν' αποκοιμηθείτε,
γρήγορα να ξεραθείτε.
Πηγή:
Καρώνης, Παναγιώτης, Πριάπεια & Σατυρικά. εκδόσεις ΤΟ ΔΟΝΤΙ, Πάτρα 2016.




ΔΙΣΤΙΧΟ

Κυρὰ πο κάθεσαι ψηλ καὶ γνέθεις τ λινάρι,
δώσ' μου καὶ μένα μι κλωνὰ νὰ κάνουμε ζευγάρι.
Πηγή:
Καρώνης, ΠαναγιώτηςΤραγούδια της Νεστάνης, εκδόσεις ΤΟ ΔΟΝΤΙ, Πάτρα, 2013.  




ΣΕ ΤΟΥΤ' ΤΗΝ ΤΑΒΛΑ ΠΟΥΕΙΜΑΣΤΕ
Σὲ τούτ' τὴν τάβλα ποὔειμαστε, σὲ τοῦτο τὸ τραπέζι,
τρεῖς μαυρομάτες μᾶς κερνοῦν καὶ τρεῖς καλὲς φρεγάδες.
Ἡ μιὰ κερνάει τὸ γυαλὶ κι ἄλλη μὲ τὴν κούπα
κι ἡ τρίτη ἡ μικρότερη μὲ μαστραπᾶ γυαλένιο.
- Κέρνα μας Ροῦσσα μ' κέρνα μας, κέρνα ν-ὅσο νὰ φέξει
ὅσο νὰ σκάσ' Αὐγερινὸς νὰ πάει ἡ Πούλια γιόμα
νὰ βγοῦν οἱ τσούπρες γιὰ νερὸ στὴ βρύση γιὰ νὰ πάνε
μὲ τὴ ροκοῦλα γνέθοντας τὴ στάμνα φορτωμένη.
Πηγή:
Ἀλέξανδρος Γ. Λαζάνης, Τὰ κατσάνικα δημοτικὰ τραγούδια, ἐκδόσεις Δωδώνη, Ἀθήνα 2012.




ΚΑΛΟΤΥΧΟΣ ΚΑΛΟΜΟΙΡΟΣ

Καλότυχος καλόμοιρος όποιος με πάρει εμένα,
Εγώ τη ρόκα αγαπώ και το κρασί δεν πίνω.
Τσουκούλα πίνω τη αυγή, τέσα το μεσημέρι,
πάνω στο γέρμα του ηλιού στραγγίζω το βαγένι,
και αν με ρωτήσεις για προικιά έφτιασα τρία μαντίλια.
Τό 'να το δίνω του παπά και τ' άλλο του δεσπότη,
το τρίτο τα καλύτερο το ζώνω μοναχή μου,
και ας έρθει ο Μάης ο καλός να μπω για να χορέψω,
για να με δουν όλες οι νιές κι όλα τα παλληκάρια.
Πηγή:
Λελέκος Σ., Μιχαήλ, Δημοτική Ανθολογία, εκ των πιεστηρίων Νικολάου Ρουσοπούλου, εν Αθήναις, 1968. 



ΔΙΣΤΙΧΟ

Τὴ ρόκα καὶ τ' ἀδράχτια σου καινούργια θὰ στὰ πάρω
κι ἕνα ἡλιοβασίλεμα γυναίκα θὰ σὲ πάρω.
Πηγή:
Γιάννης Β. Καρμπὴς-  Παντελὴς Σ. Παπαστάθης, Ἡ Φλωριάδα καὶ τὰ τραγούδια της, ἰδιωτικὴ ἔκδοση, Ἀθήνα 1984. 




 
Όλα τα στάδια επεξεργασίας του μαλλιού, από την πρώτη ύλη, στο τελικό προϊόν, το ύφασμα. Μελανόμορφη αθηναϊκή λήκυθος, γύρω στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. Νέα Υόρκη, Metropolitan Museum of Art.



ΚΑΙ Ο ΗΡΟΔΟΤΟΣ
Τελειώνουμε τούτο το αφιέρωμά μας για την ιστορία της ρόκας του γνεσίματος με ένα απόσπασμα από τον Ηρόδοτο.
Ο Ηρόδοτος,12 λοιπόν, μας αναφέρει ένα πολύ ενδιαφέρον περιστατικό, για μια γυναίκα που πήγαινε να πάρει νερό κρατώντας στάμνα πάνω στο κεφάλι της, τραβώντας άλογο από τα γκέμια, που τα ᾽χε περασμένα στο χέρι της, ενώ παράλληλα έκλωθε λινάρι.
[5.12.1] Δαρεῖον δὲ συνήνεικε πρῆγμα τοιόνδε ἰδόμενον ἐπιθυμῆσαι ἐντείλασθαι Μεγαβάζῳ Παίονας ἑλόντα ἀνασπάστους ποιῆσαι ἐκ τῆς Εὐρώπης ἐς τὴν Ἀσίην· ἦν Πίγρης καὶ Μαστύης ἄνδρες Παίονες, οἳ ἐπείτε Δαρεῖος διέβη ἐς τὴν Ἀσίην, αὐτοὶ ἐθέλοντες Παιόνων τυραννεύειν ἀπικνέονται ἐς Σάρδις, ἅμα ἀγόμενοι ἀδελφεὴν μεγάλην τε καὶ εὐειδέα. [5.12.2] φυλάξαντες δὲ Δαρεῖον προκατιζόμενον ἐς τὸ προάστιον τὸ τῶν Λυδῶν ἐποίησαν τοιόνδε· σκευάσαντες τὴν ἀδελφεὴν ὡς εἶχον ἄριστα ἐπ᾽ ὕδωρ ἔπεμπον ἄγγος ἐπὶ τῇ κεφαλῇ ἔχουσαν καὶ ἐκ τοῦ βραχίονος ἵππον ἐπέλκουσαν καὶ κλώθουσαν λίνον. [5.12.3] ὡς δὲ παρεξήιε ἡ γυνή, ἐπιμελὲς τῷ Δαρείῳ ἐγένετο· οὔτε γὰρ Περσικὰ ἦν οὔτε Λύδια τὰ ποιεύμενα ἐκ τῆς γυναικός, οὔτε πρὸς τῶν ἐκ τῆς Ἀσίης οὐδαμῶν. ἐπιμελὲς δὲ ὥς οἱ ἐγένετο, τῶν δορυφόρων τινὰς πέμπει κελεύων φυλάξαι ὅ τι χρήσεται τῷ ἵππῳ ἡ γυνή. [5.12.4] οἱ μὲν δὴ ὄπισθε εἵποντο, ἡ δὲ ἐπείτε ἀπίκετο ἐπὶ τὸν ποταμόν, ἦρσε τὸν ἵππον, ἄρσασα δὲ καὶ τὸ ἄγγος τοῦ ὕδατος ἐμπλησαμένη τὴν αὐτὴν ὁδὸν παρεξήιε, φέρουσα τὸ ὕδωρ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς καὶ ἐπέλκουσα ἐκ τοῦ βραχίονος τὸν ἵππον καὶ στρέφουσα τὸν ἄτρακτον.[5.13.1] θωμάζων δὲ ὁ Δαρεῖος τά τε ἤκουσε ἐκ τῶν κατασκόπων καὶ τὰ αὐτὸς ὥρα, ἄγειν αὐτὴν ἐκέλευσε ἑωυτῷ ἐς ὄψιν. ὡς δὲ ἄχθη, παρῆσαν καὶ οἱ ἀδελφεοὶ αὐτῆς οὔ κῃ πρόσω σκοπιὴν ἔχοντες τούτων. εἰρωτῶντος δὲ τοῦ Δαρείου ὁποδαπὴ εἴη, ἔφασαν οἱ νεηνίσκοι εἶναι Παίονες καὶ ἐκείνην εἶναι σφέων ἀδελφεήν.
[5.12.1] Κι όσο για τον Δαρείο, του συνέβη να δει ένα περιστατικό σαν το ακόλουθο και να του έρθει η ιδέα να δώσει εντολή στον Μεγάβαζο να κυριέψει τους Παίονες και να τους αρπάξει με τη βία για να τους μεταφέρει από την Ευρώπη στην Ασία· ήταν ο Πίγρης κι ο Μαστύης, Παίονες, που, όταν ο Δαρείος πέρασε στην Ασία, θέλοντας να γίνουν τύραννοι των Παιόνων, πηγαίνουν στις Σάρδεις και μαζί τους έφερναν μια αδερφή τους ψηλή και όμορφη. [5.12.2] Περίμεναν να ᾽ρθει η μέρα που ο Δαρείος καθόταν στο θρόνο του στο χώρο που βρισκόταν μπροστά από την πόλη των Λυδών κι έκαναν το εξής: στόλισαν την αδερφή τους όσο καλύτερα μπορούσαν και την έστελναν να πάρει νερό κρατώντας στάμνα πάνω στο κεφάλι της και τραβώντας άλογο από τα γκέμια, που τα ᾽χε περασμένα στο χέρι της που έκλωθε λινάρι. [5.12.3] Καθώς λοιπόν η γυναίκα περνούσε αποκεί, κίνησε την προσοχή του Δαρείου· γιατί δεν ήταν ούτε περσικά ούτε λυδικά ούτε κανενός ασιατικού λαού τα καμώματα της γυναίκας. Και, καθώς κίνησε την προσοχή του, ο Δαρείος στέλνει μερικούς δορυφόρους του με τη διαταγή να παραφυλάξουν τί θα κάνει με τ᾽ άλογο η γυναίκα. [5.12.4] Αυτοί λοιπόν την ακολούθησαν από απόσταση, κι αυτή, φτάνοντας στο ποτάμι, πότισε το άλογο, κι αφού το πότισε και γέμισε τη στάμνα νερό, πήρε και περνούσε τον ίδιο δρόμο, κουβαλώντας το νερό πάνω στο κεφάλι και τραβώντας με τα γκέμια στο χέρι το άλογο και κλώθοντας με το αδράχτι. [5.13.1] Εντυπωσιάστηκε ο Δαρείος μ᾽ όσα άκουσε από τους κατασκόπους και μ᾽ όσα έβλεπε με τα μάτια του να ᾽χει μαζί της αυτή και διέταξε να τη φέρουν μπροστά του. Και μόλις του την έφεραν, τ᾽ αδέρφια της που παραμόνευαν κάπου εκεί κοντά. Ρώτησε τότε ο Δαρείος ποια είναι η πατρίδα της, κι οι νεαροί είπαν ότι είναι Παίονες κι εκείνη είναι αδερφή τους.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΡΩΝΗΣ
Νεστάνη Ιούνης 2014  


Πηγές

1. Ομήρου, Ιλιάδα, Α, 396-406.
2. Ησίοδος. Θεογονία 573. Έργα και Ημεραι 72.
3. Ησίοδος. Θεογονία 573. Έργα και Ημεραι 72.
4. Ησίοδος. Εργα και Ημέραι 63-64.
5. Ομήρου, Οδύσσεια, Υ, 72.
6. Ομήρου, Ιλιάδα Υ, 128. Ω, 209.
7. Αριστοφάνη. Λυσιστρατη 574-581, μετάφραση Θ Σταύρου.
8. Παυσανίας V. 16, 2.
9. Richard Clandler, Clay [ed], Travels in Asia Minor and Greece, London 1817.
10. Παναγή Λορεντζάτου, Ομηρικό λεξικό, εκδόσεις Κακουλίδη, Αθήνα 1989.
11. Ομήρου, Ιλιάδα, Ζ, 485-494, μετάφραση Ιάκωβου Πολυλά.
12. Ηρόδοτος, Τερψιχόρη, 5.12.1 – 5.13.1.


© κειμένου: Παναγιώτης Καρώνης 2016, με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματος
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, ή αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική η κατά παράφραση ή διασκευή και απόδοση του περιεχομένου του παρόντος άρθρου με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τον συγγραφέα του.



Αθηνά Εργάνη

 
Αδράχτι και σφοντύλι






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου