Κυριακή, 17 Μαΐου 2020

ΛΑΪΚΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΣΤΗ ΝΕΣΤΑΝΗ ΑΡΚΑΔΙΑΣ




Ὀργανοπαῖχτες δυὸ κλαρίνα, ζουρνᾶς καὶ νταούλι σὲ προεκλογική ἐκδήλωση τοῦ ὑποφήφιου Τσαλδάρη (τὸ πρόσωπό του διακρίνεται στὴ φωτογραφία τῆς ἀφίσας ποὺ κρατάει ἕνας Νεστανιώτης). Φωτογραφία τῆς δεκαετίας τοῦ '20.


Λαϊκὰ μουσικὰ ὄργανα στὴ Νεστάνη Ἀρκαδίας
(τοῦ Παναγιώτη Καρώνη)

Προλεγόμενα
Τὰ δυὸ ἀκλόνητα στοιχεῖα τὰ ὁποῖα καὶ ἀποδεικνύουν τὴν ἀδιάσπαστη παρουσία καὶ συνέχεια τοῦς Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ εἶναι ἡ γλώσσα καὶ ἡ μουσική. Ἡ μελέτη καὶ τῶν δύο ἀποδεικνύει πὼς δὲν ὑπῆρχε οὔτε μιὰ στιγμὴ ποὺ νὰ μὴν γράφτηκε, γιὰ παράδειγμα ἑλληνικὴ ποίηση, ἀλλὰ καὶ κλίμακες, μελωδίες ρυθμοί, χοροὶ καὶ μουσικὰ ὄργανα ἔχουν διαφυλάξει στὸ πέρασμα τόσων αἰώνων τὸ ὕφος καὶ τὸ ἤθος μιᾶς φυλῆς γιὰ τὴν ὁποία τὸ τρίπτυχο «ποίηση-μουσικὴ-χορὸς» εἶναι ἀναπόσσπαστὸ ἀλλὰ καὶ ταυτόσημο μὲ τὴν ἀναπνοή, δηλαδὴ τὴν ἴδια τὴ ζωή.
Ὁ Ὀδυσσέας Ἐλυτης τὸ λέει καλύτερα:
Αὐτὸ ποὺ ἄρχισε μὲ τὸν Ἀρχίλοχο καὶ τὴν Σαπφὼ ἔφτασε ὥς τὶς ἡμέρες μας χωρὶς κανένα χάσμα, σὲ σημεῖο ποὺ νὰ μὴν ὑπάρχει οὔτε ἕνας αἰώνας ποὺ νὰ μὴν γράφτηκε ποίηση στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα. Αὐτὸ εἶναι πολὺ σημαντικὸ –δὲν εἶναι μικρὸ πρᾶγμα– καὶ πρέπει νὰ πῶ ὅτι τὸ ἴδιο ἔγινε καὶ μὲ τὴν τέχνη.1
Ἀλλὰ καὶ μουσικολόγοι τοῦ ὕψους ἑνὸς Σ. Μπὸ-Μποβί, ἑνὸς Θρ. Γεωργιάδη ἑνὸς Σ. Καρρᾶ αὐτὸ μᾶς ἐπισημαίνουν, ὅταν μιλοῦν καὶ ἀναφέροναται σὲ μιὰ πλουσιότατη μουσικὴ ἱστορία 5.000 ἐτῶν.
Ὁ ποιητὴς τῶν ποιητῶν, ὁ Ὅμηρος, στὸ Ι τῆς Ἰλιάδας, μᾶς παρουσιάζει τούς  Ἀχαιοὺς νὰ ἔχουν ἔχουν κατατροπωθεῖ ἀπὸ τοὺς Τρῶες, καὶ τον Ἀγαμέμνονα ἀναλογιζόμενο τὰ δεινὰ ποὺ τοὺς περιμένουν, νὰ στέλνει πρεσβεία στὸν Ἀχιλλέα, τὸν Φοίνιξ, τὸν μέγα Αἴα καὶ βέβαια τὸν θεῖο Ὀδυσσέα, προκειμένου νὰ μεταπείσουν τὸν ἥρωα γιὰ νὰ ἐπανέλθῃ στὴ ἀνδροκτόνα μάχη. Καθὼς ἡ ὁμάδα, βαδίζοντας κοντὰ στὴ θάλασσα, φτάνει στὸ καταφύγιο τοῦ ἢρωα, θὰ τὸν βροῦν τερπόμενον φόρμιγγι λιγείῃ καλῇ δαιδαλέῃ, ἐπὶ δ’ ἀργύρεον ζυγόν,2 μὲ τὸν Πάτροκλο ἀπέναντί του νὰ ἀκούει σιωπηλὸς τὰ κλέα ἀνδρῶν ποὺ αὐτὸς τραγουδάει. Ὁ Ἀχιλλέας, μὲ τὴ φόρμιγγα ἀνὰ χείρας, ταφὼν δ’ ἀνόρουσε3 ἀλλὰ εὐγενικὰ καλοδέχεται τοὺς ἐκλεκτοὺς φίλους καὶ συμπολεμιστές του ποὺ ἦρθαν στὴ σκηνή του. Ὁ Ἀχιλλέας εἶναι καὶ τὸ μοναδικὸ πρόσωπο τοῦ ἔπους τῆς Ἰλιάδας ποὺ ὁ Ποιητὴς μᾶς παρουσιάζει νὰ παίζει φόρμιγγα καὶ νὰ τραγουδᾶ παιάνα· ὁ μόνος δηλαδὴ ποὺ πέρα ἀπὸ τὴν ἀνδρεία του καὶ τὴν παλληκαριά του ἔχει καὶ τὸ χάρισμα τοῦ μουσικοῦ, ἀφοῦ μόνο σὲ αὐτὸν ὁ δημιουργὸς τοῦ ἔπους θέλησε νὰ δώσει καὶ αὐτὸ τὸ χάρισμα. Ἀλλὰ στὴν Ἰλιάδα εἶναι παρὸν καὶ ὁ Ἀπόλλων, ὁ θεὸς τῆς μουσικῆς, ὁ λιγύφθογγος τραγουδιστὴς ποὺ ἦ ἔντονη παρουσία του παίζει καθοριστικὸ ρόλο στὴν ἐξέλιξη τῶν γεγονότων.
Ὁ Μυκηναϊκὸς πολιτισμὸς (1600-1100 π.Χ.) λοιπόν, εἶναι καὶ ὁ πρῶτος μουσικὸς πολιτισμός. Καὶ βέβαια ὁ Μυκηναϊκὸς πολιτισμὸς μετὰ καὶ τὴν ἀποκρυπτογράφιση τῆς γραμμικῆς β δὲν ὑπάρχει καμιὰ πλέον ἀμφιβολία πὼς εἶναι ἑλληνικός. Μαρτυρίες εἰκαστικὲς καὶ ἀρχαιολογικὲς μᾶς παραδίδουν τμήματα ἀπὸ πρωτότυπα ὄργανα: πήχυς λύρας ἀπ᾿ τὶς Μυκῆνες· πήχεις λυρῶν ἀπ᾿ τὸ Μενίδι τοῦ 1405-1100 π.Χ. Μαρτυροῦνται δηλαδὴ δυὸ διαφορετικὰ εἴδη λύρας: μιὰ μικρὴ «Πεταλόσχημη Λύρα», ποὺ πιθανότατα νὰ εἶναι ἡ ὁμηρικὴ φόρμιξ ποὺ παραπάνω εἴδαμε νὰ παίζει ὁ Ἀχιλλέας στὸ ὁμηρικὸ ἔπος, μὲ μηνοειδὲς ἀντηχεῖο, εὐθεῖς πῆχεις καὶ ἑπτὰ χορδές, καὶ μιὰ ἀρκετὰ μεγαλύτερη, ἡ «Ὀχτάσχημη Λύρα» μὲ ὑψυλοὺς ὀφιοηδεῖς πήχεις, ποὺ καταλήγουν σὲ κεφάλια πουλιοῦ, μὲ ἑπτὰ χορδές. Τὴ μεγάλη λύρα οἱ Μυκηναίοι τὴν πῆραν ἀπὸ Μινωίτες ἀφοῦ ἡ ὁμοιότητα εἶναι καταφανής.
Καὶ βέβαια μὴν λησμονοῦμε πὼς ἡ λέξη μουσικὴ προέρχεται ἀπὸ τὴ Μούσα ποὺ στὴν ἀρχαιότητα βέβαια παρέπεμπε σὲ κάθε μορφὴ τέχνης καὶ ποὺ διασώθηκε ἕως τὶς μέρες μας, περνώντας ἀτόφια σὲ ὅλες τὶς δυτικὲς γλῶσσες (music, musique, musik, musica κ.λπ.). Ἐπιπλέον, δὲν εἶναι λίγες οἱ παραστάσεις σὲ ἀγγεῖα στὶς ὁποῖες εἰκονίζονται ἀντρικὲς καὶ γυναικεῖες ἀνθρώπινες μορφὲς ποὺ παίζουν διάφορα μουσικὰ ὄργανα. Εἰδικὰ στὴν εἰκονογραφία τοῦ Διονύσου καὶ τῆς ἀκολουθίας του, τοῦ θιάσου του, θέμα ποὺ ὅπως φαίνεται ἦταν ἀγαπητὸ στοὺς ζωγράφους-ἀγγειοπλάστες, ἀλλὰ καί στὸν κόσμο, ἀφοῦ τὰ ἀγγεῖα μὲ παραστάσεις γύρω ἀπὸ αὐτὴ τὴ θεματολογία ἔχαιραν τῆς προτιμήσεώς του.


Γαμήλιο γλέντι στὴν αὐλὴ τοῦ σπιτιοῦ. Χορεύει ὁ γαμπρὸς Σωκράτης Καρώνης, τὸν κρατάει ὁ κουμπάρος του Γεώργιος Καραμῆτος. Διακρίνονται οἱ μουσικοί, Νικόλαος Τσιάμπας (Τσιβούκας): κλαρίνο, Γεώργιος Τσιάμπας (Φαίκας): κλαρίνο καὶ κιθάρα (;), (1967)


Μουσικὰ ὄργανα στὴ Νεστάνη
Οἱ Νεστανιῶτες καὶ οἱ Νεστανιώτισσες τραγουδοῦσαν «μὲ τὸ στόμα», ὅπως χαρακτηριστικὰ ἀναφέρουν, ἐννοώντας πὼς ἔλεγαν τὰ τραγούδια χωρὶς τὴ συνοδεία τοῦ ὁποιουδήποτε μουσικοῦ ὀργάνου. Αὐτὸ δὲν σημαίνει βέβαια πὼς στὴ Νεστάνη δὲν συνανατᾶμε μουσικὰ ὄργανα καὶ μάλιστα παιγμένα ἀπὸ Νεστανιῶτες.
Τὰ ὄργανα λοιπὸν συνόδευαν τὰ τραγούδια στὶς διάφορες γιορτές, στὰ πανηγύρια ἀλλὰ καὶ στὰ σπιτικὰ γλέντα. Καὶ βέβαια τὰ μουσικὰ ὄργανα ἦταν παρόντα στὸν παραδοσιακὸ γάμο· στὸν γάμο δηλαδὴ ἔτσι ὅπως αὐτὸς γίνονταν παλαιότερα, τότε ποὺ ἡ νύφη καὶ ὸ γαμπρὸς πήγαιναν στὴν ἐκκλησία μὲ πομπή, ἀποτελούμενη ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς καὶ τούς φίλους τους.
Οἱ ἀφορμὲς γιὰ γλέντια καὶ ξεφαντώματα ἦταν πολλές. Ἀρχικά, οἱ θρησκευτικὲς ἑορτές, ποὺ οἱ μεγάλες τουλάχιστον συνοδεύονταν ἀπὸ πανηγύρι μὲ τραγούδι καὶ χορό. Ἀλλὰ καὶ στὶς ἐννέα —παρακαλῶ— τοπικὲς ταβέρνες, ποὺ τὰ παλαιότερα χρόνια ὑπῆρχαν καὶ λειτουργοῦσαν στὸ χωριό, θὰ συναντοῦσε κανεὶς τὰ βράδια παρέες νὰ διασκεδάζουν ὑπὸ τὸν ἤχο τῶν λαϊκῶν ὀργανων.
Τὰ μουσικὰ ὄργανα ποὺ συναντοῦσε κανεὶς στὴ Νεστάνη δὲν διέφεραν βέβαια ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη στεριανὴ Ἑλλάδα. Μιλᾶμε γιὰ τὸ νταούλι, τὸν ζουρνᾶ ἢ πίπιζα, ὅπως τὸν ὀνόμαζαν, τὴ φλογέρα καὶ βέβαια τὸ κλαρίνο. Ἀλλὰ ἂς δοῦμε τὰ ὄργαναν αὐτὰ λίγο ἀλυτικότερα.


Ο Νεστανιώτης ποιμένας Μῆτσος Καλιαλιὰς (Τούτουνας), παίζει τὴ φλογέρα του. (φωτογραφία: 7.9.1985).


Αὐλυτὴς παίζει διπλὸ αὐλό. Λεπτομέρεια παράστασης ἐρυθρόμορφου ἀττικοῦ ἀγγείου.


Ὁ Παναγ. Γ. Κατσούλης (Μπάινος), Ἀρκάδας ποιμένας ἀπὸ τὸ χωριὸ Σάγκα, ὡς ἄλλος Πάνας, παίζει τὴ φλογέρα του.



Φλογέρα
Ὁ αὐλὸς ἦταν τὸ πιὸ σημαντικὸ ὄργανο τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας. Μόνος του ἢ σὲ συνδιασμὸ μὲ τὴ φωνὴ ἢ μὲ ἔγχορδα ὄργανα, ἰδιαίτερα τὴν κιθάρα, ἔπαιξε ξεχωριστὸ ρόλο στὴν κοινωτικὴ ζωή. Χρισημοποιοῦνταν σὲ πολλὲς τελετές, κυρίως στὶς τελετὲς πρὸς τιμὴν τοῦ Διονύσου, σὲ πομπές, στὸ δράμα, στοὺς ἐθνικοὺς ἀγῶνες, στὰ συμπόσια· συνόδευε τοὺς περισσότερους χορούς, θρησκευτικούς, κοινωνικούς, λαϊκούς, ρύθμιζε τὶς κινήσεις τῶν κωπηλατῶν ἀλλὰ καὶ τὸ βῆμα τῶν στρατιωτῶν.
Ἀπὸ τὸ Πάριον Μάρμαρο γνωρίζουμε πὼς «ὁ Φρύγας Ὕαγνις πρῶτος ἐφεῦρε τὸν αὐλὸ στὶς Κελαινὲς (τῆς Φρυγίας) καὶ ἔπαιξε σ᾿ αύτὸν τὴ φρυγικὴ ἁρμονία». Σύμφωνα μὲ τὸν συγγραφέα Ἀλέξανδρο, στὸ βιβλίο του Συναγωγὴ τῶν περὶ Φρυγίας4Ὕαγνις ἦταν ὁ πρῶτος ποὺ ἔπαιξε τὸν αὐλὸ [ποὺ αὔλησε] (Ὕαγνις δὲ πρῶτον αὐλῆσαι) καὶ ἔπειτα ἀπὸ αὐτὸν ὁ γιός του Μαρσύας καὶ κατόπιν ὁ Ὄλυμπος.
Μιὰ ἄλλη τώρα ἐνδιαφέρουσα παράδοση μᾶς λέει ὅτι τὸν αὐλὸ ἐφεῦρε ἡ θεὰ Ἀθηνᾶ, ἀλλὰ βλέποντας στὴν ἀντανάκλαση τῶν νερῶν τοῦ Μαιάνδρου ὅτι τὸ πρόσωπό της παραμορφωνόταν καθὼς ἔπαιζε, τὸν πέταξε μακριά· ὁ αὐλὸς ἔπεσε στὴ Φρυγία καὶ τὸν βρῆκε ὁ Μαρσύας. Εἶναι βέβαια γνωστὸς ὁ μύθος ποὺ θέλει τὸν Μαρσύα νὰ ὑπερηφανεύεται πὼς παίζει καλύτερα ἀπὸ τὸν θεὸ τῆς μουσικῆς, τὸν Ἀπόλλωνα, καὶ στὴν πρόσκληση τοῦ θεοῦ νὰ κάνουν μουσικὸ ἀγώνα, ὁ Μαρσύας θὰ χάσει μὲ ἀποτέλεσμα τὴ σκληρὴ τιμωρία του ἀπὸ τὸν θεὸ γι᾿ αὐτή του τὴν ἔπαρση.
Ἡ σημερινὴ φλογέρα τῶν βοσκῶν, ὁ ζουρνᾶς, τὸ κλαρίνο (εὐθύαυλος) καὶ τὸ σύγχρονο φλάουτο (πλαγίαυλος), εἶναι οἱ ἀπόγονοι τοῦ ἀρχαίου αὐλοῦ. Ἡ φλογέρα, ἕνα κατ᾿ ἐξοχὴς ποιμενικὸ ὄργανο ποὺ παίζεται κυρίως στὴ στεριανὴ Ἑλλάδα. Ἡ φλογέρα εἶναι ἕνας σωλήνας ἀνοιχτὸς καὶ στὰ δύο ἄκρα φτιαγμένος ἀπὸ διάφορα ὑλικὰ ὅπως, καλάμι, ξύλο, κόκκαλο καὶ τὰ τελευταῖα χρόνια ἀπὸ πλαστικό. Παλαιότερα συναντᾶμε μάλιστα ἰδίως στὰ ἑλληνικὰ νησιά φλογέρες, ὄχι μόνον ἀπὸ κόκκαλο φτερούγας ὄρνιου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ κόκκαλο φτερούγας καὶ ποδιοῦ πελεκάνου καὶ κόρακα. Ἀνάλογα μὲ τὸ μῆκος καὶ τὶς τρύπες ποὺ ἔχουν, οἱ φλογέρες διακρίνονται σὲ κοντὲς ἕως 50 έκατοστά, καὶ μακριὲς ἕως 85 ἐκατοστά. Σήμερα οἱ ὑψηλὴς ποιότητας φλογέρες κατασκευάζονται ἀπὸ ξύλο ἀχλαδιᾶς, κέδρου, rosewood (παλίσσανδρου) καὶ Maple (κελεμπέκι-σφενδάμι).

 
Νταουλιέρης σὲ γλέντι βαφτησιῶν. Νεστάνη, 20 Αὐγούστου 2017.

Νταούλι
Στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα συναντᾶμε τὸ τύμπανον, τύπανον, ἕνα κρουστὸ ὄργανο ποὺ χρησιμοπουοῦνταν ἰδιαίτερα στὶς ἱεροτελεστίες τῆς Κυβέλης καὶ τοῦ Διονύσου. Τὸ τύμπανον ἦταν ἕνας ξύλινος κύλινδρος μὲ δερμάτινες μεμβράνες τεντωμένες καὶ ἀπὸ τὶς δυὸ πλευρὲς ακὶ παίζονταν μὲ τὸ χέρι συνήθως άπὸ γυναῖκες. Ὁ Ἡσύχιος μᾶς παραδίδει: τύμπανα, τὰ δερμάτινα τὰ ἐν Βάκχαις κρουόμενα (ταμποῦρλα [ντέφια], τὰ κραυγαλέα δερμάτινα κόσκινα, τὰ οὺ παίζονται [μὲ χτυπήματα] στὶς βακχικὲς τελετές. Ὁ Πίνδαρος στὸν Διθύραμβο ΙΙ, 9, ἀναφέρει: ρόμβοι τυμπάνων (βροντὲς τυμπάνων).
Τὸ τύμπανο λοιπόν, ἦταν ἕνα εἶδος ταμπούρλου, ἕνα ντέφι χωρὶς ζίλια.
Τὸ νταούλι, ὅπως τὸ γνωρίζουμε σήμερα, εἶναι γνωστὸ ἀπὸ τοὺς βυζαντινοὺς χρόνους καὶ εἶναι τὸ κατ᾿ ἐξοχὴν ρυθμικὸ ὄργανο τῆς στεριανῆς Ἑλλάδας ποὺ τὸ συναντᾶμε σὲ μεγάλη ποικιλία διαστάσεων. Διαφέρει ἐπίσεις τὸ δέσιμο τῶν σκοινιῶν ἡ ἐπεξεργασία τοῦ δέρματος ἀλλὰ καὶ ἡ κατασκευή.
Τὸ νταούλι φτιάχνεται συνήθως άπὸ τὸν ἴδιο τὸν νταουλιέρη καὶ παίζεται κρεμασμένο στὸν ἀριστερό του ὦμο, μὲ δυὸ νταουλόξυλα· ἕνα χονδρὸ καὶ βαρὺ στὸ δεξὶ χέρι καὶ ἕνα λεπτὸ στὸ άριστερὸ τὴν νταουλόβεργα ἢ ἁπλῶς βέργα, βίτσα.
Τὸ νταούλι μαζὶ μὲ τὸν ζουρνᾶ ἀποτελοῦν τὸ παραδοσιακὸ μουσικὸ συγκρότημα τῆς ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδας, συγκρότημα ποὺ εἶναι κατάλληλο γιὰ ἀνοιχτοὺς χώρους.

 
Νεστανιῶτες μουσικοὶ παίζουν σὲ σὲ προεκλογικὴ ἐκδήλωση τῶν ὑποφήφιων Τσαλδάρη καὶ Σπύρου Θ. Τσιακόπουλου (τὰ πρόσωπά του διακρίνονται στὶς φωτογραφίες τῶν ἀφισῶν). Διακρίνονται δυὸ κλαρίνα καὶ ζουρνᾶς. Φωτογραφία τῆς δεκαετίας τοῦ '20.

Ζουρνᾶς ἢ πίπιζα
Ὁ Ζουρνᾶς ἢ καραμούζαπίπιζα, εἶναι ὄργανο τύπου ὄμποε, δηλαδὴ ἐπιπνευστὸ μὲ διπλὸ γλωσσίδι, στὸ ὁποῖο ὀφείλει τὸν ὀξύ, διαπεραστικό του ἤχο καὶ μπορεῖ νὰ θεωργηθεῖ καὶ αὐτὸ ἀπόγονος τοῦ ἀρχαίου αὐλοῦ, τὸ κατ᾿ ἐξοχήν πνευστὸ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς μουσικῆς. Κατασκευάζεται πὸ ξύλο καὶ τὸ συναντᾶμε σὲ διάφορα μεγέθη· ἀπὸ 22 ὥς καὶ 60 ἐκατοστά. Τοὺς πιὸ κοντοὺς ζουρνάδες τοὺς συναντᾶμε στὴ δυτικὴ Ρούμελη καὶ τὸν Μοριά, τοὺ μακρύτερους στὴ Μακεδονία. Συνήθως παίζουν δυὸ ζουρνᾶδες μαζί, ὁ ἕνας γιὰ τὴ μελωδία καὶ ὁ ἄλλος γιὰ τὸ ἴσο, καὶ σὲ συνδυασμὸ μὰ τὸ νταούλι άποτελοῦν τὸ παραδοσιακὸ συγκρότημα τῆς στεριανῆς Ἑλλάδας, κατάλληλο γι᾿ ἀνοιχτὸ χῶρο
 

Ὁ κλαριτζὴς Νίκος Τσαγγούρης σὲ γλέντι βαφτησιῶν. Νεστάνη, 20 Αὐγούστου 2017

 
Κλαρίνο
Τὸ κλαρίνο, ἂν καὶ σήμερα ἀποτελεῖ τὸ κατ᾿ ἐξοχὴν ὄργανο τῶν δημοτικῶν τραγουδιῶν στὴ στεριανὴ κυρίως Ἑλλάδα, προέρχεται ἀπὸ τὴ δύση, ὅπου ἦταν γνωστὸ ὡς κλαρινέτο (ἢ εὐθύαυλος, ν ἀντιθέσει μὲ τον πλαγίαυλο, κοινὼς φλάουτο), μπορεῖ δὲ καὶ γι᾿ αὐτὸ νὰ ποῦμε πὼς προπομπός του εἶναι ὁ ἀρχαῖος αὐλος, φοῦ οἱ ὁμοιότητές παραμένουν σχεδὸν ἴδιες ὡς πρὸς τὴν τεχνικὴ ἐκτέλεσης καὶ τὴν κατασκευή. Ὡς λαικὸ μουσικὸ ὄργανο στὴν Ἑλλάδα μᾶς ἦρθε, πιθανότατα, ἀπὸ τὴν Τουρκία κάπου στὰ μέσα τοῦ 19ου αἰώνα.
Θὰ διαδωθεῖ τάχιστα ἀπὸ τὴν Ἤπειρο καὶ τὴ Δυτικὴ Μακεδονία στὴν ὑπόλοιπη χώρα καὶ σὲ συνδιασμὸ μὲ τὸ βιολί, τὸ λαγοῦτο καὶ τὸ ντέφι ἀργότερα καὶ μὲ τὸ σαντούρι θὰ ἀπετελέσουν τὴν κομπανία, τὸ κατ᾿ ἐξοχὴν λαϊκὸ συγκρότημα τῆς στεριανῆς Ἑλλάδας, ἀντικαθιστῶντας σιγὰ-σιγὰ τὸ παραδοσιακὸ σχῆμα τῶν δυὸ ζουρνάδων καὶ νταουλιοῦ, δηλαδὴ τὴ ζυγιά.
Στὸ λαϊκὸ κλαρίνο περνοῦν τὰ «πιασίματα» τῆς φλογέρας καὶ τοῦ ζουρνᾶ, πετυχαίνοντας ἔτσι, μὲ μιὰν ἰδιότυπη τεχνική, σ᾿ ἕνα δυτικότροπο μουσικὸ ὄργανο τὰ μὴ συγκερασμένα διαστήματα τῶν παραδοσιακῶν ἑλληνικῶν κλιμάκων.
Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ μεσοπολέμου τὸ κλαρίνο θὰ πάρει τὰ πρωτεῖα νάμεσα στὰ μελωδικὰ μουσικὰ ὄργανα, σὲ σημεῖο μάλιστα νὰ ἀναγνωστεῖ ὡς ὄργανο «ἐθνικό». Θὲ ὁδηγήσει δὲ τὴ μουσικὴ σὲ μιὰ λαμπρὴ περίοδο, ἀφοῦ πολλοὶ ἄξιοι δεξιοτέχνες θὰ ἐπεξεργαστοῦν τὶς παλιὲς μελωδίες μέσα ἀπὸ τὸν ἤχο του ἀλλὰ καὶ θὰ ἐξελίξουν τὴν τεχνικὴ τοῦ παιξίματός του.


 
 Χορὸς στὴν αὐλὴ τοῦ σπιτιοῦ στὸ γάμου τοῦ Σωκράτη καὶ τῆς Κων/νας Καρώνη (τὸ γενὸς Ἀθανασοπούλου). Διακρίνονται οἱ μουσικοί, Νικόλαος Τσιάμπας (Τσιβούκας): κλαρίνο, Γεώργιος Τσιάμπας (Φαίκας): κλαρίνο καὶ κιθάρα (;), (1967)

...καὶ οἱ Νεστανιῶτες ὀργανοπαῖχτες
Τέλος, κλείνοντας τὸ ἀφιέρωμά μας, ὀφείλουμε μιὰ ὀνομαστικὴ ἀναφορὰ σὲ ὅλους τοὺς Νεστανιῶτες ὀργανοπαῖχτες ποὺ συνόδευαν μὲ τοὺς ἤχους τῶν ὀργάνων τους τὸν κοινονικὸ βίο στὴν Ἀρκαδικὴ κώμη. Ἀκολουθεῖ λοιπὸν ὁ κατάλογος μὲ τοὺς Νεστανῶτες καὶ τὰ ὄργανα ποὺ ἔπαιζαν — ἐλπίζουμε νὰ μὴν ξεχάσαμε κάποιον καὶ προκαταβολικὰ ζητᾶμε ταπεινὰ συγγνώμη γιὰ τὴν ὅποια παράλειψή μας.
Νταούλι
Γεῶργιος Τσιάμπας τοῦ Νικολάου.
Χρῆστος Χατζὴς [Λουκάντρας].
Ιωάννης Μαντᾶς τοῦ Τιμολέων.
Ζουρνᾶς (πίπιζα)
Κωνσταντῖνος Ρεβελιώτης [Κωτσιοχρόνης].
Περικλὴς Τσιάμπας.
Σταῦρος Σπανός.
Βιολὶ
Χαρίλαος Γκουντάνης τοῦ Προκοπίου
Φλογέρα
Δημήτριος Τούτουνας (Μητσιο-Καλιλιάς)
Κλαρίνο
Γεώργιος Τσιάμπας τοῦ Περικλῆ [Φαίκας].
Κωνσταντῖνος Συρεγγέλας του Γεωργίου [Φικιάλος]
Πέτρος Κυριακόπουλος [Πετροστυλιαρᾶς]
Ἰωάννης Μαντᾶς τοῦ Τιμολέων.
Νικόλαος Τσιάμπας τοῦ Γεωργίου [Τσιβούκας]
Νικόλαος Τσιάμπας.
Δμος Φουντάλας το Δημητρίου. 
Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος [Μπόκος]. 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΡΩΝΗΣ
Πάτρα, Μάρτιος-Ἀπρίλιος 2020

Σημειώσεις

1. Ὀδυσσέας Ἐλύτης, Αὐτοπροσωπογραφία σὲ λόγο προφορικό, Ὕψιλον / βιβλία, Ἀθήνα 2000.
2. τερπόμενον μὲ ὄμορφη φόρμιγγα, ποὺ εἶχε κομψό, ἀργυρὸ ζυγὸ μὲ τέχνη ἐξειργασμένο.
3. τέθηπα ἀόρ. μετ. ταφών= κατέχομαι ἀπὸ ἔκπληξη· ἀνόρουσεν= ἀναπήδησε, ἀνυψώθηκε.
4. Πλουτάρχου, Περὶ μουσικῆς 1132F, 5.


Μούσα πάιζει λύρα. Ἔγχρωμη παράσταση σὲ ἀττικὴ λήκυθο.


Βασικὴ Βιβλιογραφία

Ἀνωγιανάκης Φοῖβος, Ἑλληνικὰ μουσικὰ ὄργανα, Ἐκδόσεις Μέλισσα, Ἀθήνα 1991.
Γεωργίου Μιχάλης, Ἀρχαῖα μουσικὰ ὄργανα, Ἐκδόσεις Ἐν Τύποις, Ἀθήνα 2019.
Decharme Paul, Ἑλληνικὴ Μυθολογία, μετ. Ἀντρέας Φραγκιᾶς, Ἐκδόσεις «Ἱστορικῶν Βιβλίων», Ἀθήνα χ.χ.ἔ.
Ἑλληνικὴ Μυθολογία, 5 τόμοι, ὑπὸ τὴν γενικὴ ἐποπτεία Ι.Θ. Κακριδῆ, Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν, Ἀθήνα 1986.
Graves Robert, Οἱ ἑλληνικοὶ μύθοι, 4 τόμ., μετ. Λεωνίδας Ζενάκος, Ἐκδόσεις Πλειᾶς-Ρούγκας, Ἀθήνα 1979.
Kerényi Károly, Ἡ Μυθολογία τῶν Ἑλλήνων, μετ. Δημ. Σταθόπουλος, Ἐκδόσεις Βιβλιοπωλεῖον τῆς «Ἑστίας», Ἀθήνα 1974.
Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, συλλογικό, τόμ. Α, Β, Γ1 - Γ2, Δ, Ε, Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν, Ἀθήνα 1990.
Καρώνης Παναγιώτης, Τραγούδια τῆς Νεστάνης, Ἐκδόσεις Τὸ Δόντι, Πάτρα 2013.
Καρώνης Παναγιώτης Να ᾿ναι ἡ νύφη τρυγονάκι κι ὁ γαμπρὸς περισταράκι – Ὁ γάμος στὴ Νεστάνη Ἀρκαδίας μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρό, Ἐκδόσεις Τὸ Δόντι, Πάτρα 2018.
landel John G. Ἡ μουσικὴ στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα καὶ Ρώμη, μετ. Νάνσυ Κουβαράκου, ἘκδόσειςἼων, Ἀθήνα 2011.
Μιχαηλίδη Σόλωνα, Ἐγκυκλοπαίδεια τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς μουσικῆς, Μορφωτικὸ Ἵδρυμα Ἐθνικῆς Τραπέζης, Ἀθήνα 1981.
Μπένγκτσον Χέρμαν, Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλλάδας, μετ. Ἀνδρέας Γαβρίλης, Ἐκδόσεις Μέλισσα, Ἀθήνα 1979.
Ὁμήρου, Ἰλιάς, μετ. Ἰάκωβος Πολυλᾶς, εἰσαγωγὴ Ι. Θ. Κακριδής, Ἐκδόσεις «Φιλολογική», Ἀθήνα χ.χ.ἔ.
Παπαγιάννης Ἀθανάσιου Φιλ., Ἱστορία τῆς Νεστάνης Ἀρκαδίας, Ἐκδόσεις Ἱστορία καὶ Λαογραφία τοῦ Μοριᾶ, Ἀθήνα 2004.
Ρηγόπουλος Νικόλαος Ι., Ἱστορία τῆς Μαντινείας, Ἔκδοσις τῶν «Παγκοσμίων Στρατιωτικῶν Νέων», Ἀθήνα 1938.
Fougères Gustave, Mantinée et l’Arcadie Orientale, A. Fontemoing, Παρίσι
1898.
Fougères Custave, Un voyage en Arcadie, Lille 1901.
West Martin L. Ἀρχαία ἑλληνικὴ μουσική, μετ. Στάθης Κομνημός, Ἐκδόσεις Παπαδήμας, Ἀθήνα 2010.



© κειμένου: Παναγιώτης Καρώνης 2020, μὲ τὴν ἐπιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματος.
Ἀπαγορεύεται ἡ ἀναδημοσίευση, ἢ ἀναπαραγωγή, ὁλική, μερικὴ ἢ περιληπτικὴ ἢ κατὰ παράφραση ἢ διασκευὴ καὶ ἀπόδοση τοῦ περιεχομένου τοῦ παρόντος ἄρθρου μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση μὲ τὸν συγγραφέα του.


...ΚΑΙ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ 



Τρες Μοσες. Ἀνάγλυφη μαρμάρινη πλάκα ἀπὸ τὴ βάση το συντάγματος το Ἀπόλλωνος, τς Ἀρέμιδος καὶ τῆς Λητος στ Μαντίνεια· ἀποδίδεται στὸν Πραξιτέλη. νακαλύφθηκε στὶς ἀνασκαφὲς ποὺ πραγματοποίησε στὴ Μαντίνεια Γάλλος ἀρχαιολόγος Gustave Fougères τὸ 1887-1888. Πρῶτο ἥμισυ 4ου αἰ. π.Χ. Ἀθήνα, Ἐθνικὸ Ἀρχαιολογικ Μουσεο.


Μουσικὸς ἀγώνας Ἀπόλλωνος καὶ Μαρσύα μὲ τὸν Σκύθη νὰ παρακολουθεῖ. Ἀνάγλυφη μαρμάρινη πλάκα ἀπὸ τὴ βάση το συντάγματος το Ἀπόλλωνος, τς Ἀρέμιδος καὶ τῆς Λητος στ Μαντίνεια· ἀποδίδεται στὸν Πραξιτέλη. Ἀνακαλύφθηκε στὶς ἀνασκαφὲς ποὺ πραγματοποίησε στὴ Μαντίνεια Γάλλος ἀρχαιολόγος Gustave Fougères τὸ 1887-1888. Πρῶτο ἥμισυ 4ου αἰ. π.Χ. Ἀθήνα, Ἐθνικὸ Ἀρχαιολογικ Μουσεο.


Μαρμάρινο ἀντίγραφο τοῦ μπρούτζινου συμπλέγματος ἀγαλμάτων τοῦ Μύρωνος ποὺ ἦταν στημένο στὴν Ἀκρόπολη. Ἡ θεὰ Ἀθηνᾶ, ὅταν δοκίμασε γιὰ πρώτη φορὰ νὰ παίξει αὐλό, εἶδε τὸ εἴδωλό της νὰ καθρεφτίζεται στὰ νερά τοῦ Μαιάνδρου μὲ φουσκωμένα μάγουλα, παραμορφωμένα τὰ χείλη καὶ τὸ πρόσωπο. Ἔτσι, μὲ βδελυγμία πέταξε τὸν αὐλό, ποὺ μάζεψε ὁ Σάτυρος Μαρσίας, ὁ ὁποος μὲ ἀνυπομονησία περίμενε αὐτή της τὴν κίνηση. Ρώμη, Μουσεῖο Βατικανο.



Φτερωτὴ μορφή, πιθανὸν ὁ Ἔρως, παίζει αὐλό. Παράσταση ρυθρόμορφου άττικοῦ άγγείου.



Αὐλητρὶς παίζει διπλὸ αὐλό.. Λεπτομέρεια παράστασης ρυθρόμορφου άττικοῦ άγγείου.


Αὐλητρὶς παίζει σὲ συμπόσιο. Λεπτομέρεια παράστασης ρυθρόμορφης ττικς κύλικας.



Αὐλητρὶς παίζει διπλὸ αὐλό καὶ δίπλα της ἄνδρας ἐκτελεῖ χορευτικὲς κινήσεις. Καὶ οἱ δυὸ φέρουν στεφάνια κισσοῦ. Λεπτομέρεια παράστασης ρυθρόμορφου ἀττικοῦ ἀγγείου.


 
Αὐλητρὶς παίζει σὲ συμπόσιο. Λεπτομέρεια παράστασης ρυθρόμορφου ἀττικοῦ ἀγγείου.


Ὁ ἀγώνας μεταξὺ τοῦ κιθαρωδοῦ Ἀπόλλωνος καὶ τοῦ Φρύγα αὐλητὴ Μαρσύα.
Ἐρυθρόμορφο ἀττικὸ ἀγγ
εῖο.



Ἐρυθρόμορφο ἀττικὸ ἀγγεῖο στὸ ὁποῖο εἰκονίζεται μάθημα μουσικῆς.


Δυὸ νεαροὶ ποὺ ὁ ἕνας παίζει λύρα ἐνῶ ἄλλος ἐπιδίδεται σὲ χορευτικὲς κινήσεις


Κιθαρωδός, λεπτομέρεια ἐρυθρόμορφου ἀττικοῦ ἀγγείου.


Κιθαρωδός, λεπτομέρεια μελανόρόμορφου ἀττικοῦ ἀγγείου.


Αὐλητρὶς παίζει σὲ συμπόσιο. ρυθρόμορφη ττικ κύλικα.


Κιθαρωδός, λεπτομέρεια ἐρυθρόμορφου ἀττικοῦ ἀγγείου.


Γλέντι μὲ αὐλὸ καὶ τύμπανο γιὰ τὴ νίκη ἀθλητὴ σὲ ἀγώνα.


Ὁ θεὸς τῆς μουσικῆς Ἀπόλλων, δαφνοστεφανωμένος, παίζει λύρα.
Λεπτομέρεια Ἐρυθρόμορφου ἀττικοῦ ἀγγείου.


Ὁ Διόνυσος στεφανωμένος μὲ κισσὸ παίζει λύρα.
Τὸν πλαισιώνουν δυὸ Σάτυροι ποὺ παίζουν κρόταλα, ἐνῶ ὁ ἕνας κρατάει μὲ τὸ χέρι του κλαδὶ άμπέλου. ρυθρόμορφη ττικ κύλικα.



Τρεῖς στεφανηφόροι νέοι. Οἱ δυὸ παίζουν τὶς λύρες τους.
Λεπτομέρεια Ἐρυθρόμορφου ἀττικοῦ ἀγγ
είου.


Μαινάδα στεφανωμένη μὲ κισσὸ καὶ φέρουσα δέρας ζώου, παίζει τύμπανο. Ἀκολουθεῖ θυρσοφόρος Μαινάδα.
Λεπτομέρεια Ἐρυθρόμορφου ἀττικοῦ ἀγγείου.


Μούσα καθησμένη σὲ βράχο παίζει ἕνα εἶδος ἔγχορδου. Λεπτομέρεια άνάγλυφης μαρμάρινης πλάκας ἀπὸ τὴ βάση το συντάγματος το Ἀπόλλωνος, τς Ἀρέμιδος καὶ τῆς Λητος στ Μαντινεία· ἀποδίδεται στὸν Πραξιτέλη. νακαλύφθηκε στὶς ἀνασκαφὲς ποὺ πραγματοποίησε στὴ Μαντίνεια Γάλλος ἀρχαιολόγος Gustave Fougères τὸ 1887-1888. Πρῶτο ἥμισυ 4ου αἰ. π.Χ. Ἀθήνα, Ἐθνικὸ Ἀρχαιολογικ Μουσεο.


Ὁ Νεστανιώτης κλαριτζὴς Παναγιώτης Μπόκος δοκιμάζει τὶς δυνάμεις του στὸ νταούλι, 20 Αὐγούστου 2017.












Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου