Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2020

ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΩΝ ΛΑΖΑΡΙΝΩΝ-ΒΑΓΙΟΦΟΡΩΝ ΣΤΗ ΝΕΣΤΑΝΗ ΑΡΚΑΔΙΑΣ



 
Νεστανιώτισσες μὲ τὰ ἀγριοσέλινα ἀνὰ χείρας χορεύουν στὸ «Ἁλώνι τοῦ Μοναστηριοῦ» στὴ βλαστολατρικὴ γιορτὴ τοῦ Ἅη-Γιώργη. (Νεστάνη, 1967).


ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΩΝ ΛΑΖΑΡΙΝΩΝ-ΒΑΓΙΟΦΟΡΩΝ ΣΤΗ ΝΕΣΤΑΝΗ ΑΡΚΑΔΙΑΣ
(τοῦ Παναγιώτη Καρώνη)
Περὶ εὐγονίας καὶ εὐκαρπίας
Ἡ γονιμότητα, τόσο τῆς φύσης ὅσο καὶ τῶν ἑστιῶν ἀποτελοῦσε πάντα ἕνα θεμελιακὸ ζητούμενο γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ἡ εὐγονία, λέξη ἑλληνικὴ (εὐγονία < εὖ + γίγνομαι), δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἀπόκτηση πολλῶν καί ὑγειῶν τέκνων· καὶ βέβαια, σὲ ἐπέκταση τῆς εὐγονίας ἐρχόνταν καὶ ἡ εὐκαρπία. Ἔτσι, δὲν εἶναι λίγα τὰ ἔθιμα ποὺ σχετίζονται καὶ συνδέονται μὲ τὴν καλλιέργεια τῆς γῆς, καὶ τὶς προσδοκίες γιὰ καλὴ σοδειά. Τοῦτα τὰ δρώμενα, ποὺ ἔχουν πανάρχαιες ρίζες καὶ αἰῶνες τώρα τελοῦνται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, δέν ἦταν δυνατὸν νὰ παύσουν μὲ τὴν ἔλευση τῆς νέας θρησκείας τοῦ χριστιανισμοῦ, ποὺ βέβαια, κατέβαλε περισσὴ ἀλλὰ ἁνεπιτυχὴ προσπάθεια προκειμένου νὰ ἀποκόψει τοὺς νεοφώτιστους ὁπαδούς της ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ποὺ ἦταν βαθιὰ ριζωμένα μέσα τους. Ὅμως ὁ χριστιανσμὸς μὴν μπορώντας νὰ ἀποκόψει τὸν κόσμο ἀπὸ τὰ ἔθιμα τῶν προγόνων του, ἀναγκάστηκε, ὅπως πολὺ εὔστοχα μᾶς λέει καὶ ὁ Νικόλαος Πολίτης, νὰ τὰ περιβάλλει μὲ τὸν δικό του μανδύα: Οἱ χριστιανικοὶ ἱεράρχες κατιδόντες τὸ ἀνέφικτον τῆς καθαρᾶς καὶ ἀμιγοὺς εἰσαγωγῆς τῆς χριστιανικῆς θρησκείας ἠνέχθησαν τὴν διατήρισιν τῶν ἐκ τῆς πολυθεΐας ἐκπηγαζουσῶν παραδόσεων καὶ προλήψεων φροντίσαντες μόνον νὰ περιβάλλωσιν αὐτὰς διὰ χριστιανικῶν καλυμάτων.1
Τὰ περισσότερα ἔθιμα ποὺ τελοῦνται, καὶ μᾶς εἶναι γνωστὰ ἀπὸ τὶς μελέτες τῆς λαογραφίας, εἶναι τὰ ἔθιμα εὐετηρίας, δηλαδὴ ἕνας τρόπος συνειρμικὸς ἢ μαγικὸς μὲ τὸν ὁποῖο οἱ ἄνθρωποι προσπαθοῦσαν νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν εὐγονία (ἑστιῶν καὶ ζώων) καθὼς καὶ τὴν εὐφορία τῆς γῆς καὶ γενικὰ τὴν καλὴ σοδειά, γεγονὸς ποὺ τὰ χρόνια ἐκεῖνα ἦταν ἄρρητα δεμένο μὲ τὴν ἴδια τὴ ζωή τους.
Ἡ δύναμη τοῦ φαλλοῦ καὶ ἡ δυνατότητά του γιὰ ἐκρροὴ ζωῆς, ἀναπαραγωγικοῦ σπόρου, πρόκλησης ὀργασμοῦ —κατὰ τὸ «ὀφέλει ἀνδρὸς ἐρωήν» τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων—, καὶ γενικὰ ἡ σύνδεσή του μὲ τὴ γεννετικὴ εὐκαρπία, εἶναι γνωστὴ ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα, ἔτσι, παρατηροῦμαι φαλλικὰ ἔθιμα ποὺ συνδέουν ὁλοφάνερα τὸν φαλλὸ και τὴ γονιμότητα, νὰ τελοῦνται καὶ σήμερα, διάσπαρτα σὲ ὅλη τὴ χώρα καθ᾿ ὅλο τὸ διάστημα τῆς Ἀποκριᾶς μέχρι καὶ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα.
Ἀνοιξιάτικα μαγευτικὰ δρώμενα λοιπὸν συναντοῦμε παντοῦ στὴ χώρα, δρώμενα, ποὺ τὰ παλαιότερα χρόνια τουλάχιστον, εἶχαν ὡς κύριο σκοπό τους τὸ εὐλογημένο κάρπισμα τῶν φυτῶν καὶ τῶν δέντρων, δηλαδὴ τῆς φύσης.
Ὁ Δημ. Λουκάτος γράφει σχετικά: Ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται πάντα ἀλληλέγγυος μὲ τὸ φυτικὸ κόσμο, σὰν νὰ καταλάβαινε καὶ τὸν ἐαυτό του ἕνα μετατοπιζόμενο φυτό. Σ’ ὅλες τὶς ἀποπνιχτικὲς ὧρες του ἀναζήτησε στὴ φύση τὸν συμπαθὴ καὶ ἐλεύθερο χῶρο, ὅπου θὰ μποροῦσε νὰ κινηθεῖ ἐλεύθερα καὶ ζωντανά. Ἔτσι τραγούδησαν πάντα τὰ δέντρα καὶ τὰ βουνὰ μὲ τὰ δάση τους, ὁ ποιητὴς μὲ τὴν ταξιδιάρικη φαντασία, ὁ ὑμνογράφος μὲ τοὺς αἴνους του, ὁ ἐρωτικὸς μὲ τὰ εἰδύλλιά του, ὁ πολεμιστὴς μὲ τὰ ὀράματα, ὁ σκλάβος μὲ τὶς ἐπικλήσεις του, ὁ φυλακισμένος μὲ τὶς συγκινησιακὲς παραβολές του. Χαρακτηριστικὰ εἶναι σὲ μᾶς τὰ κλέφτικα τραγούδια, ποὺ κρατοῦν ζεστὴ τὴν ὐπόκρουση τῶν ἡρωικῶν περιγραφῶν, μὲ τὶς κουβέντες γιὰ τὰ δέντρα καὶ τὰ κλαδιά.2
Μὴν λησμονοῦμε βέβαια καὶ τοὺς στίχους ἀπὸ τὰ Κάλαντα τοῦ ἑλληνικοῦ Ἅη Βασίλη ποὺ μιλᾶνε γιὰ ἕνα ξερὸ ραβδὶ ποὺ ἀνθίζει καὶ καρπίζει, εὐχόμενοι ἔτσι, οὐσιαστικά, τὴν ἀφθονία, τὸν πλοῦτο καὶ τὴν μακροημέρευση τοῦ νοικοκύρη καὶ κατ’ ἐπέκταση τοῦ σπιτιοῦ, τῶν δέντρων καὶ τῶν χωραφιῶν:
[...] καὶ στὸ ραβδί τ’ ἀκούμπησε νὰ πεῖ τὴν ἀρφαβήτα
Χλωρὸ ραβδί, ξερὸ ραβδί, χλωρὰ βλαστάρια ἐπέτα.
Καὶ πάνω στὰ βλαστάρια της πέρδικες κελαηδοῦσαν.
Δὲν ἦταν μόνο πέρδικες, ἦταν καὶ τρυγονάκια.
Κατέβηκε ἡ πέρδικα νὰ βρέξει τὸ φτερό της
κι ἔβρεξε τὸν ἀφέντη μας τὸν πολυχρονεμένο.3



 
Νεστανιώτισσες μὲ τὰ ἀγριοσέλινα ἀνὰ χείρας χορεύουν στὸ χοροστάσι «Ἁλώνι τοῦ Παπαγιάννη» στὴ βλαστολατρικὴ γιορτὴ τοῦ Ἅη-Γιώργη. (Νεστάνη, 1965).


Οἱ Λαζαρίνες γενικὰ
Τὸ ἔθιμο τῶν Λαζαρίνων εἶναι πανελλαδικό, ἀφοῦ τὸ συναντᾶμε σχεδὸν σὲ ὅλη τὴ χώρα. Οἱ Λαζαρίνες ἦταν γυναῖκες, ποὺ τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου τραγουδοῦσαν καὶ χόρευαν τὰ λαζαριανὰ τραγούδια, γυρνώντας ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι. Μιλᾶμε δηλαδὴ γιὰ μιὰ συνέχεια τῶν ἀρχαίων ἀγερμῶν (ἢ ἀγυρμῶν, ἀπὸ τὸ ρῆμα ἀγείρω, ἀόρ. α΄ ἤγειρα· πρκ. ἀγήγερκα (ἄγω) φέρω ἐπὶ τῷ αὐτό, συναθροίζω ἐπὶ τῷ αὐτό, συγκεντρώνω, συμμαζεύω),4 δηλαδὴ τῶν καλάντων τῆς ἐαρινῆς πρωτοχρονιᾶς ποὺ ἐπιβίωσε μὲ αὐτὴ τὴ μορφὴ ὣς τὶς μέρες μας, ὅπως καὶ τὰ χελιδονίσματα, τὰ κάλαντα γιὰ τὸ καλωσόρισμα τῶν χελιδονιῶν.
Βέβαια τὰ λαζαριανὰ τραγούδια ποὺ οἱ Λαζαρίνες ἔλεγαν καὶ χόρευαν ἔχουν τὴν ἀφετηρία τους στὰ ἀρχαῖα κάλαντα, κι ἂς ἀποκαλοῦνται Λαζαρινὰ τραγούδια, μιὰ καὶ τὰ τραγούδια αὐτὰ παρατηροῦμε πὼς έλάχιστη σχέση ἔχουν μὲ τὸν Λάζαρο, ἀφοῦ ἂν τὰ μελετήσει κανείς, διαπιστώνει πὼς στὸ σύνολό τους εἶναι τραγούδια ποὺ σχετίζονται μὲ τὶς ἀνθρώπινες ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς καὶ μιλοῦν γιὰ ἔρωτα, γυναικεῖες δεξιότητες, ξενιτιὰ κ.ἄ. Χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ παράδειγμα τῆς Βισαλτίας ὅπου ἔχουν καταγραφεῖ 80 λαζαριανὰ τραγούδια, —με 132 παραλλαγές τους—, ἀνάμεσα στὰ ὁποῖα παρατηρεῖ κανεὶς μόνο 2 - 3 τραγούδια μὲ ἀναφορὰ στὴν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου.
Ὁ Θεόφιλος Δ. Ἀθανασιάδης ἀναφερόμενος στὸ ἔθιμο γύρω ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τοῦ Λαζάρου ἐν Λαζαρίῳ (Ἤπειρος, Ζαγόρι), ἀναφέρει:
Τῇ πρὸ τοῦ Σαββάτου τοῦ Λαζάρου Παρασκευῇ ἅπαντες οἱ μαθηταὶ τῆς κώμης συνέρχονται εἰς τὸ σχολεῖο ἀργοῦν κατὰ τὴν ἡμέρα ταύτην· μετὰ δὲ τὴν σοινάθροισιν διαιροῦνται εἰς τρεῖς ὁμδας. Τούτων ἡ πρώτη μεταβαίνει εἰς τοὺς άμπέλους, ἵνα κόψῃ κλάδους ἀνθούντων δέντρων, οὒς διατηριοῦσιν ἐν ὕδατι μέχρι τῆς πρωΐας τοῦ Σαββάτου, ὡς καὶ λοιπὰ ἄνθη, τὰ πρὸς διακόσμησιν τοῦ Λαζάρου. Ἡ δευτέρα συλλέγει, ἄνθη ἴα καὶ ἄλλα «μανούσια κι πασκαλοῦδδις», ἐξ ὦν κατασκευάζουσιν ἀνθοδέσμας «τοῦμπις»· ἡ δὲ τρίτη ὁμὰς δανείζεται ἀπὸ τῶν οἰκιῶν κώδωνας (κυπριά)· καὶ άναλαμβάνει τὴ διακόμηση τοῦ Λαζάρου γινομένην τὴν πρωΐα τοῦ Σαββάτου.
[...] Τὴν πρωΐαν τοῦ Σαββάτου ἡ τὴν διακόσμησιν ἀναλαμβάνουσα ὁμὰς μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς θείας λειτουργίας μεταφέρει τὸν «στολισμένον Λάζαρον» εἶς τὸν νάρθηκα τῆς ἐκκλησίας. Ἐνδαῦθα δὲ προσερχομένων τῶν λοιπῶν ὁμάδων καὶ παρισταμένως τοῦ ἱερέως, τοῦ διδασκάλου καὶ τῶν ἐκκλησιαθέντων, ψάλουσιν ἅπαντες οἱ μαθηταὶ τὸ ἀπολυτίκιον. «Τὴν κοινὴν Ἀνάστασιν κλπ.» καὶ τὸν ὕμνον τῆς Θεοτόκου «Τὴν ὡραιτητα τῆς παρθενίας Σου κπλ» καὶ μετὰ ᾄδουσι τὰ ἑξῆς:
Καλῶς μᾶς ηὗρ᾿ οὑ Λάζαρους κὶ φέτου κὶ τοῦ χρόνου
μὲ τὴ Λαμπρὴ τὴν Πασκαλιὰ μὲ τὸν καλὸ τοὺ Λόγου.
(ᾄσμα τοῦ ἱερέως)
Κάτου στὸ Δαφνουπόταμου, στοῦ Δαφνουποταμάκι,
κοιμῶντας ἕνας Δέσπουτας μὶ τοὺ σταυρό ᾿ςτοὺ χέρι.
Κανεὶς δὲν πάν᾿ νὰ τοὺν ξυπνήσ᾿, κανεὶς δὲν τοὺν ξυπνάει,
μόν᾿ἡ κυρὰ ἡ Παναγιὰ πάνει κὶ τοὺν ξυπνάει.
«Γιὰ σήκου, Δέσπουτα, καὶ μὴ βαριὰ κοιμᾶσι,
γιατὶ χτυποῦν τὰ σήμαντρα κὶ οἱ κλησιὲς διαβάζουν,
καὶ ἡ δική σου ἡ κλησιὰ δὲ ψέλνει δὲ διαβάζει.
[...] Ἐξερχόμενοι οἱ μαθηταὶ τοῦ νάρθηκος μεταβαίνουσιν ἀπὸ οἰκίας εἰς οἰκίαν ψάλοντες τὸ ἀπολυτίκιον τοῦ Ἁγίου Λαζάρου καὶ ᾄδοντες διάφορα ᾄσματα, λαμβάνουσι δ᾿ ἀμοιβὴν διαφόρους ὀπώρας καὶ αὐγά. [...].5
Παρατηροῦμε ἐδῶ, πὼς ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ ἕνα βλαστολαρικὸ ἔθιμο ποὺ συνάμα εἶναι καὶ ἀγερμός. Ἕνα ἔθιμο ποὺ οὐσιαστικὰ μεταφέρει τὴν εὐχὴ γιὰ γονιμότητα καὶ καρποφορία σὲ ὅλη τὴν κώμη. Τὰ παιδιὰ ποὺ πηγαίνουν ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι ψέλνοντας τὸ ἀπολυτίκιο τοῦ Ἁγίου καὶ τραγουδώντας τὰ λαζαρινὰ τραγούδια, συμβολίζουν τὴ νέα ζωή, τὴ γονιμότητα, τὴ θαλερότητα, τὴν εὐτυχία, τὴ χαρά, τὸ μέλλον. Κάτι ποὺ κάθε σπίτι εὔχονταν καὶ ἐπιθυμοῦσε.
Τὸ παραπάνω ἔθιμο μᾶς φέρνει στὸ νοῦ τὸ ἔθιμο τῆς ἀρχαίας Εἰρεσιώνης, ἑορτῆς ἡ ὁποία συμπεριλάμβανε προσφορὲς καρπῶν καὶ μεταφορὰ κλαδιοῦ στολισμένου μὲ μαλλιά, καρπούς, μέλι καὶ φροῦτα στὰ σπίτια κατὰ τὶς ἑορτὲς Πυανέψια καὶ Θαργήλια ἀπὸ παιδιὰ ποὺ ἔψελναν εὐχητήρια τραγούδια γιὰ εὐκαρπία καὶ εὐτυχία. Οἱ ἰδιοκτῆτες τῶν σπιτιῶν —νοικοκυραῖοι καὶ νοικοκυρές— ὅταν τὰ παιδιὰ ἔφταναν, τραγουδώντας καὶ φέροντας τὴν Εἰρεσιώνη στὴν πόρτα τους, τοὺς προσέφεραν, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἐδῶ, γλυκίσματα καὶ δῶρα, (γιὰ περισσότερα γύρω ἀπὸ τὴν ἀρχαία Εἰρεσιώνη δὲς στὸ ἀφιέρωμά μας ἐδῶ).


 
Νεστανιώτισσες μὲ τὶς σελινοστολισμένες γκλίτσες τους χορεύουν στὸ χοροστάσι «Ἁλώνι τοῦ Παπαγιάννη» στὴ βλαστολατρικὴ γιορτὴ τοῦ Ἅη-Γιώργη. (Νεστάνη, 1982).


Οἱ Λαζαρίνες ἢ Βαγιοφόρες στὴ Νεστάνη - Δρώμενον εὐγονίας
Τὸ ἔθιμο τῶν Λαζαρίνων στὴ Νεστάνη παρουσιάζει σημαντικὴ διαφορὰ —ὡς ἀναφορὰ τὸ τελεστικό του— ἀπὸ τὰ ἀντίστοιχα ἄλλα, ἀφοῦ, ὅπως θὰ δοῦμε, μιλᾶμε γιὰ ἕνα ἔθιμο εὐτεκνίας. Ἀπὸ καταγραφὲς ποὺ ἔχουμε τὸ ἔθιμο εἶχε ὡς ἑξῆς:
Οἱ νέες νύφες —οἱ νιόνυφες ὅπως χαρακτηριστικὰ τὶς ἔλεγαν— τῆς χρονιᾶς, ποὺ τὶς ἀποκαλοῦσαν Λαζαρίνες η Βαγιοφόρες, συγκεντρώνονταν τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου φορώντας τὶς παραδοσιακές τους φορεσιὲς καὶ πήγαιναν πεζοπορία σὲ πλαγιὰ τοῦ Ἀρτεμίσιου —συγκεκριμένα στὴ Βαθιὰ Λάκκα, στὸ τοπωνύμιο Κλήδονας— προκειμένου νὰ κόψουν καὶ νὰ φέρουν στὸ χωριὸ βάγια δηλαδή, τὴ Δάφνη το πόλλωνος, μὲ τὴν ἐπίσημη ἑλληνικὴ ὀνομασία Λάουρος εγενὴς (Laurus nobilis L), ποὺ εὐρέως εἶναι γνωστὴ ὡς βάγια βαγιά.
Πρωὶ-πρωὶ ἔπαιρναν τὸν δρόμο τραγουδώντας ἀνοιξιάτικα τραγούδια μὲ ἔντονο τὸ ἐρωτικὸ στοιχεῖο, καὶ ἀφοῦ ἔφταναν στὸ σημεῖο τοῦ Ἀρτεμισίου ὄρους ὅπου φύεται ἡ βάγια, κατέβαιναν προσεκτικὰ στὴν ἀπόκρημνη πλαγιά, τὴν ἔκοβαν κάνοντας την μικρὰ δεμάτια τὰ ὁποῖα ἐν συνεχείᾳ φόρτωναν μὲ τὶς ζῶστρες τους στὴν πλάτη — τὶς ὁποῖες φοροῦσαν χιαστὶ μὲ εἰδικὸ δέσιμο. Κουβαλοῦσαν λοιπὸν στὴν πλάτη τὰ κλαδιὰ ποὺ ἔκοβαν, συγκρατώντας τα μὲ τὶς ζῶστρες τους, καὶ τραγουδώντας, ἐπέστρεφαν, μοιράζοντάς τα στὴν ἐκκλησία καὶ στὸ μοναστήρι τοῦ χωριοῦ. Τὴν ἐπομένη —τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων δηλαδή— ὁ ἱερέας μοίραζε τὰ βάγια στὸ ἐκκλησίασμα, δηλαδὴ σὲ ὅλο τὸ χωριό.
Ἀξίζει νὰ ἀναφέρουμε ἔστω καὶ ἐπιγραμματικά, πὼς κάπου ἀπὸ τὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ ̔50 οἱ Νεστανιώτισσες σταμάτησαν νὰ πηγαίνουν στὴν πλαγιὰ τοῦ Ἀρτεμισίου προκειμένου νὰ κόψουν καὶ νὰ κουβαλήσουν τὰ βάγια, ἀλλὰ τὰ ἔπαιρναν ἔναντι ἀντιτίμου ἀπὸ τὸν Νεστανιώτη Βασίλειο Παναγιώταρο τοῦ Δημητρίου (Μίντζα) ποὺ τὰ ἔκοβε, τὰ ἔφερνε σπίτι του καὶ τοὺς τὰ ἔδινε ἔναντι ἀμοιβῆς. Στὴ συνέχεια, ὅταν καὶ ὁ Νεστανιώτης σταμάτησε νὰ φέρνει καὶ νὰ πουλάει βάγια ἀπὸ τὸ Ἀρτεμίσιο, τὰ ἀγόραζαν ἀπὸ τὴν Τρίπολη — κάποιες φορὲς τοὺς τα πρόσφεραν Νεστανιῶτες ποὺ κλάδευαν γι᾿ αὐτὸ τὸ σκοπὸ τὶς βάγιες ποὺ εἶχαν φυτέψει στοὺς κήπους τους.
Εἶναι φανερὸ πὼς ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ ἕνα βλαστολατρικὸ ἔθιμο μὲ σκοπὸ τὴν ἐμφύσηση καὶ ἐνδυνάμωση τῆς γονιμότητας. Οἱ νέες γυναίκες ποὺ εἶχαν παντρευτεῖ μόλις πρὶν λίγο καιρὸ ἦταν αὐτὲς ποὺ συμμετεῖχαν στὸ ἔθιμο. Ἀλλὰ εἶναι καὶ αὐτὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες τὸ χωριὸ περιμένει τὴν τεκνοποιία. Ἡ νύφη καὶ γενικότερα ἡ γυναίκα, ἦταν ἀπόλυτα συνδεμένη μὲ τὴ γονιμότητα καὶ τὴν τεκνοποίηση τοῦ ζευγαριοῦ. Ἦταν, θὰ λέγαμε, ἡ ἴδια ἡ προσωποποίηση τῆς γονιμότητας. Δὲν εἶναι διόλου τυχαῖο ποὺ στὰ παλαιότερα χρόνια, ἂν ἕνα ζευγάρι ἀργοῦσε νὰ κάνει παιδιά, στὰ μάτια καὶ στὰ λόγια τοῦ κόσμου, ἡ εὐθύνη βάραινε σχεδὸν πάντα τὴ γυναίκα. Μὴν λησμονοῦμε πῶς χαρακτηρισμοὶ ὅπως «στέρφα», «ἀντρογύναικα», «μαρμάρω», «χαλασμένη» ἦταν σκληροὶ χαρακτηρισμοὶ ποὺ ἀπευθύνονταν ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο στὴν παντρεμένη ἄτεκνη γυναίκα. Γιὰ τὸν ἄντρα ὁ ἀντίστοιχος χαρακτηρισμὸς ἦταν «μουνούχος» ἢ «μουνούχι» λέξη ποὺ ἔχει νὰ κανει μὲ τὴν τεχνιτή, δημιουργημένη —καί τουλάχιστον στὰ ζῶα, ἐπιθυμητή— ἀνικανότητα ἀφοῦ στὰ μάτια τοῦ κόσμου ὁ ἄνδρας ἐλάχιστα ευθύνονταν γιὰ τὴν άτεκνία τοῦ ζεύγους. Ἔτσι διάφορα ἔθιμα καὶ τελετουργίες —ὅπως καὶ αὐτὸ τῶν Λαζαρίνων στὴ Νεστάνη— εἶχαν νὰ κάνουν μὲ τὴ διάλυση κάθε κακοῦ καὶ τὴν ἐμφύσηση καὶ ἐνδυνάμωση τῆς γονιμικῆς ἐνέργειας στὸ ζευγάρι, ἰδίως στὶς γυναῖκες.
Ἀπὸ καταγραφὴ ποὺ ἔχουμε ἀπὸ Νεστανιώτισσα ποὺ εἶναι ἐν ζωῇ, διαφαίνεται πὼς στὴ Νεστάνη, τὸ 1968, τὸ ἔθιμο τῶν Λαζαρίνων ἦταν ἀκόμα ζωντανό, μιὰ καὶ ὅπως μᾶς ἀνέφερε, ἕξι νιόνυφες τῆς χρονιᾶς ἐκείνης, φόρεσαν τὶς παραδοσιακές τους στολὲς καὶ τραγουδώντας πῆγαν τὰ βάγια —ποὺ εἶχαν ἀγοράσει ἀπὸ τὴν Τρίπολη— στὸ μοναστήρι καὶ στὸν ναὸ τῆς Εὐαγγελιστρίας — μᾶς ἀφηγήθηκε μάλιστα πὼς μία ἐξ αὐτῶν ἦταν ἤδη ἔγκυος, ἔτσι δὲν τὴν ἄφησαν νὰ κουβαλήσει βάγια γιὰ τὸν κίνδυνο τῆς ἀποβολῆς, ἁπλὰ συμμετεῖχε στὴν πομπὴ καὶ στὸ τραγούδι, κρατώντας συμβολικὰ ἕνα κλαδὶ βάγια στὰ χέρια της. Τὸ ἔθιμο τῶν Λαζαρίνων στὴ Νεστάνη φαίνεται νὰ ἔσβησε κάπου στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ ̔70.


 
Ἡ Δάφνη τοῦ Ἀπόλλωνος,  μὲ τὴν ἐπίσημη ὀνομασία  Λἀουρος ὁ εὐγενὴς (Laurus nobilis L), γνωστὴ ὡς βάγια ἢ βαγιά.

Τὰ τραγούδια τῶν Λαζαρίνων στὴ Νεστάνη
Στὴ Νεστάνη, τὰ τραγουδια ποὺ ἔλεγαν οἱ Λαζαρίνες εἶναι τὰ ἀνοιξιάτικα ἐρωτικὰ τραγούδια ποὺ ἀκούγονταν σχεδὸν σέ ὅλες τὶς ἐαρινὲς γιορτὲς στὴν Ἀρκαδικὴ κώμη καθὼς καὶ στὰ πανηγύρια. Τὸ κορυφαῖο τραγούδι τοῦ ἐθίμου ἦταν τὰ «Λαμπροκύριακα», ποὺ βάσει τοῦ φαινομένου τοῦ τσιτακισμοῦ ἀποκαλοῦνταν «Λαμπροτσύριακα»· τραγούδι τὸ ὁποῖο καὶ παραθέτουμε κλείνοντας τοῦτο τὸ μικρό μας ἀφιέρωμα γιὰ τὸ ἔθιμο τῶν Λαζαρίνων στὴ Νεστάνη Ἀρκαδίας.
ΤΑ ΛΑΜΠΟΚΥΡΙΑΚΑ (ΛΑΜΠΡΟΤΣΥΡΙΑΚΑ)
Μά 'ρθαν τὰ Λαμποτσύριακα, μάι τὸ Χριστό, μάι τὸ Χριστό.
Χριστέ καὶ ἀληθινέ μου μά 'ρθε καὶ μιὰ Λαμπρίτσα.
Νὰ ρίξει ὁ Ἀπρίλης δυὸ νερά, μάι τὸ Χριστό, μάι τὸ Χριστό.
Χριστέ καὶ ἀληθινέ μου κ' ὁ Μάης ἄλλο ἕνα
νὰ δεῖς κουλούρες τὴ Λαμπρή, γιὰ τὸ Χριστό, γιὰ τὸ Χριστὸ
Χριστὲ καὶ ἀληθινέ μου καὶ προσφορὲς μεγάλες.
Στολίζει ἡ χήρα τὸν ὑιγιό, μάι τὸ Χριστό, μάι τὸ Χριστό.
Χριστὲ καὶ ἀληθινέ μου νὰ πάει νὰ μεταλάβει.
Φορεῖ χρυσά, φορεῖ ἀργυρά, μάι τὸ Χριστό, μάι τὸ Χριστό
Χριστὲ καὶ ἀληθινέ μου φορεῖ μαλαματένια.
Καὶ ἀπ' τὸ πολὺ τὸ στόλισμα μάι τὸ Χριστό, μάι τό Χριστὸ
Χριστὲ καὶ ἀληθινέ μου κ' ἀπ' τὸ πολὺ μελάνι.
Ἐσφάλαρε6 τὸ χέρι της, μάι τὸ Χριστό, μάι τὸ Χριστὸ
Χριστέ καὶ ἀληθινέ μου κ' ἐχύθει τὸ μελάνι
κ' ἔπνιξε ὁ νιὸς τὰ ροῦχα του, μάι τὸ Χριστό, μάι τὸ Χριστὸ
Χριστὲ καὶ ἀληθινέ μου καὶ τὰ μεταξωτά του
κ' εὐθεῖς τελάλη ἔβαλε, μάι τὸ Χριστό, μάι τὸ Χριστὸ
Χριστὲ καὶ ἀληθινέ μου κ' εὐθεῖς τελάλη βάζει:
Ποιὸς ἔχει μοσχοσάπουνο ποιὸς ἔχει ἄφράτο μῆλο
νὰ πλύνει ὁ νιὸς τὰ ρούχα του νὰ πάει νὰ μεταβάλει.7


Σημειώσεις

1. Νικόλαος Πολίτης, Λαογραφικὰ σύμμεικτα, τόμ. Α᾿ Ἀθήνα 1920, σελ. 80.
2. Δημήτριος Λουκάτος, «Συμβολικότερο τώρα τὸ δέντρο τῶν Χριστουγέννων» Βῆμα, (25 Δεκεμβρίου 1971), σελ. 80-84, Ἀθήνα· καὶ στὸ Χριστουγεννιάτικα καὶ τῶν γιορτῶν, Ἐκδόσεις Φιλιππότη, Ἀθήνα 1997.
3. Τὸ ἀπόσπασμα ἀντλήθηκε ἀπὸ τὴ συλλογή, Ἀνοίξετε τὴν πόρτα σας! Κάλαντα Χριστουγένων Πρωτοχρονιᾶς, Φώτων - Ἀρχεῖο Σίμωνα Καρᾶ 1958-1976, Ἐκδόσεις Κέντρο Ἐρεύνης καὶ προβολῆς τῆς Ἐθνικῆς Μουσικῆς – Μουσικό, Λαογραφικὸ καὶ Φιλολογικὸ Ἀρχεῖο Σίμωνος καὶ Ἀγγελικῆς Καρᾶ, Ἀθήνα 2017.
4. Ἰωάννου Δρ. Σταματάκου, Λεξικὸν τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσης, τόμ. 1, Ἐκδοτικὸς Οἴκος Πέτρου Δημητράκου Α. Ε., Ἀθῆναι 1949.
5. Θεόφιλος Δ. Ἀθανασιάδης, «Ἡ ἑορτὴ τοῦ Λαζάρου ἐν Δραγασίῷ – Ἥπειρος Ζαγόρι», Λαογραφία Δελτίον τῆς Ἑλληνικῆς Λαογραφικῆς Ἑταιρείας, ἐν Ἀθῆναις Τύποις Π. Α. Σακελλαρίου 1915, σελ. 403-405.
6.Ἔσφαλε.
7. Παναγιώτης Καρώνης, Τραγούδια τῆς Νεστάνης, Ἐκδόσεις Τὸ Δόντι, Πάτρα, 2013.


© κειμένου-φωτογραφιῶν (πλὴν τῆς φωτ. τῶν Λαζαρίνων στὸ Δάσκιο): Παναγιώτης Καρώνης 2020, μὲ τὴν ἐπιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματος.
Ἀπαγορεύεται ἡ ἀναδημοσίευση, ἢ ἀναπαραγωγή, ὁλική, μερικὴ ἢ περιληπτικὴ ἢ κατὰ παράφραση ἢ διασκευὴ καὶ ἀπόδοση τοῦ περιεχομένου τοῦ παρόντος ἄρθρου μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση μὲ τὸν συγγραφέα του.



 
Νεστανιώτισσες μὲ τὰ ἀγριοσέλινα ἀνὰ χείρας στὴ βλαστολατρικὴ γιορτὴ τοῦ Ἅη-Γιώργη. (Νεστάνη, 1962).

Νεστανιώτισσες μὲ τὶς σελινοστολισμένες γκλίτσες τους ἀνὰ χείρας χορεύουν στὸ χοροστάσι «Ἁλώνι τοῦ Παπαγιάννη» στὴ βλαστολατρικὴ γιορτὴ τοῦ Ἅη-Γιώργη. (Νεστάνη, 2015).

Νεστανιώτισσες μὲ τὶς σελινοστολισμένες γκλίτσες τους ἀνὰ χείρας χορεύουν στὸ χοροστάσι «Ἁλώνι τοῦ Παπαγιάννη» στὴ βλαστολατρικὴ γιορτὴ τοῦ Ἅη-Γιώργη. (Νεστάνη, 2015).



Χορὸς Λαζαρίνων στὸ Δάσκιο. (1965). (Πηγή).





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου