Πέμπτη 23 Απριλίου 2020

ΔΡΑΚΟΝΤΟΚΤΟΝΟΙ ΗΡΩΕΣ – ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ἀφιέρωμα





(1). (Ἀρ.) Ἐπιτύμβια στήλη τοῦ Δεξίλεῳ, 390 π.Χ, (λεπτομέρεια), Ἀθήνα, Μουσεῖο Καραμεικοῦ.
(Δε.) Ὁ ἅγιος Γεώργιος ὅπως ἀπεικονίζειται στὴ βυζαντινὴ ἁγιογραφία.


ΔΡΑΚΟΝΤΟΚΤΟΝΟΙ ΗΡΩΕΣ – ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ἀφιέρωμα
(τοῦ Παναγιώτη Καρώνη)

Προλεγόμενα
Ὁ ἅγιος Γεώργιος κατέχει ἀναντίρρητα μιὰ κορυφαία θέση μεταξὺ τῶν ἁγίων τῆς χριστιανοσύνης. Εἶναι ὁ ἅγιος, ποὺ σύμφωνα μὲ τὸν θρύλο, βοήθησε τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἔχουν πρόσβαση στὸ νερό, ἀπαλλάσσοντάς τους ἀπὸ τὸ φοβερὸ θηρίο τὸ ὁποῖο ἀπαιτοῦσε ἀνθώπινο φόρο αἵματος προκειμένου νὰ ἐπιτρέπει τὴν ἐλεύθερη ροή του, καὶ παράλληλα ἔσωσε τὴν πριγκιποπούλα ποὺ ὁ λαὸς εἶχε στείλει πρὸς βορρὰ τοῦ αἱμοδιψοῦς θηρίου, γιὰ ἐξευμενισμό του. Ἀλλὰ εἶναι καὶ ὁ Ἅγιος ποὺ συχνὰ ἐπικαλοῦνται οἱ σκλαβωμένοι Ἕλληνες νὰ τοὺς γλυτώσει ἀπὸ τὴν τουρκιὰ ποὺ τοὺς δυναστεύει, ἀφοῦ ὅπως λέει καὶ τὸ λατρευτικὸ τραγούδι ποὺ ἀκούγεται τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς του στὴ Νεστάνη:
Πολλὲς φορὲς μὲ γλύτωσες βρ' Ἁγιώρη,
καλὰ τὸ λέει τ' ἀηδόνι, ἀπ' τῶν Τουρκῶν τὰ χέρια
καὶ τούτην ὥρα γλύτωμε βρ' Ἁγιώρη,
καλὰ τὸ λέει τ' ἀηδόνι, μεγάλο τ' ὄνομά σου.
Καὶ συνεχίσει τάζοντας στὸν Ἅγιο ἂν τὸν βοηθήσει:
Θὰ φέρω λίτρες τὸ κερὶ βρ' Ἁγιώρη,
καλὰ τὸ λέει τ' αηδόνι κ' ἁμάξια τὸ λιβάνι
καὶ τὰ βουβαλοτόμαρα βρ' Ἁγιώρι
καλὰ τὸ λέει τ' ἀηδόνι νὰ κουβαλᾶν τὸ λάδι.
Νὰ φτιάξω τὴν Ἁγιὰ Σοφιὰ βρ' Ἁγιώρη,
καλὰ τὸ λέει τ' ἀηδόνι τὸ μέγα μοναστήρι,
νὰ βάλω μέσα καλογριὲς βρ' Ἁγιώρη
καλὰ τὸ λέει τ' ἀηδόνι κι ἀπέξω καλογέρους
καὶ αὐτὸ τὸ γέρο γούμενο βρ' Ἁγιώρη,
καλὰ  τὸ λέει τ᾿ ἀηδόνι νὰ τοὺς ξεμολογάει.
Πᾶμε λοιπὸν νὰ ἐρμηνεύσουμε τὴν ἀπεικόνηση τοῦ ἁγίου στὴν ὁρθόδοξη χριστιανικὴ εἰκονογραφία καθὼς καὶ τὴ σύνδεσή της μὲ τὴν ἑλληνικὴ Μυθολογία ἀπ᾿ ὅπου, ὅπως θὰ δοῦμε, ἀντλεῖ τὸ θέμα της. Ἀλλὰ πρῶτα ἅς περιγηγηθοῦμε στὸν μαγικὸ κόσμο τῶν ἡρώων τῆς Μυθολογίας μας.



(2). Ἀρ. Ἡ ἀναμέτρηση τοῦ Βελλεροφόντη μὲ τὴ Χίμαιρα. Ὁ ἥρωας καβάλα στὸν Πήγασο, τὸν φτερωτὸ ἵππο, ἐπιτίθεται μὲ τὸ δόρυ του ἐναντίον τοῦ τέρατος. Ἐρυθρόμορφη παράσταση σὲ πινάκιο ἀπὸ τὴν Κάτω Ἰταλία. Δεύτερο μισὸ τοῦ 4ου αἰ. π.Χ. Τάραντας, Ἀχαιολογικὸ Μουσεῖο.
Δε. Ὁ ἅγιος Γεώργιος καβάλα στὸ λευκό του ἄτι σκοτώνει τὸ θηρίο ποὺ κρατᾶ φυλακισμένο τὸ νερό. 


Δράκοι - Δρακοντοκτονίες στὴν Ἑλληνικὴ Μυθολογία
Ἡ λέξη δράκος ἢ δράκοντας εἶναι ἑλληνική, (ἀρχ. ἑλληνικὴ δράκων),1 καὶ βέβαια δράκος εἶναι ἕνα ὑπεφυσικὸ ὄν ποὺ συνήθως ἔχει τὴ μορφὴ φιδιοῦ ἢ σαύρας. Σὲ ἀττικὴ κύλικα τοῦ 480-470 π.Χ. ποὺ βρίσκεται στὸ Μουσεῖο τοῦ Βατικανοῦ στὴ Ρώμη, παρατηροῦμε στὴν ἐρυθρόμορφη ζωγραφιά της τὴν Ἀθηνᾶ, πάνοπλη μὲ τὴ γλαύκα στὸ χέρι νὰ παρακολουθεῖ ἕναν δράκο ποὺ ἐξεμεῖ, κάτω ἀπὸ τὸ συμπονετικὸ βλέμμα τῆς θεᾶς, μισοπεθαμένο τὸν ἥρωα Ἰάσονα. Μάλιστα, ὅπως μᾶς παραδίδει ὁ μύθος, ὁ Ἰάσονας μὲ τὴ βοήθεια τῆς Μήδειας θὰ ἐξολοθρέψει αὐτὸν τὸν δράκο, ποὺ ἀκοίμητος φρουρός, φύλαγε στὴν Κολχίδα τὸ χρυσόμαλλο δέρας.
Στὴν Ἑλληνικὴ Μυθολογία δὲν εἶναι λίγοι οἱ ἥρωες ποὺ θανατώνουν τέρατα ποὺ προκαλοῦν καταστροφὲς καὶ ἀπαιτοῦν νὰ τοὺς δωθεῖ ἀνθρώπινος φόρος, προκειμένου νὰ σταματήσουν. Ἔτσι οἱ ἄνθρωποι ἀναγκάζονται —μετὰ συνήθως ἀπὸ χρησμὸ ἢ μὲ κλήρωση— νὰ βροῦν ἕνα ἐξιλαστήριο θύμα προκειμένου νὰ περιορίσουν τὸ κακό. Πάνω σὲ αὐτὸ τὸ μοτίβο κινεῖται καὶ ὁ ἄθλος τοῦ Θησέα ποὺ συμμετεῖχε στὴν ὁμάδα τῶν νέων ποὺ οἱ Ἀθηναῖοι ἔστελναν κάθε χρόνο ὡς φόρο αἵματος στὸν βασιλιὰ τῆς Κρήτης, τὸν Μίνωα, βορρὰ γιὰ τὸν Μινώταυρο· ἕνα τέρας μὲ σῶμα ἀνθρώπου καὶ κεφάλι ταύρου, ποὺ ὁ ἥρωας κατάφερε τελικὰ νὰ σκοτώσει.
Σύμφωνα μὲ τὴ Μυθολογία μας, ὁ Βελλεροφόντης σκότωσε τὴ Χίμαιρα, ἕνα ἄγριο τέρας μὲ κεφάλι λιονταριοῦ ποὺ ἀπὸ τὸ στόμα ἔβγαζε φλόγες, μὲ κορμὶ γίδας καὶ οὐρὰ ποὺ κατέληγε σὲ κεφάλι φιδιοῦ· ἦταν δὲ κόρη τοῦ Τυφώνα καὶ τῆς Ἔχιδνας. Τὸ τέρας αὐτὸ ταλαιπωροῦσε τοὺς κατοίκους τῆς Λυκίας κατασπαράζοντας τὰ ζῶα τους. Ὁ ἥρωας καβάλα στὸν Πήγασο, τὸ φτερωτὸ ἄτι του, ὑψώνεται στὸν ἀέρα καὶ ἀπὸ ψηλὰ σκοτώνει τὸ τέρας μὲ τὸ ἀκόντιό του.
Ὁ Ἀπόλλωνας σκοτώνει μιὰ δράκαινα ποὺ φυλάει τὸ νερὸ τῆς πηγῆς στοὺς Δελφούς —τῆς Κασταλίας ἢ τῆς Κασσότιδας. Ὁ ὄφις αὐτὸς λημέριαζε ἐκεῖ καὶ δὲν ἄφηνε τοὺς ἀνθρώπους νὰ πιοῦν. Ἀλλὰ καὶ σύμφωνα μὲ παραλλαγὴ τοῦ μύθου, γιατὶ εἶχε ἐμποδίσει τὴ μητέρα τοῦ θεοῦ, τὴ Λητώ, νὰ ἱδρύσει μαντεῖο στοὺς Δελφοὺς ἀφοῦ ὁ Πύθωνας, σὰν γιὸς τῆς Γῆς, γνώριζε πὼς ἡ Λυτὼ θὰ γεννοῦσε τὸν θεὸ ποὺ θὰ τοῦ ἔπαιρνε τὴν περιοχὴ καὶ τὸ μαντεῖο· ἔτσι τὴν κυνηγοῦσε μὲ σκοπὸ νὰ τὴ σκοτώσει. Στὸν Ὁμηρικὸ Ὕμνο στὸν Ἀπόλλωνα ἡ δράκαινα δὲν ἀναφέρεται μὲ κάποιο ὄνομα. Ἀργότερα τὴν εἶπαν Δελφύνα.2 ἢ Πύθωνα3 μετατρέποντάς την σὲ ἀρσενικοῦ γένους. Ἡ ὀνομασία Πύθωνας συσχετιζόταν μὲ τὴν Πυθώ, ἄλλο ὄνομα τῶν Δελφῶν καὶ τὸν Πύθιο Ἀπόλλωνα.4 Ὁ Ι.Θ. Κακριδὴς ἀνφερόμενος στὸ κατόρθωμα τοῦ θεοῦ γράφει: Ἡ δρακοντοκτονία καὶ γενικότερα ἡ τερατοκτονία ὡς δεῖγμα παλικαριᾶς τοῦ θεοῦ ἢ ἥρωα εἶναι θέμα ἀγαπητὸ στὴν παγκόσμια μυθολογία [...]. Ὁ φόνος τοῦ φιδιοῦ εἶναι ἕνα σταθερὸ στοιχεῖο στὴν ἀρετολογία τοῦ μεγάλου θεοῦ, αὐτὸ θὰ πεῖ, στὴν ἐξύμνηση τῶν ἀρετῶν του.5
Ὁ Νίκόλαος Πολίτης πιστεύει πὼς ὁ Ἀπόλλωνας ἔδωσε τὸ πρότυπο ἀπ᾿ ὅπου γεννήθηκαν ὅλοι οἱ ἄλλοι μύθοι γύρω ἀπὸ τὶς δρακοντοκτονίες θεῶν καὶ ἡρώων. Ἐπιπλέον, παραλληλίζει τὴν πάλη ἀνάμεσα στὸν δράκο καὶ στὸν θνητὸ ἢ θεὸ καὶ τὴν ἑρνημεύει ὡς πάλη ἀνάμεσα στὸ φῶς καὶ στὸ σκότος.6 Πραγματικά, ἡ νίκη καὶ ὁ θρίαμβος τοῦ θεοῦ τοῦ φωτὸς πάνω στὸ σκότος καὶ στὴν ἄγνοια, ποὺ συμβολίζει ὁ Πύθωνας ὡς γιὸς τῆς Μαύρης, σκοτεινῆς Γῆς, ἐπισημαίνεται μὲ τὴν ἵδρυση τοῦ μαντείου, τοῦ ἱεροῦ μνημείου ποὺ ἀπαλλάσσει τοὺς θνητοὺς ἀπὸ τὴν ἄγνοια, δίνοντάς τους πληροφορίες καὶ συμβουλὲς γιὰ τὰ μελλούμενα.
Ἀλλὰ καὶ ὁ πιὸ γνωστὸς ἥρωας τῆς Μυθολογίας μας, ὁ Ἡρακλῆς, ἔσωσε τὴν Τρωαδίτισσα Ἡσιόνη ἀπὸ τὸ τρομερὸ κῆτος πού, σταλμένο ἀπὸ τὸν Ποσειδώνα γιὰ τιμωρία τοῦ βασιλιᾶ Λαομέδοντα, κατασπάραζε ζῶα καὶ ἀνθρώπους, μέχρι ποὺ κληρώθηκε γιὰ θύμα του ἡ κόρη τοῦ βασιλιᾶ, ἡ Ἡσιόνη, καὶ ὁ Ἡρακλῆς τὴν γλύτωσε, θανατώνοντάς το. Ἀλλὰ ὁ Ἡρακλῆς πρόσφερε σπουδαῖες ὑπηρεσίες καὶ στοὺς κατοίκους τῆς Ἀργολίδας ἐξολοθρεύοντας τὴ Λερναία Ὕδρα. Ἡ Λερναία Ὕδρα ἐμφανίστηκε στὴν περιοχὴ τοῦ Ἄργους, κοντὰ στὴ λίμνη Λέρνα —ἀπ᾿ ὅπου πῆρε καὶ τὸ ὄνομά της— καὶ εἶχε τὴ φωλιά της πάνω σὲ ἕνα λόφο, δίπλα στὴ λίμνη, στὴν πηγὴ Ἀμυμώνη ποὺ τὴ σκίαζε ἕνα ὡραῖος πλάτανος· τὴν τρομερὴ καὶ ἀποκρουστικὴ ὕδρα (νεροφίδα) μὲ τὰ ἐννέα κεφάλια ποὺ ξερνοῦσαν φωτιὰ καίγοντας τὰ πάντα στὸ πέρασμά της, καὶ ἡ ἀνάσα της ἔβγαζε δηλητήριο, θανάτωσε ὁ Ἡρακλῆς σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἄθλους του μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἰολάου.
Ὁ Περσέας, γιὸς τοῦ Δία καὶ τῆς Δανάης, σταλμένος ἀπὸ τὸν Πολυδέκτη σκότωσε τὶς Γοργόνες. Οἱ Γοργόνες ἦταν τρεῖς ἀδερφάδες, ἡ Σθεννώ, ἡ Εὐρυάλλη καὶ ἡ Μέδουσα, ὅλες κόρες τοῦ Φόρκυ καὶ τῆς Κυτῶς. Ἀπὸ τὶς τρεῖς μόνο ἡ Μεδουσα ἦταν θνητὴ ἀλλὰ καὶ αὐτὴ γιὰ νὰ τὴ θανατώσει κανεὶς ἔπρεπε νὰ τὴ χτυπήσει τὴν ὥρα ποὺ κοιμόταν χωρὶς νὰ τὴν κοιτάξει. Ὅποιος μάλιστα τὴν ἔβλεπε στὸ πρόσωπο, μαρμάρωνε ἐπὶ τόπου! Τὰ σύνεργα γιὰ τὴν ἐξολοθρευση τῶν Γοργόνων τὰ παρεῖχαν στὸν Περσέα οἱ Νύμφες, ἀφοῦ μόνο αὐτὲς εἶχαν τὴν κίβισιν, τὸ μαγικὸ σακκὶ γιὰ νὰ βάλει μέσα τὸ κεφάλι τῆς Μέδουσας, κυρίως ὅμως τὴν κυνῆν, τὴ σκούφια ποὺ θὰ φοροῦσε ὥστε νὰ γίνει ἀόρατος ἀλλὰ καὶ τὰ φτερωτὰ πέδιλα γιὰ νὰ μὴν πατάει στὴ γῆ. Ὁ Περσέας, συνεπικουρούμενος ἀπὸ τὸν Ἑρμῆ καὶ τὴν Ἀθηνᾶ βρῆκε ἀρχικὰ τὶς Γραῖες, καὶ παίρνοντας τὸ μαναδικό τους δόντι καὶ μάτι ποὺ εἶχαν, τὶς ὑποχρέωσε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ τοῦ δείξουν τὸν δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὶς Νύμφες· δρόμο ποὺ μόνο αὐτὲς γνώριζαν. Ἔτσι βρῆκε τὶς Νὐμφες καὶ τὶς παρακάλεσε νὰ τοῦ δώσουν τὰ ἀπαραίτητα σύνεργα· τὰ πέδιλα, τὸ σάκκο καὶ τὴ σκούφια. Φτάνοντας στὰ λημέρια τῶν Γοργόνων τὶς βρῆκε νὰ κοιμοῦνται. Ἡ Ἀθηνᾶ τοῦ ἔδειξε τὴ μοναδικὴ θνητή, τὴ Μέδουσα. Ὁ Περσέας φόρεσε τὴ σκούφια καὶ τὰ πέδιλα, ὑψώθηκε στὸν ἀέρα ἀόρατος καὶ ὁ Ἑρμῆς τοῦ ἔβαλε στὸ χέρι τὴν ἄρπην, ἕνα διαμαντένιο δρεπάνι. Ἀπέφυγε νὰ κοιτάξει τὴ Μέδουσα, ἀλλὰ ἀκολουθώντας τὴ συμβουλὴ τῆς Ἀθηνᾶς τὴν εἶδε μέσα ἀπὸ τὴν ἀσπίδα, πάνω στὴ γυαλάδα τῆς ὁποίας καθρεφτίζονταν ἡ κοιμισμένη Μέδουσα. Χωρὶς νὰ χάσει καιρὸ τὴν ἀποκεφάλισε βάζοντας μέσα στὸ σάκκο τὸ κεφάλι της. Ἀπὸ τὸ κομμένο κεφάλι της ξεπήδησε ὁ Πήγασος, τὸ φτερωτὸ ἄλογο, καὶ ἀπὸ τὶς σταγόνες τὸ αἷμα ποὺ ἔπεσαν στὴν Ἀφρικὴ γεννήθηκαν τὰ ἄγρια θηρία αὐτῆς τῆς ἠπείρου.
Ἀλλὰ ὁ Περσέας, φτάνοντας μὲ τὸ κεφάλι τῆς Μέδουσας στὸ σάκκο στὴν Αἰθιοπία, ἔπεσε πάνω σὲ ἕνα τρομερὸ θέαμα. Στὸ ἀκρογιάλι, μιὰ ὄμορφη κοπέλλα ἦταν δεμένη πάνω σὲ ἕνα βράχο. Ρωτώντας την τὸν λόγο ἔμαθε πὼς ἡ κόρη ἀνέμενε ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ ἕνα θαλάσσιο κῆτος προκειμένου νὰ τὴ φάει, ἀφοῦ ὁ χρησμὸς ποὺ πῆραν ἀπὸ τὸ μαντεῖο τοῦ Ἄμμωνος ἔλεγε πὼς πρέπει, γιὰ νὰ σταματήσει τὸ θαλάσσιο θηρίο νὰ σκορπάει τὸ κακό, νὰ τοῦ δώσουν γιὰ τροφὴ τὴν μοναχοκόρη τοῦ βασιλιᾶ, τὴν Ἀνδρομέδα. Τὸ θηρίο εἶχε στείλει ὁ Ποσειδώνας γιατὶ ἡ μητέρα τῆς Ἀνδρομέδας, Κασσιέπεια, εἶχε καυχηθεῖ πὼς ἡ κόρη της ἦταν ὀμορφότερη ἀπὸ ὅλες τὶς Νηρηίδες, κι ἐκεῖνες ἀγανακτισμένες ζήτησαν ἀπὸ τὸν θεὸ τῶν ὑδάτων νὰ τιμωρήσει τὴν ἀλαζονικὴ βασίλισσα.
Ὁ Περσέας ὑποσχέθηκε στὸν βασιλιὰ πὼς θὰ σκότωνε τὸ θηρίο ἀλλὰ ἐπιθυμοῦσε νὰ τοῦ δώσει τὴν ὅμορφη Ἀνρομέδα γιὰ γυναίκα του. Ὁ βασιλιὰς συμφώνησε, ἔτσι ὁ Περσέας φορώντας ξανὰ τὰ σύνεργα τῶν Νυμφῶν σκότωσε τὸ θαλάσσιο τέρας. Μιὰ ἐκδοχὴ τοῦ μύθου θέλει τὸν βασιλιά νὰ μὴν κράτησε τὸν λόγο του, ἔτσι ὁ Περσέας ἐμφανίστηκε στὴ βασιλικὴ αἴθουσα καὶ βγάζοντας ἀπὸ τὸ σάκκο τὸ κεφάλι τῆς Μέδουσας τοὺς μαρμάρωσε ὅλους καὶ ἔφυγε παρέα μὲ τὴν ἀγαπημένη του.


(3) Ἀρ. Ἐπιτύμβια στήλη τοῦ Δεξίλεῳ, 390 π.Χ, (λεπτομέρεια), Ἀθήνα, Μουσεῖο Καραμεικοῦ.
Δε. Λεπρομέρεια εἰκόνας τοῦ ἁγίου Γεωργίου.

Ὁ ἅγιος Γεώργιος
Καὶ ἐρχόμαστε στὸν πιὸ πολυτραγουδισμένο ἅγιο τῆς χριστιανοσύνης, τὸν Γεώργιο. Σύμφωνα μὲ τὸ θρύλο, ὁ ἅγιος προσέφερε σπουδαῖο ἔργο σκοτώνοντας τὸν δράκο ποὺ φύλαγε τὸ νερό, ζητώντας τίμημα κάθε φορὰ κάποιο θύμα, προκειμένου νὰ τὸ ἀφήνει νὰ ρέει ἐλεύθερο στοὺς κατοίκους. Ἀξίζει ὅμως νὰ παραθέσουμε τὸν θρύλο ὅπως μᾶς τὸν παραδίδει ὁ Νικόλαος Πολίτης:
Εἰς τινα μεγάλην πόλιν ἐφάνη ἓν θηρίον, ἐμφωλεύσαν εἰς τὴν πηγήν, ἀφ᾿ ἧς ὁλόκληρος πόλιν ὑδρεύετο· δὲν ἐπέτρεπε δὲ εἰς τοὺς κατοίκους νὰ ἀντλῶσιν ὕδωρ ἂν δὲ τῷ παρεῖχον πρὸς τροφὴν ἕνα ἢ δύο ἀνθρώπους. Μὴ δυμάμενοι οἱ κάτοικοι νὰ πράξωσιν ἄλλως ἔρριψαν κλήρους, ὅπως ἡ τύχη ὁρίσῃ τὴν βορὰν τοῦ θηρίου· ὁ κλῆρος ἔλαχε εἰς τὴν μονογενῆ θυγατέρα τοῦ βασιλέως ἣν τινα συνώδευσαν παρὰ τὰς ἱκεσίας τοῦ πατρός της μέχρι τῆς πηγῆς, ἔνθα προσέδεσαν αὐτὴν δι᾿ ἰσχυροτάτων ἁλύσεων. Ἐν ὦ δὲ ἡ κόρη δακρυρροοῦσα ἀνέμενε τὸν τρομερὸν θάνατον, ἐπεφάνη αἴφνης πρὸ αὐτῆς ὁ ἅγιος Γεώργιος, ἱππεύων ὡραῖον φαιὸν ἵππον καὶ φέρον σπάθην καὶ δόρυ· ἡ νεάνις τὸν παρακαλεῖ νὰ φύγῃ, ὅπως μὴ γίνῃ καὶ αὐτὸς θῦμα· ἄλλ᾿ ὁ ἥρως μένει καὶ ὅταν τὸ θηρίο ἀνέθορεν ἐκ τῆς πηγῆς χαῖρον ὅτι ἄφθονον εὕρισκε τροφήν, ὁ ἅγιος τὸ πληγώνει θανασίμως. Ἡ κόρη τότε τὸν παρακαλεῖ νὰ εἴπῃ τὸ ὀνομά του, ὅπως ὁ βασιλεὺς πατήρ της πλουσιοπαρόχως τὸν ἀνταμείψῃ, ὁ δὲ ἅγιος φανεροῦται εἰς αὐτὴν καὶ τὴν προτρέπει νὰ ἀνεγείρῃ μίαν ἐκκλησίαν, ἐν ἧ παρὰ τὸν Χριστὸν καὶ τὴν Παναγίαν νὰ εἰκονίσῃ καὶ «ἕνα καβαλλάρη ἀρματωμένον μὲ σπαθὶ καὶ μὲ χρυσὸ κοντάρι».7
Μὲ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν τρόπο θὰ εἰκονιστεῖ ὁ ἅγιος στὴ βυζαντινὴ εἰκονογραφία: καβαλάρης πάνω σὲ ἄσπρο ἄλογο φέρον σπαθὶ καὶ κοντάρι καὶ κάτω, μπρὸς στὰ πόδια τοῦ ἀλόγου ὁ τρομερὸς δράκος ποὺ ἀργοπεθαίνει καθὼς τὸ κοντάρι τοῦ ἁγίου τὸν πλήττει θανάσιμα.
Στὴν Ἑλλάδα ἡ εἰκόνα δὲν μᾶς εἶναι ἄγνωστη, μιὰ καὶ σὲ ἐρυθρόμορφο πινάκιο τοῦ 4ου π.Χ. αἰώνα ποὺ βρίσκεται στὸ Ἀρχαιολογικὸ Μουσεῖο τοῦ Τάραντα, παρατηροῦμε τὸν Βελλεροφόντη καβάλα στὸν Πήγασο, νὰ ἐπιτίθεται μὲ δόρυ κατὰ τῆς Χίμαιρας ποὺ βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὶς ὀπλὲς τοῦ φτερωτοῦ ἵππου. Ἀλλὰ τὴν ἴδια εἰκόνα παρατηρεῖ κανεὶς καὶ σὲ ἀνάγλυφο ποὺ βρέθηκε στὸν Κεραμεικὸ καὶ χρονολογεῖται στὸ 390 π.Χ. Τὸ ἀνάγλυφο ἀναπαριστᾶ τὸν Δεξίλεω ἕναν εἰκοσάχρονο Ἀθηναῖο ποὺ ἔπεσε —μαζὶ μὲ ἄλλους τέσσερις— καθὼς πολεμοῦσε σὰν ἱππέας σὲ μάχη μεταξὺ Ἀθηναίων καὶ Σπαρτιατῶν στὴν Κόρινθο τὸ 394 π.Χ. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Νικόλαος Γιαλούρης: Ὁ Δεξίλεως καβάλα στὸ ἄλογό του, ποὺ ὀρθώνεται ὀρμητικὰ ἐπάνω ἀπὸ τὸν πεσμένο ἐχθρό, ὑψώνει ἐναντίον του τὸ δόρυ, ποὺ σήμερα δὲν σώζεται. Ὁ ἄγνωστος δημιουργὸς τοῦ ἐξαίρετου αὐτοῦ ἀναγλύφου ἐμπνέεται ἀναμφίβολα ἀπὸ πρότυπα τῶν ὤριμων κλασικῶν χρόνων, τὰ ἐμπλουτίζει ὅμως μὲ καλλιτεχνικὰ στοιχεῖα τοῦ καιροῦ του [...].8
Τὶς ἴδιες ὁμοιότητες παρατηροῦμε καὶ στὸ σύμπλεγμα τῆς Πενθεσίλειας τοῦ δυτικοῦ ἀετώματος τοῦ ναοῦ τοῦ Ἀσκληπιοῦ στὴν Ἐπίδαυρο, ποὺ ἀποδίδεται στὸν Τιμόθεο, καὶ σήμερα ἐκτίθεται στὸ Ἐθνικὸ Ἀρχαιολογικὸ Μουσεῖο στὴν Ἀθήνα. Ἀλλὰ καὶ σὲ τρεῖς πλευρὲς ἀναγλυφης βάσεως ἀπὸ τὴν Ἀκαδημία, ποὺ καὶ αὐτὲς βρίσκονται στὸ Ἐθνικὸ Ἀρχαιολογικὸ Μουσεῖο στὴν Ἀθήνα, βλέπουμε πὼς εἰκονίζεται νεαρὸς ἔφιππος μὲ χλαμύδα καὶ πέτασο, ἕτοιμος νὰ διαπεράσει μὲ τὸ ἀκόντιό του τὸν πεσμένο ἀντίπαλό του, ποὺ βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὶς ὀπλὲς τοῦ ἵππου, καὶ μάταια, μὲ τὴν ἀσπίδα στὸ ἕνα του χέρι καὶ τὸ ξίφος στὸ ἄλλο, προσπαθεῖ νὰ προστατευτεῖ. Ἐπίσης σὲ ἐπιτύμβιο μνημεῖο ποὺ ἔστισαν οἱ Ἀθηναῖοι μετὰ τὴ μάχη τῆς Κορωνείας τὸ 394 π.Χ. προκειμένου νὰ τιμήσουν τοὺς πεσόντες, σὲ μία ἀνάγλυφη πλάκα μὲ παράσταση μάχης ποὺ μᾶς σώθηκε καὶ βρίσκεται καὶ αὐτὴ στὸ Ἐθνικὸ Ἀρχαιολογικὸ Μουσεῖο στὴν Ἀθήνα, παρατηροῦμε δύο πολεμιστές —ὁ ἕνας ἔφιππος καὶ ὁ ἄλλος πεζός— νὰ ἔχουν καταβάλλει τὸν ἀντίπαλό τους ποὺ βρίσκεται πεσμένος στὴ γῆ. Στὶς παραπάνω ἀνάγλυφες πλάκες τόσο ἡ ἀπεικόνηση τοῦ ἵππου ὅσο καὶ ἡ στάση τοῦ ἔφιππου πολεμιστῆ θυμίζουν ἔντονα τὶς ἀναπαραστάσεις τοῦ ἁγίου Γεωργίου στὴ βυζαντινὴ εἰκονογραφία.
Παρόμοιους μύθους ὅπου ὁ ἥρωας παλεύει καὶ θανατώνει τὸ αἱμοδιψὴ θηρίο, ἐλευθερώνοντας τὸ ὑποψήφιο θύμα του καὶ ἀπαλλάσσοντας τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸν φόρο τοῦ αἵματος, ἀπαντάει κανεὶς σὲ πολλοὺς λαούς.9
Ἀλλὰ οἱ θρύλοι καὶ οἱ μύθοι γύρω ἀπὸ τὸ πολύτιμο ὕδωρ δὲν ἔχουν τελειωμό, μιὰ καὶ ἡ φαντασία τοῦ ἀνθρώπου ἔπλασε ὑπερφυσικοὺς φύλακες τῶν νερῶν, φτερωτοὺς δράκους, δαίμονες, κήτη, τέρατα καὶ φίδια ποὺ τὸ φυλᾶνε καὶ τὸ παρέχουν ἔναντι ἀνταλλάγματος.
Κλείνουμε θυμίζοντας τὸ ἔργο ποὺ συχνὰ - πυκνὰ παίζεται στὸ θέατρο σκιῶν καὶ θέλει αὐτὴ τὴ φορὰ τὸν Μέγα Ἀλέξανδρο νὰ σκοτώνει τὸ φίδι ποὺ φυλάει τὸ νερὸ καὶ δὲν ἀφήνει τοὺς κατοίκους νὰ πιοῦν ἂν δὲν τοῦ δώσουν ἀνθρώπινο θύμα. Μιλᾶμε βέβαια γιὰ τὸ ἔργο, Ὁ Μεγαλέξανδρος καὶ ὁ κατηραμένος ὄφις.10

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΡΩΝΗΣ, ἀπὸ τὸ βιβλίο: Τὰ ὕδατα τῶν πηγῶν καὶ ἡ Φιλίππειος κρήνη τῆς Νεστάνης, Ἐκδόσεις «Τὸ Δόντι», Πάτρα 2019.


Σημειώσεις

1. Στη Λεξικό τους οἱ H. G. Liddell καὶ R. Scott ἀναφέρουν: δράκων [ἄ]. οντος, ὁ, (πιθ. ἐκ τοῦ δέρκομαι, δρᾶκεῖν, πρβλ. θηλ. δράκαινα)· — ὄφις περιγραφόμενος ὑπὸ τοῦ Ὀμήρου ὡς πελώριος τὸ μέγεθος, χρώματος ἐρυθροῦ ἢ ἀμαυροῦ (φοινήεις, δαφοινός,, κυάνεος), κατάστικτος (ἴρισσιν ἐοικότες), κατοικῶν εἰς τὰ ὄρη (ὀρέστερος), ἐντὸς ὀπῶν, (ἐλισσόμενος περὶ χειῇ), τρεφόμενος μὲ βότανας δηλητηριώδεις (βεβρεκὼς κακὰ φάρμακα)· ἐν Ἰλ. Λ 40, ἀναφέρεται τρικέφαλος. Ὁ Ὅμηρος φαίνεται μεταχειριζόμενος τὰς λέξεις δράκων καὶ ὄφις ἀδιαφόρως περὶ ὄφεως, Ἰλ. Β 200-208, Μ 201, 208 οὕτω καὶ Ἡσ. Θεογ. 322, 825, Πίνδ. 1. 60, Αἰσχύλ. Θήβ. 290, κτλ., ἐν ᾧ ὁ Ἡσ. Ἀσπ. 144 κἑξ. φαίνεται ὅτι ποιεῖται διάκρισις αὐτῶν. Φαίνεται δὲ ὅτι οὗτος ἦτο πράγματι ὸ Πύθων. (Henry G. Liddell - Robert Scott, Μέγα λεξικὸν τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, μετ. Ξενοφώντας Π. Μόσχου, Ἐκδότης Ἰωάννης Σιδέρης, Ἀθήνα 1907).
2. Καλλίμαχος ἀποσπ. 88· Ἀπολλώνιος Ρόδιος 2, 706.
3. Παυσανίας II, 7, 7· Ἀπολλόδωρος 1, 22.
4. Πιθανὸν γιὰ νὰ ἀποφύγουν τὴν ἐτοιμολογία ἀπὸ τὸ πύθομαι= σαπίζω. Ὅμως ἄλλοι, ὅπως ὁ Στράβων (9, 3, 5), ἐτοιμολογοῦν τὸ Πυθώ, Πυθία ἀπὸ τὸ ρῆμα πυνθάνομαι, δηλαδὴ ζητάω νὰ μάθω, ποὺ εἶναι μιὰ ὑπέροχη παρετυμολογία ποὺ σχετίζει τὸν τόπο μὲ τὸ ἔργο τοῦ μαντείου.
5. Ἑλληνικὴ Μυθολογία, τόμ. 2ος «Οἱ θεοί», ὑπὸ τὴν γενικὴ ἐποπτεία τοῦ Ι. Θ. Κακριδῆ, Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν, Ἀθήνα 1986, σελ. 150.
6. Εἶναι ἤδη παραδεδεγμένον ὑπὸ τῆς συγκριτικῆς μυθολογίας ὅτι ὁ Περσεύς, ὁ Ἡρακλῆς, ὁ Βελλεροφόντης, πρὸς οὒς ὁ ἅγιος Γεώργιος πολλὰς παρουσιάζει ὁμοιότητας, εἶναι θεότητες ἡλιακαί, οἱ δὲ φόνοι θηρίων παριστῶσιν τὴν ἐνέργειαν τοῦ φωτὸς διαλύοντος τὰ σκότη· τὴν ἰδέαν ταύτην ἐγκλείει προσέτι καὶ ὁ περὶ τοῦ φόνου τοῦ δράκοντος Πύθωνος ὑπὸ τοῦ Ἀπόλλωνος μῦθος, ἐξ οὖ ἴσως ἄπαντες οἱ λοιποὶ ἀπορρέουσιν. (Ν. Γ. Πολίτη, Λαογραφικὰ σύμμεικτα, τόμ. Α᾿, ἐκ τοῦ Τυπογραφείου Παρασκευᾶ Λεώνη, ἐν Ἀθῆναι 1920, σελ. 85).
7. Ν. Γ. Πολίτη, Λαογραφικὰ σύμμεικτα, τόμ. Α ̓, ἐκ τοῦ Τυπογραφείου Παρασκευᾶ Λεώνη, ἐν Ἀθήναι 1920, σελ. 82.
8. Ἑλληνικὴ τέχνη - Ἀρχαῖα γλυπτά. Ἐκδόσεις Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν, Ἀθήνα 1994, σελ. 266.
9. Ὁ Νικόλαος Πολίτης, ἀναφέρει σχετικά: Ἐκτὸς τῶν χριστιανικῶν συναξαρίων ἀπαντῶμεν τὴν βάση τοῦ μύθου τούτου καὶ ἐν ταῖς μυθολογίες ὅλων σχεδὸν τῶν ἐθνῶν. Ἐν τῇ Μαχαβαράτα τῶν Ἰνδῶν, [...] ὁμοία εἶναι ἐν τῇ Ἔδδα τῶν ἀρχαίων Σκανδιναυῶν [...]. Ἀνευρίοσκομεν ἐπίσεις τοιούτους μύθους ἐν τοῖς παραμυθίοις τῶν Βλάχων καὶ τῶν Σέρβων καὶ πρὸ πάντων ἐν τοῖς ἡμετέροις [...]. (Ν. Γ. Πολίτη, Λαογραφικὰ σύμμεικτα, τόμ. Α᾿, ὅ.π., σελ. 84).
10. Ἡ πρώτη παράσταση τοῦ ἔργου πραγματοποιήθηκε τὸ 1900 ἀπὸ τὸν καραγκιοζοπαίχτη Δημήτρη Σαρδούνη, γνωστὸ ὡς Μίμαρο, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε καὶ τὴ φιγούρα τοῦ Μεγαλέξανδρου στὸ θέατρο σκιῶν. Ὁ Εὐγένιος Σπαθάρης, πρὶν τὸ 1950, θὰ ξαναγράψει τὴν ἱστορία προσθέτοντας καὶ δικά του στοιχεῖα.


Βασικὴ βιβλιογραφία

Γιαλούρης Νικόλαος, Ἑλληνικὴ τέχνη - Ἀρχαῖα γλυπτά, Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν, Ἀθήνα 1990.
Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, συλλογικό, τόμ. Α, Β, Γ1 - Γ2, Δ, Ε, Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν, Ἀθήνα 1990.
Decharme Paul, Ἑλληνικὴ Μυθολογία, μετ. Ἀντρέας Φραγκιᾶς, Ἐκδόσεις «Ἱστορικῶν Βιβλίων», Ἀθήνα χ.χ.ἔ.
Ἑλληνικὴ Μυθολογία, 5 τόμοι, ὑπὸ τὴν γενικὴ ἐποπτεία Ι.Θ. Κακριδῆ, Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν, Ἀθήνα 1986.
Graves Robert, Οἱ ἑλληνικοὶ μύθοι, 4 τόμ., μετ. Λεωνίδας Ζενάκος, Ἐκδόσεις Πλειᾶς-Ρούγκας, Ἀθήνα 1979.
Kerényi Károly, Ἡ Μυθολογία τῶν Ἑλλήνων, μετ. Δημ. Σταθόπουλος, Ἐκδόσεις Βιβλιοπωλεῖον τῆς «Ἑστίας», Ἀθήνα 1974.
Πολίτης Νικόλαος Γ., Λαογραφικὰ σύμμεικτα, τόμ. Α ̓, ἐκ τοῦ Τυπογραφείου Παρασκευᾶ Λεώνη, ἐν Ἀθήναι 1920.
Ρωμαῖος Κώστας, Τὸ ἀθάνατο νερό, Ἑλληνικὴ Λαογραφία, Σειρὰ ἀπὸ δώδεκα αὐτοτελεῖς τόμους, Ἀρ. 1, Ἀθήνα 1973. Ρωμαῖος Κώστας, Κοντὰ στὶς ρίζες. Ἐκδόσεις Βιβλιοπωλεῖον τῆς «Ἑστίας», Ἀθήνα 1980.


Copyright ©

© κειμένου: Παναγιώτης Καρώνης 2019, μὲ τὴν ἐπιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματος.
© φωτογραφιων:
(1): Wikimedia (κλὶκ ἐδῶ)· (3): Wikimedia (κλὶκ ἐδῶ).
(2), (4), (5), (6), (7), (8):  Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν.
(9): Παναγιώτης Kαρώνης.
οἱ εἰκόνες τοῦ ἁγίου Γεωργίου ἀντλήθηκαν ἀπὸ τὸ διαδίκτυο. 

Ἀπαγορεύεται ἡ ἀναδημοσίευση, ἢ ἀναπαραγωγή, ὁλική, μερικὴ ἢ περιληπτικὴ ἢ κατὰ παράφραση ἢ διασκευὴ καὶ ἀπόδοση τοῦ περιεχομένου τοῦ παρόντος ἄρθρου μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση μὲ τὸν συγγραφέα του.



  
(4). Ἐπιτύμβια στήλη τοῦ Δεξίλεῳ, 390 π.Χ. Ἀνάγλυφο ποὺ βρέθηκε στὸν Κεραμεικὸ καὶ ἀναπαριστᾶ τὸν Δεξίλεω ἕναν εἰκοσάχρονο Ἀθηναῖο ποὺ ἔπεσε —μαζὶ μὲ ἄλλους τέσσερις— καθὼς πολεμοῦσε σὰν ἱππέας σὲ μάχη μεταξὺ Ἀθηναίων καὶ Σπαρτιατῶν στὴν Κόρινθο τὸ 394 π.Χ. Ἀθήνα, Μουσεῖο Καραμεικοῦ.


 
 
(5). Ἀναγλυφη βάση ἀπὸ τὴν Ἀκαδημία. Ὁ νεαρὸς ἔφιππος μὲ χλαμύδα καὶ πέτασο εἶναι ἕτοιμος νὰ διαπεράσει μὲ τὸ ἀκόντιό του τὸν πεσμένο ἀντίπαλό του, ποὺ βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὶς ὀπλὲς τοῦ ἵππου, καὶ μάταια, προσπαθεῖ νὰ προστατευτεῖ. Ἀθήνα Ἐθνικὸ Ἀρχαιολογικὸ Μουσεῖο.

(6). Ἀναγλυφη βάση ἀπὸ τὴν Ἀκαδημία. Ὁ νεαρὸς ἔφιππος μὲ χλαμύδα καὶ πέτασο εἶναι ἕτοιμος νὰ διαπεράσει μὲ τὸ ἀκόντιό του τὸν πεσμένο ἀντίπαλό του, ποὺ βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὶς ὀπλὲς τοῦ ἵππου, καὶ μάταια, μὲ τὴν ἀσπίδα στὸ ἕνα του χέρι καὶ τὸ ξίφος στὸ ἄλλο, προσπαθεῖ νὰ προστατευτεῖ. Ἀθήνα Ἐθνικὸ Ἀρχαιολογικὸ Μουσεῖο.


(7). Ἀναγλυφη βάση ἀπὸ τὴν Ἀκαδημία. Ὁ νεαρὸς ἔφιππος μὲ χλαμύδα καὶ πέτασο εἶναι ἕτοιμος νὰ διαπεράσει μὲ τὸ ἀκόντιό του τὸν πεσμένο ἀντίπαλό του, ποὺ βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὶς ὀπλὲς τοῦ ἵππου, καὶ μάταια, μὲ τὴν ἀσπίδα στὸ ἕνα του χέρι καὶ τὸ ξίφος στὸ ἄλλο, προσπαθεῖ νὰ προστατευτεῖ. Ἀθήνα Ἐθνικὸ Ἀρχαιολογικὸ Μουσεῖο.



 
(8). Τρεῖς πλευρὲς ἀναγλυφης βάσεως ἀπὸ τὴν Ἀκαδημία. Ἀθήνα, Ἐθνικὸ Ἀρχαιολογικὸ Μουσεῖο.


(9). Σύπλεγμα τῆς Πενθεσίλειας τοῦ δυτικοῦ ἀετώματος τοῦ ναοῦ τοῦ Ἀσκληπιοῦ στὴν Ἐπίδαυρο, ποὺ ἀποδίδεται στὸν Τιμόθεο, περ. 375 π.Χ. Ἀθήνα, Ἐθνικὸ Ἀρχαιολογικὸ Μουσεῖο.






Δευτέρα 2 Μαρτίου 2020

Ἐγγραφὴ τοῦ ἐθίμου τοῦ Ἂη -Γιώργη τῆς Νεστάνης Ἀρκαδίας στὸ Ἐθνικὸ Εὑρετήριο Ἄυλης Πολιτιστικῆς Κληρονομιᾶς τῆς Ἑλλάδας




Ἡ πομπὴ τῶν θυρσοφόρων τελεστῶν τοῦ Ἅη-Γιώργη στὴ Νεστάνη Ἀρκαδίας, ποὺ αὐτοαποκαλοῦνται καὶ «Ἀγιωρῆτες», καθὼς προχωροῦν μέσα στὴν ἀνοιξιάτικη φύση, (2019).


Προλεγόμενα
Αἰσθανόμαστε εὐτυχεῖς ποὺ ἕνας δρόμος πορεύτηκε ὥς τὸ τέλος του μὲ ἐπιτυχία καὶ ἕνας στόχος ἐπιτεύχθηκε στὸ ἀκέραιο.
Τὸ ἔθιμο τοῦ Ἅη - Γιώργη -τοῦ Ἅγιώρη γιὰ τοὺς Νεστανιῶτες καὶ τὶς Νεστανιώτισσες- ποὺ κάθε χρόνο τελεῖται στὴ Νεστάνη Ἀρκαδίας, ἐντάχθηκε στὴν Ἄυλη Πολιτιστικὴ Κληρονομιὰ τῆς Ἑλλάδας (ΑΠΚ).
Συγκεκριμένα, μὲ ἀπόφαση τοῦ Ὑπουργείου Πολιτισμοῦ καὶ Ἀθλητισμοῦ τῆς 12ης Δεκέμβρη 2019 τὸ ἔθιμο του Ἀη - Γιώργη τῆς Νεστάνης ἐγγράφηκε στὸ Ἐθνικὸ Εὑρετήριο Ἄυλης Πολιτιστικῆς Κληρονομιᾶς τῆς Ἑλλάδας. Δὲς τὴ σχετικὴ ἀπόφαση ἐδῶ.
Τὸ ἱστορικὸ
Ἡ γενικὴ συνέλευσης κατοίκων καὶ φορέων τῆς Νεστάνης ποὺ ἔλαβε χώρα στὶς 18 Μαΐου 2017 προκειμένου νὰ συντονιστοῦν οἱ προσπάθειες ἔτσι ὥστε νὰ προχωρήσει τὸ θέμα τῆς ἐγγραφῆς τοῦ ἐθίμου, ἀποφάσισε νὰ ἐξουσιοδοτηθεῖ ὁ ἱστορικὸς Προοδευτικὸς Σύλλογος Νεστάνης καὶ νὰ ἀνατεθεῖ σὲ αὐτὸν ἡ συγκρότηση μιᾶς συντονιστικῆς ὁμάδας ποὺ θὰ ἀποτελεῖται ἀπὸ ἄτομα ποὺ ἡ ἐμπειρία τους, καὶ ἡ γνώση τους γιὰ τὴν ἱστορικὴ διαδρομὴ τοῦ ἐθίμου κρίνεται ἀπαραίτητη ἔτσι ὥστε νὰ βοηθήσουν στὴν ὅλη προσπάθεια γιὰ τὴν ἐγγραφὴ τοῦ ἐθίμου στὸ Ἐθνικὸ Εὑρετήριο.
Τὴν ὁμάδα ποὺ συστήθηκε ἀποτελοῦσαν οἰ:
Γρηγόριος Γκουντάνης
Παναγιώτης Καρώνης
Μαρία Κοντοπάνου
Ἑλένη Μάνιου
Ἀντώνιος Χαραλάμπους.
Μετὰ ἀπὸ περίπου δυὸ χρόνων ἐργασία ἡ ὁμάδα σύνταξε τὰ σχετικὰ ἔγγραφα καὶ κατέθεσε, μαζὶ μὲ τὸν Προοδευτικὸ Σύλλογο Νεστάνης, τὸν φάκελλο στὴ Διεύθυνση Νεότερης Πολιτιστικῆς Κληρονομιᾶς προκειμένου τὸ στοιχεῖο «Ὁ Ἅη - Γιώρης στὴ Νεστάνη Ἀρκαδίας» νὰ ἐγγραφεῖ στὸ Ἐθνικὸ Εὑρετήριο Ἄυλης Πολιτιστικῆς Κληρονομιᾶς. Δὲς τὰ σχετικὰ ἔγγραφα ποὺ ἔχουν ἀναρτηθεῖ στὸν διαδικτυακὸ τόπο τοῦ Ὑπουργείου Πολιτισμοῦ γιὰ τὴν Ἄυλη (κλὶκ ἐδῶ).
Μετὰ τὴν ἐγγραφή του στὸ Ἐθνικὸ Εὑρετήριο ΑΠΚ τῆς Ἑλλάδας τὸ ἔθιμο ἀναρτήθηκε στὴν ἰστοσελίδα http://ayla.culture. Τὸ ὀπτικοακουστικὸ ὑλικὸ εἶναι τοῦ Παναγιώτη Καρώνη. Περισσότερα ἐδῶ.
«Ὁ Ἅη - Γιώρης στὴ Νεστάνη Ἀρκαδίας», λίγα λόγια σχετικὰ μὲ τὸ ἔθιμο
Τὸ ἔθιμο τελεῖται κάθε χρόνο ἀνήμερα τοῦ Ἅγίου Γεωργίου στὴ Νεστάνη Ἀρκαδίας. Τὸ ὅλο ἔθιμο ἀποτελεῖτε ἀπὸ τὸν χορὸ καὶ τὴν πομπή· προηγεῖτε βέβαια ὁ σελινοστολισμὸς τῆς παραδοσιακῆς ποιμενικῆς γκλίτσας μὲ ἀγριοσέλινα καὶ ἄνθη.
Συγκεκριμένα, τὸ πρωὶ τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου, ποὺ πρέπει νὰ θυμήσουμε πὼς εἶναι ἑορτὴ κινητὴ στὸ ὀρθόδοξο ἑοτρολόγιο, οἱ Νεστανιῶτες καὶ οἱ Νεστανιώτισσες ἀφοῦ φορέσουν τὶς παραδοσιακὲς φορεσιές τους, μὲ τὶς γκλίτσες στὸ χέρι, ἀνηφορίζουν κατευθυνόμενοι στὸν βράχο τοῦ Γουλᾶ.
Ἀφοῦ φτάσουν καλοσωρίζουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, ἀνταλλάσοντας εὐχές, καὶ μαζεύουν ἀγριοσέλινα -φυτὸ ποὺ εὐδοκιμεῖ πάνω στὸ βράχο καὶ ποὺ τὸ ἀποκαλοῦν καὶ «Μάη»- καὶ μὲ αὐτὰ στολίζουν τὶς παραδοσιακὲς ποιμενικές τους γκλίτσες, ἀρκετὲς άπὸ τὶς ὁποῖες ἔχουν φτιάξει οἱ ἴδιοι. Ἐν συνεχείᾳ στήνουν χορὸ στὸ μικρὸ ἁλώνι τοῦ Γουλᾶ· μὲς στοῦ Γουλᾶ τ᾿ ἁλώνι, ὅπως χαρακτηριστικὰ λέει καὶ ὁ στίχος στὸ τραγούδι «Τοῦ Ἂη -Γιώργη», τὸ κορυφαῖο, λατρευτικὸ τραγούδι τῆς μέρας.
Στὴ συνέχεια ἀρχίζουν νὰ κατηφορίζουν ἀπὸ τὸν βράχο κάνοντας μιὰ μικρὴ στάση στὰ ριζά του γιὰ νὰ ξαναχορέψουν γιὰ λίγα λεπτά. Συγκεντρώνονται ὅλοι καὶ σχηματίζουν πομπή, χωρισμένοι σὲ δυὸ ὁμάδες, λίγα μέτρα πρὶν τὴ Μονὴ τῆς Παναγιᾶς Γοργοεπηκόου. Ἡ πομπὴ μὲ τοὺς «Ἁγιωρῆτες», ὅπως αὐτοαποκαλοῦνται,  ξεκινᾶ καὶ περνώντας μέσα ἀπὸ τὴ Μονὴ κατηφορίζουν στὸ χωριὸ τραγουδώντας.
Δεύτερη στάση γιὰ χορὸ γίνεται στὸ ἁλώνι τῆς Μονῆς ποὺ βρίσκεται δίπλα στὸ ἐκκλησάκι τοῦ ἁγίου Νεκταρίου.Οἱ τελεστές, τραγουδώντας πάντα τὰ τραγούδια τους, τὰ ὁποῖα λένε ἀντιφωνικά, χωρὶς τὴ συνοδεία μουσικοῦ ὀργάνου, κατέρχονται μέσα στὴ ἀνοιξιάτικη φύση καὶ εἰσέρχονται στὸ χωριό, «φέρνωντας τὸν Ἁγιώρη», ὅπως χαρακτηριστικὰ λένε καὶ οἱ ἴδιοι. Ἀκολουθεῖ τρίτος χορός, ποὺ εἶναι καὶ ὁ κεντρικός, στὸ χοροτάσι «Ἁλώνι τοῦ Παπαγιάννη». Ἡ πομπὴ συνεχίζει τὴν πορεία της μέσα στὸ χωριὸ γιὰ νὰ καταλήξει στὴν κεντρικὴ πλατεία τοῦ χωριοῦ, σημεῖο ὅπου θὰ στηθεῖ ὁ τελυταῖος χορός, ἀλλὰ καὶ σημεῖο ὁπου τὸ ὅλο δρώμενο θὰ ὁλοκληρωθεῖ.
Τὰ τραγούδια ποὺ ἀκούγονται στὸ ἔθιμο εἶναι τραγούδια λατρευτικά, ἡρωικὰ καὶ κυρίως ἐρωτικά. Χωρίζονται δὲ σὲ δυὸ μεγάλες κατηγορίες. Στὰ χορευτικὰ καὶ στὰ τραγούδια «τοῦ δρόμου» ὅπως χαρακτηριστικὰ τὰ ὀνομάζουν οἱ Νεστανιῶτες καὶ οἱ Νεστανιώτισσες· Road Songs τὰ ὀνομάζει ὁ Ἀρκάδας μουσικολόγος Σωτήριος Τσιάνης στό: Sotirios Chianis, Folk Songs of Mantineia, (Berkeley/Los Angeles: University of California Press, 1965), ὁ ὁποῖος ἔκανε καταγραφὲς στὴ Νεστάνη τὸ 1959. Τραγούδια χορωδίας/τοῦ δρόμου τὰ ὀνομάζει ὁ Παναγιώτης Καρώνης στὸ βιβλίο του μὲ τὶς καταγραφὲς τῶν νεστανιώτικων τραγουδιῶν ὑπὸ τὸν τίτλο Τραγούδια τῆς Νεστάνης (Ἐκδόσεις Τὸ Δόντι, Πάτρα 2013).





Στολισμὸς τῆς ποιμενικῆς γκλίτσας μὲ ἀγριοσέλινο καὶ ἄνθη πάνω στὸ βράχο τοῦ Γουλᾶ. Στὸ βάθος διακρίνεται ἡ Μαντινειακή πεδιάδα καὶ ἡ οροσειρά τοῦ Μαινάλου, (2008).


Πρῶτος χορὸς τῆς Ἄνοιξης μὲ τὶς σελινοστολισμένες γκλίτσες στὰ χέρια, «μὲς στοῦ Γουλᾶ τ' ἁλώνι». Στὸ βάθος διακρίνεται τὸ ὄρος Ἀρτεμίσιο, (2008).


Οἱ τελεστές, φορώντας τὶς «πουκαμίσες» καὶ μὲ τὶς σελινοστολισμένες γκλίτσες στὸ χέρι χορεύουν στὸ ἁλώνι τοῦ Γουλᾶ. Ἡ παραδοσιακὴ πουκαμίσα φτιαγμένη ἀπὸ πανὶ ὑφασμένο στὸν ἀργαλειὸ καὶ ραμμένη ἀπὸ τὶς Νεστανιώτισσες μοδίστρες, φοριέται σήμερα πάνω ἀπὸ τὰ ροῦχα καὶ ἀποτελεῖ τὴ βασικὴ παραδοσιακὴ ἀνδρικὴ ἐνδυμασία, (1993).


Τραγούδι καὶ χορὸς ἀποτελοῦν δυὸ βασικὰ στοιχεῖα τοῦ ἐθίμου τοῦ Ἅη-Γιώργη στὴ Νεστάνη Ἀρκαδίας. Ἐδῶ οἱ «Ἀγιωρῆτες», ὅπως αὐτοαποκαλοῦνται, τραγουδοῦν καθὼς ἡ πομπὴ κατέρχεται στὸ χωριό, (1996).


Ἡ πομπὴ του Ἅη - Γιώργη στὴ Νεστάνη Ἀρκαδίας καθὼς τραγουδᾶ στὶς σκάλες τοῦ μοναστηριούῦ (1995).


 
Μὲ τὶς σελινοστολισμένες γκλίτσες στὰ χέρια, ποὺ τὶς ἀποκαλοῦν καὶ «Μάηδες», οἱ Νεστανιῶτες τελεστὲς τοῦ η Γιώργη τραγουδοῦν καθὼς ἡ πομπὴ κατέρχεται στὸ χωριό, (1995).


Χορὸς τοῦ Ἅη-Γιώργη στὴ Νεστάνη Ἀρκαδίας στὸ χοροστάσι τοῦ χωριοῦ «Ἁλώνι τοῦ Παπαγιάννη» ποὺ βρίσκεται μπρὸς ἀπὸ τὸν ναὸ τῆς Εὐαγγελιστρίας, (1996).


Χορὸς τοῦ Ἅη-Γιώργη στὴ Νεστάνη Ἀρκαδίας. Οἱ Νεστανιώτισσες μὲ τὶς παραδοσιακὲς φορεσιές τους στὸ χοροστάσι «Ἁλώνι τοῦ Παπαγιάννη», (2012).


Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2019

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΝΕΣΤΑΝΗΣ - «Τὸ μάθατε τ᾿ ἐγίνει»






ΤΟ ΜΑΘΑΤΕ Τ᾿ ΕΓΙΝΕΙ
Tὸ μάθατε τ’ ἐγίνει τὴν Παρασκευὴ
ποὺ κλέφτηκε ἡ Ζωίτσα μὲ τὸν Κωνσταντή,
μώρ’ Ζωὴ τοῦ Λειβαδίτη καὶ τοῦ Κεφολοσταλίτη.
Ρωτᾶνε τὸν Γκαλιούρη πού ‘ταν μυλωνάς,
– Γιωργὴ νὰ μὴν τοὺς εἶδες πούθε γείρανε;
– Πέρα στὸ ρέμα πᾶνε βγῆκαν στὴ Σπαθιά*
κι ἀπ’ τὸν Ἅη ‘λιὰ** περνᾶνε πᾶν’ στὰ Τσιπιανὰ***
καὶ στὰ Τσιπιανὰ ποὺ πᾶνε τῆς Βασιλικῆς μιλᾶνε:
– Πού ‘σαι θειὰ Βασιλική, φέρε μας κι ἕνα ρακί,
φέρε μας κι ἀπό ‘να ρόμι**** τ’ ἐπαγώσαμε στὸ χιόνι.
Λειβαδίτη κερατὰ γιὰ δὲ δίνεις τὰ προικιὰ
καὶ τὴ κεντηστὴ ποδιὰ νὰ πάει ἡ Ζωὴ στὴν ἐκκλησιά,
γιὰ δὲ δίνεις καὶ τὸ στρῶμα καὶ τί καρτερεῖς ἀκόμα.


Σχολιασμός:
Τὸ τραγούδι ἀναφέρεται στὸ ἀληθινὸ περιστατικό δυὸ νέων ἀπὸ γειτονικὸ χωριὸ ποὺ ἀναγκάστηκαν νὰ κλεφτοῦν ἀφοῦ ὁ πατέρας τῆς νύφης δὲν ἔδινε τὴ συγκατάθεσή του, ἀλλὰ οὔτε καὶ τὴν προίκα, προκειμένου νὰ γίνει ὁ γάμος.

Σημειώσεις:
* Τοπωνύμιο στὸ ὄρος Ἀρτεμίσιο.
** Τοπωνύμιο στὸ ὄρος Ἀρτεμίσιο ὅπου ὑπάρχει καὶ ὁμώνυμο ξωκκλήσι.
*** Ἡ Νεστάνη ὀνομαζόταν κατὰ τὸν Μεσαίωνα Τσιπιανά. Ὡς Νεστάνη τὴν ἀναφέρει ὁ περιηγητὴς τοῦ 2ου μ. Χ. αἰώνα Παυσανίας, (VIII, 7. 4). Κατὰ τὸν 13ο αἰώνα μ. Χ. ἀναπτύχθηκε ποιμενικὸς οἰκισμός ποὺ ἄκμασε ἐπὶ Φραγκοκρατίας πάνω στὸν ἀπόκρημνο βράχο τοῦ Γουλᾶ, σημεῖο ὅπου χτίστηκε τὸ κάστρο Cipiana· ἐρείπια τοῦ ὁποίου ὁ ἐπισκέπτης μπορεῖ νὰ δεῖ ἀκόμα καὶ σήμερα. Ἡ ὀνομασία πιθανότατα προέρχεται ἀπὸ τὸν τσιτακισμὸ (κ=τσ) τῆς λέξεως Κηπιανά, ὀνομασία ποὺ σχετίζεται μὲ τὸ ὅτι στὸ χωριό -ποὺ εἶναι πλούσιο σὲ νερά- ὑπῆρχαν πολλοί κήποι. Άλλη ἐκδοχὴ μᾶς παραδίδει πὼς ἡ ὁνομασία Τσιπιανά σχετίζεται μὲ τὸ ὅτι ἡ περιοχή -ποὺ ἦταν πλούσια σὲ ἀμπέλια- ἔβγαζε τσίπουρο. Τὸ χωριὸ πῆρε καὶ πάλι τὸ ἀρχαῖο του ὄνομα Νεστάνη τὸ 1927.
**** Ρούμι.

Πηγὴ πληροφοριῶν

ΚΑΡΩΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ, «ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΝΕΣΤΑΝΗΣ», Ἐκδόσεις Τὸ Δόντι, Πάτρα, 2013.
Video: Τραγουδάει ἡ Νεστανιώτισσα, Χρυσούλα Τσιόγκα (1930-2019).
© Copyright: Παναγιώτης Καρώνης καὶ ἐκδόσεις Τὸ Δόντι, μὲ τὴν ἐπιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος.


Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2019

Παρουσίαση τοῦ βιβλίου: «ΤΑ ΥΔΑΤΑ ΤΩΝ ΠΗΓΩΝ & Η ΦΙΛΙΠΠΕΙΟΣ ΚΡΗΝΗ ΤΗΣ ΝΕΣΤΑΝΗΣ - Ἱστορία, μύθοι καὶ θρύλοι»




Παρουσιάστηκε στὴ Νεστάνη μπροστὰ ἀπὸ τὴ Φιλίππειο κρήνη τὸ βιβλίο: «ΤΑ ΥΔΑΤΑ ΤΩΝ ΠΗΓΩΝ ΚΑΙ Η ΦΙΛΙΠΠΕΙΟΣ ΚΡΗΝΗ ΤΗΣ ΝΕΣΤΑΝΗΣ - Ἱστορία μύθοι καὶ θρύλοι»
Παρουσιάστηκε τὴν Τρίτη 13 Αὐγούστου 2019 τὸ βιβλίο τοῦ Παναγιώτη Καρώνη: ΤΑ ΥΔΑΤΑ ΤΩΝ ΠΗΓΩΝ & Η ΦΙΛΙΠΠΕΙΟΣ ΚΡΗΝΗ ΤΗΣ ΝΕΣΤΑΝΗΣ - Ἱστορία, μύθοι καὶ θρύλοι, ποὺ κυκλοφορεῖ ἀπὸ τὶς Ἐκδόσεις «ΤΟ ΔΟΝΤΙ».
Ἡ παρουσίαση ἔγινε μπροστὰ ἀπὸ τὴ Φιλίππειο κρήνη τῆς Νεστάνης.
Τὸ βιβλίο παρουσίασαν: ὁ Βασίλης Παναγόπουλος, Λαογραφικὴ Ἑστία Τρίπολης καὶ ὁ συγγραφέας Παναγιώτης Καρώνης.
Χαιρετισμὸ ἀπεύθυναν ὁ Δήμαρχος Τριπόλεως κ. Δημήτριος Παυλῆς καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Προοδευτικοῦ Συλλόγου Νεστάνης κ. Σταῦρος Παπασταύρου.





Εἰσήγηση τοῦ Βασίλη Παναγόπουλου
Καλησπέρα σας καὶ ἀπὸ ἐμένα. Μὲ τοὺς περισσότερους γνωριζόμαστε. Ἔτσι γνωρίστηκα καὶ μὲ τὸν Παναγιώτη πρὶν κάποια χρόνια. Δηλαδὴ ἐρχόμουν στὸ χωριό, ἔγραφα, κατέγραφα, ρωτοῦσα· σιγὰ - σιγὰ γνωρίστηκα μὲ πολλούς, καὶ μὲ τὸν Παναγιώτη, καί... ἔμεινα στὸν Παναγιώτη.
Ὡραία βραδιά, ὡραῖο περιβάλλον, ἀρκετοὶ ποὺ ἤρθατε ἀπόψε ἐδῶ θὰ ἀναρωτιέστε: Μὰ τώρα τί θὰ κάνουμε, θὰ μιλήσουμε γιὰ μιὰ βρύση; Γιὰ νὰ πῶ τὴν ἀλήθεια κάπως ἔτσι ἀναρωτήθηκα κι ἐγὼ ὅταν μοῦ πρότεινε ὁ Παναγιώτης  -σ᾿ ἑνα ταξίδι ποὺ καναμε τώρα τῆς Ἀπόκριες στὴ Βόρεια Ἑλλάδα, καὶ εἴχαμε τὴν εὐκαιρία νὰ τὰ ποῦμε- νὰ παρουσιάσουμε τὸ βιλίο. Ὅταν ἄρχισα νὰ τὸ διαβάζω πρὶν ἀπὸ λίγες μέρες ποὺ μορφοποιήθηκε τὸ βιβλίο καὶ μοῦ ἔστειλε τὰ τελικὰ κείμενα, ἄρχισαν καὶ σὲ μένα νὰ τρέχουμε οἱ σκέψεις νεράκι -ὅπως τρέχει ἀπὸ πίσω μας τώρα. Καθόμαστε μπρὸς ἀπὸ μιὰ βρύση. Τώρα ἢ ἐμεῖς θὰ μιλήσουμε γι᾿ αὐτὴν ἢ αὐτὴ θὰ μιλήσει ἀπὸ μόνη της γιὰ σᾶς. Τὶ ἐννοῶ γιὰ σᾶς; Γιὰ τὶς ἱστορίες τοῦ χωριοῦ.
Οὐσιαστικὰ αὐτὴ ἦταν ἡ ἀφορμὴ καὶ γιὰ τὸν Παναγιώτη, ἔστι ὅσο προχωροῦσε ὁ χρόνος τοῦ ἔρχονταν μνῆμες, ἀλλὰ ὅσο προχωράει ἡ ἀποψινὴ βραδιὰ θὰ δεῖτε πὼς θά ᾿ρχονται καὶ σὲ σᾶς μνῆμες· δικές σας μνῆμες ποὺ ἀφοροῦν βέβαια τὸ χωριὸ καὶ συγκεκριμένα τὴ βρύση. Τὴν Πέρα βρύση, ὅπως τὴ λέτε.
Τὸ πρῶτο σημαντικὸ εἶναι πὼς βρισκόμαστε ἐδῶ, μπροστά της. Δηλαδὴ τί ἐννοῶ; Δὲν εἶναι μόνο τὸ ὑλικό, μπορεῖ ἡ βρύση νὰ εἶναι παλιά -συγκεκριμένα τοῦ 1840- ἡ πηγὴ εἶναι ἀκόμα πιὸ παλιά, ποὺ τὴν ἀναφέρει καὶ ὁ Παυσανίας. Μπροστά της καθόμαστε κάποιοι ἀνθρώποι. Δὲν εἶναι ἄδειο τὸ χωριό, εἶναι ἕνα γεμάτο χωριό, δηλαδὴ ἕνα χωριὸ ποὺ ἔχει ἔμψυχο ὑλικό, καὶ εἰδικὰ αὐτὴ τὴν ἐποχὴ ἔχει πολὺ κόσμο. Πἀντα οἱ κάτοικοι γυρίζουν πίσω. Ἐσεῖς ποὺ ἔχετε τὴν ἔννοια τῆς βρύσης, ποὺ εἶναι στὸ μυαλό σας, ὅσο καὶ ἂν δὲν τὸ καταλαβαίνεται ὅσο κι ἂν δὲν εἶναι στὴν καθημερινή σας σκέψη σας, εἶστε ἐσεῖς ποὺ τὴν ὀμορφαίνεται τὴν καλλωπίζετε -ὅπως εἶπε ὁ πρόεδρος- καὶ σᾶς τὸ ἀνταποδίδει μὲ τὴν παρουσία της στὴ ζωή σας· γιατὶ οἱ κρῆνες δὲν γίνονται τυχαῖα σημεῖο ἀναφορᾶς. Σὲ ἕνα χωριό, μιὰ βρύση, μιὰ κρήνη, δὲν εἶναι ἕνα τυχαῖο σημεῖο, ποὺ, ὡραῖα, τρέχει νερὸ καὶ τίποτα ἄλλο.
Οἱ κρῆνες εἶναι ὁρόσημα τῆς συλλογικῆς μνήμης τῶν κατοίκων τοῦ χωριοῦ, εἶναι ζωτικῆς σημασίας. Εἶναι σὰ νὰ εἶναι τὸ χωριὸ ἕνας ὀργανισμός, καὶ οἱ βρύσες ποὺ τρέχουνε νὰ εἶναι τὰ ὄργανά του, οἱ φλέβες του. Δὲν εἶναι ἕνα στεγνὸ ἀπομεινάρι μιᾶς μακρινῆς ἐποχῆς. Τρέχει νερό, καὶ οὐσιαστικὰ δὲν τρέχει τὸ νερό, τρέχει ὁ χρόνος μέσα άπὸ τοὺς κρουνοὺς καὶ συνεχίζει καὶ ἔρχεται μέχρι τὶς μέρες μας!! Καὶ πιὸ πρακτικά, εἶναι τὸ κεντρικὸ σημεῖο τοῦ χωριοῦ, εἶναι ἡ ζωογόνος φλέβα τοῦ χωριοῦ -ἡ ἀρτηρία τῆς ζωῆς τοῦ χωριοῦ!
Κάθε βρύση, σὲ κάθε χωριό, ταυτίζεται μὲ τὴ ζωὴ τῶν κατοίκων καὶ γίνεται ἕνα μέλος τῆς κοινωνίας -τρόπων τινά- τοῦ χωριοῦ. Εἶναι -μαζὶ μὲ τὶς ἱστορίες ποὺ κουβαλάει- ἕνα στοιχεῖο ἀπὸ τὸ κάθε χωριὸ μαζί μὲ τοὺς κατοίκους του. Σημεῖο ἀναφορᾷς εἶναι πρῶτα - πρῶτα γιατὶ εἶναι σημεῖο συνάντησης. Δηλαδή, σὲ κάθε βρύση -τὰ ξέρετε βέβαια οἱ παλιότεροι πολὺ καλύτερα- συναντιόντουσαν γιὰ νὰ πλύνουν, γιὰ νὰ ποτίσουν τὰ ζωντανά τους, γιὰ νὰ συζητήσουνε τὰ καλὰ, τὰ κακά, καὶ γιὰ νὰ συναντηθοῦνε –δηλαδὴ ὑπάρχουνε καὶ οἱ ἔρωτες.
Ὑπάρχουν πολλὰ τραγούδια παραδοσιακὰ -καὶ ἐδῶ ὁ Παναγιώτης παραθέτει στὴν εἰσαγωγὴ στὸ βιβλίο μερικά, ὅπως καὶ δίστιχα- ποὺ ἀναφέρονται στὶς βρύσες τῶν χωριῶν, στὶς κρῆνες, ἀλλὰ καὶ στὸ νερό. Χθὲς εἴμαστε μὲ τὸν Παναγιώτη σὲ μιὰ ἄλλη παρουσίαση τοῦ λευκώματος ἑνὸς φίλου, σ᾿ ἕνα ὅμορο νομό, καὶ γυρνώντας ἀκούγαμε ἕνα τραγούδι στὸ αὐτοκίνητο, καὶ μοῦ μείμανε τὰ λόγια. Δὲν εἶναι τοπωνύμια ἢ χωριὰ τοῦ δικοῦ μας νομοῦ, ἀλλὰ εἶναι χαρακτηριστικό:
Στὴν Κρεμαστὴ θὰ κερμαστῶ καὶ στὸ Μαρὶ θὰ γιάνω
καὶ στὴν καημένη Κουνουπιὰ θὰ πέσω νά πεθάνω.
Πανάθεμά σε Κρεμαστὴ πού ᾿σε μέσα στὸ ρέμα.
Πᾶν᾿ τὰ κορίτσι γιὰ νερό, γυρίζουν φιλημένα.
Θὰ σὲ χτίσω κυπαρίσσι μὲς τῆς Κρεμαστῆς τὴ βρύση,
νά ᾿ρχονται ξανθιὲς νὰ πλένουν μαυρομάτες νὰ λευκαίνουν.
Στὴν βρύση δὲν ξαναπερνῶ, δὲν ξανακάνω βόλτες
γιατὶ μοῦ τὰ σφραγίσαμε παράθυρα καὶ πόρτες.
Κορίτσι, ὅταν τρῶτε έλιὲς κουκούτσια μὴ πετάτε
καὶ στὰ παιδιὰ τ᾿ ἀνύπαντρα χατίρια μὴ χαλάτε.
Ὅλα γύρω ἀπὸ τὴ βρύση, τοὺς ἔρωτες. Ὅλα! Τὰ νερὰ ποὺ τρέχουνε, ποὺ διατρέχουμε τὰ χωριά μας καὶ εἶναι ἡ ζωογόνος-ζωοδότις δύναμη γιὰ τὸ κάθε χωριό, δὲν συνδέθηκαν μόνο μὲ τὴν κοινωνικότητα κάθε χωριοῦ. Συνδέθηκαν καὶ μὲ τοὺς θρύλους του, μὲ τὶς ἱστορίες του· ἀκούστηκαν δὲ μὲ τὴν προφορικὴ παράδοση καὶ διαδόθηκαν μέσω αὐτῆς. Λέγανε ὅτι τὰ φυλάγανε -συνήθως τὶς πηγές, ἀλλὰ καὶ τὰ πηγάδια, τὰ νερά, τὰ ποτάμια, τὶς λίμνες- δράκοντες, δηλαδὴ μυθικὰ ὄντα ποὺ στέκονταν καὶ προκειμένου νὰ τὰ προστατέψουν ἔδιναν μάχες μὲ ὅσους τὰ ἐπιβουλεύονταν.
Οἱ λίμνες καὶ τὰ ποτάμια συνδέθηκαν πάλι μὲ τὶς μυθικὲς Ναϊάδες, τὶς Νεράιδες τῶν λαἰκῶν παραμυθιῶν. Ἂν ποῦμε τώρα ἐδῶ πέρα νὰ θυμηθεῖτε ἱστορίες, ὅλο καὶ κάποιος-κάποια θὰ θυμηθεῖ παραμύθια ποὺ λέγανε μὲ Νεράιδες. Οἱ Νεράιδες, λέγανε ὅτι ζούσανε σὲ ποτάμια, λίμνες, πηγές· κάποιοι τὶς ἄκουγαν -νόμιζαν τὶς ἄκουγαν, τὶς ἄκουγαν, τὸ ἀφήνω ἀναπάντητο- νὰ παίζουν καὶ νὰ τραγουδᾶνε μέσα στὰ δάση. Ἐν τῷ μεταξὺ ἦταν καὶ τὸ μέσο ποὺ φοβίζανε τὰ παιδιὰ καὶ τοὺς λέγανε: «μὴν πᾶς έκεῖ θὰ σὲ πάρουν οἱ Νεράιδες, δὲν τὶς ἀκοῦς;», γιὰ νὰ τὰ ἀποτρέψουνε ἀπὸ τὸ πάθουν κάποιο ἀτύχημα. Οἱ νέοι ἔπρεπε νὰ προσέχουνε στὸ διάβα τους νὰ μὴν νεραϊδοπαρθοῦνε, νὰ μὴν τοὺς πάρουν τὰ μυαλὰ οἱ Νεράιδες, γιατὶ ἐπιβουλεύονταν ὑποτίθεται τὰ νιάτα τους καὶ τὴν ὀμορφιά τους καὶ θὰ τοὺς ἔπερναν. Σὲ κάθε χωριὸ ὑπάρχουν τέτοια περιστατικὰ ποὺ λένε ὅτι κάποιους τοὺς νεραϊδοπῆραν. Ἐδῶ, ὁ Παναγιώτης, ἀναφέρει χαρακτηριστικὰ τὸν γνωστὸ Νέραϊδο ποὺ ἔφυγε πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια, καὶ ἦταν ἐπικεφαλῆς τοῦ χοροῦ καὶ τῆς πομπῆς τοῦ Ἅη Γιώργη κάθε χρόνο. Οἱ Νεράιδες, ὡς σύμβολα γονιμότητας εἶχαν συνδεθεῖ στενὰ μὲ τὴ λατρεία τοῦ δικοῦ μας Πάνα· ἐδῶ, στὰ μέρη μας. Ὑποτίθεται ἦταν μιὰ παρέα ποὺ γυρνάγανε στὰ βουνά, τὸν συντροφεύατε, παίζανε, χορεύανε μαζί του, πάντα κοντὰ στὶς κρῆνες, στὶς βρύσες, στὶς πηγές.
Εἶναι σαφῆς ἡ τελετουργικὴ σχέση ποὺ ἀναπτύχθηκε σὲ σχέση μὲ τὰ νερὰ τῶν πηγῶν, τῶν κρηνῶν, τῶν ποταμιῶν. Συχνὰ τοὺς ἀποδίδεται μιὰ δύναμη ἱερή, σχεδὸν μαγική, γεμάτη θεραπευτικές, καθαρτήριες καὶ ἀναγεννητικὲς ἰδιότητες. Ἀκοῦμε φράσεις, ὅπως: «τὸ άθάνατο νερό», «ἡ πηγὴ τῆς νεότητας», «τὸ νερὸ τῆς ζωῆς». Ἕνας μεγάλος ἀριθμὸς ἀπὸ λατρείες καὶ τελετουργίες συγκεντρώνονταν σὲ πηγές, ρυάκια, ποτάμια, βρύσες, πηγάδια, εἶχε ριζώσει ἡ λατρεία τῶν νερῶν στὴ λαϊκὴ πίστη, στὴ λαϊκὴ παράδοση.
Παράλληλα, στὸ νερὸ ἀποδίδανε καὶ μαντικὲς ἰδιότητες. Ἔτσι μέσα στὰ ἄλλα μαντικὰ ἔθιμα στὴν Ἑλλάδα ὑπῆρχαν καὶ τὰ μαντικὰ ἔθιμα ποὺ εἶχαν σχέση μὲ τὸ νερό. Παράδειγμα τρανὸ ὁ Κλήδονας -σὲ μερικὰ μέρη τὸν λένε Κουκουμά- ποὺ γινότανε στὸ θερινὸ ἡλιοστάσιο, στὸ εἰκοσαήμερο περίπου τοῦ Ἰουνίου ποὺ ἀλλάζει τὸ ἡλιοστάσιο. Τὰ κορίτσι ἔπερναν τὸ νερὸ ἀποβραδὶς καὶ ἔπρεπε νὰ τὸ πᾶνε ἀμίλητες σπίτι, νὰ ρίξουν σὲ μιὰ στάμνα τὰ ριζικάρια, δηλαδὴ τὰ δαχτυλίδια τους, τὰ τιμαλφή τους. Τὸ σκεπάζανε ὅλη νύχτα μὲ μιὰ κόκκινη πετσέτα καὶ τὸ ἄφηναν κάτω ἀπὸ τὰ ἄστρα γιὰ νὰ ἀποχτίσει μαγικὲς ἱδιότητες, καὶ τὸ πρωὶ ὑποτίθεται θὰ ἄκουγαν τὸν χρησμὸ γιὰ τὸ ἂν θὰ παντρευτοῦνε. 
Ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὰ παλιὰ χρόνια προσπάθησε νὰ δαμάσει τὸ νερό. Προσπάθησε ὅμως καὶ νὰ τὸ ἀφουγκραστεῖ στὴν προσπάθειά τους νὰ ἐξηγήσει τὸ φυσικό του περιβάλλον, γιατὶ τὸ νερὸ ἔβγαινε ἀπ᾿ τὴ γῆ, ἀπ᾿ τὰ ἔγκατα, ἀλλὰ νὰ ἀποτρέψει καὶ γεγονότα ἀρνητικὰ γι᾿ αὐτὸν καὶ τὴν κοινωνία ποὺ ζοῦσε, ὁδηγήθηκε σὲ μιὰ σειρὰ πράξεων συμβολικοῦ χαρακτήρα. Γιὰ παράδειγμα ὅταν μιὰ γυναίκα πάει νὰ γεννήσει, ρίχνουνε νερὸ γιὰ νὰ κυλίσει τὸ μωρὸ «σὰ νεράκι» -νὰ γεννήσει εὔκολα, ἀνώδυνα. Βέβαια αὐτὰ δὲν γίνονται σήμερα, ἀλλὰ ὑπάρχουν ἀνθρώποι ποὺ ἔχοντάς τα ζήσει, μᾶς τὰ περιγράφουν. Ἐπίσης ὅταν φεύγει κάποιος γιὰ ταξίδι ἔριχναν νερό. Ἐγώ τὸ θυμήθηκα αὐτὸ ἀπὸ τὴ γιαγιά μου, ποὺ ἔριχνε νερὸ στὸ διάβα του γιὰ νὰ εἶναι «καλὸς ὁ δρόμος ποὺ φεύγει». Καὶ πολλὲς φορὲς αὐτὸ γίνονταν καὶ ἐδῶ μιὰ καὶ εἶναι χωριὸ ξενιτεμένων, ἔτσι μαζὶ μὲ τοὺς ἀποχαιρετισμοὺς ἔριχναν καὶ νερὸ στὸ διάβα του.
Κάποτε, ὅταν ὑπῆρχε ὁ θεσμὸς τῆς προίκας, σὲ πολλὰ μέρη ποὺ ἦταν ἄνιδρα, ξερά, ὅπως ἡ Μάνη, ἕνα στοιχεῖο βασικό, ἀκόμα πιὸ βασικὸ κι ἀπὸ τὰ ροῦχα, ἀπὸ τὰ τιμαλφὶ τῆς νύφης, ἂς ποῦμε, ἦταν νὰ πάρει προίκα μιὰ στέρνα – τὴ λέγανε Γλυστέρνα- δηλαδὴ ἦτανε σηματικὸ νὰ ἔχει μιὰ στέρνα ἡ ὁποία θὰ συλλέγει τὸ βρόχινο νερό, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ κάνουν τὶς δουλειές τους. Σ᾿ ἄλλα μέρη μετὰ τὴν τελετὴ τοῦ γάμου καὶ τὸ καθιερωμένο γλέντι μὲ τοὺς συγγενεῖς, κατὰ τὸ πρωί, τὰ ξημερώματα, ἡ νύφη πήγαινε κι ἔπαιρνε νερὸ ἀπὸ τὴ βρύση, τὸ ἔφερνε καὶ ἔδινε νὰ πιοῦν οἱ καλεσμένοι σὰν εὐχαριστία πρὸς τοὺς καλεσμένους μετὰ τὸ γλέντι τοῦ γάμου. Ἐπίσης εἶναι γνωστὸ στὰ μέρη μας καὶ γίνεται ἀκόμα, μὲ τύπο ἐθιμοτυπίας, τὸ λούσιμο τῆς νύφης τὶς παραμονὲς τοῦ γάμου· καὶ βέβαια ὐπάρχουν τὰ σχετικὰ τραγούδια ποὺ λέγονται· θὰ τὰ βρῆτε στὸ προηγούμενο πολὺ καλὸ βιβλίο τοῦ Παναγιώτη ποὺ ἀναφέρεται στὸ πῶς γίνονταν ὁ γάμο παλαιότερα στὴ Νεστάνη. Μὴν ξεχνᾶμε πάλι τὴν παρουσία τοῦ νεροῦ στὸ Δωδεκαήμερο, τὸν ἁγιασμὸ τῶν ὑδάτων μὲ τὰ καλλικατζάρια ποὺ ὑποτίθετει πὼς ὁ παπᾶς καταβρέχει μὲ αὐτὸ τὸ νερὸ ποὺ εἶναι ἁγιασμένο, καὶ ἔτσι φεύγουν τὰ πάντα. Καὶ βέβαια τὸ ἔθιμο τῆς Περπερούνας ποὺ ὑπῆρχε σὲ πολλὰ μέρη τῆς Ἑλλάδας, ὅταν ἐπικρατοῦσε ἀνομβρία, γινόταν πολλὲς φορὲς τὸ ἑξῆς: Βρίσκανε ἕνα ἀγοράκι ἢ κοριτσάκι – τὶς περισσότερες φορές κοριτσάκι- καὶ μάλιστα ὀρφανό, γιατί, γιὰ νὰ τὸ λυπηθεῖ ὁ Θεὸς λέει, στὴ συνέχεια τοῦ φοράγανε κλαριά, καὶ τὸ περιφέρανε μὲ ἕνα συγκεκριμένο τραγούδι ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι -σὰν τὰ κάλαντα φανταστεῖτε- καὶ τὸ καταβρέχανε οἱ νοικοκυρές: Περπερούνα περπατεῖ τὸ θεὸ παρακαλεῖ γιὰ νὰ ρίξει μιὰ βροχή. Παραλλαγὲς τοῦ ἐθίμου καταγράφονται σὲ διάφορες περιοχὲς τῆς Ὲλλάδας. Ἐσχάτως σὲ κάποια καταγραφὴ ποὺ ὑπάρχει, ἀλλὰ ποὺ δὲν ἔχει διασταυρωθεῖ, ὑπῆρχε καὶ ἡ περίπτωση τῆς Περπερούνας μὲ τὴν ὀνομασία Πιρπιρίτσα ἢ Πιπερίτσα, στὴν Τρίπολη, τὴν ὁποία δὲν τὴν πρόλαβε κανείς, ἀλλὰ ὑπῆρχε. Τὰ περισσότερα στοιχεῖα, τὰ ἱστορικά, θὰ σᾶς τὰ περιγράψει στὴ συνέχεια ὁ Παναγιώτης ὁ ὁποῖος εἶναι μανιακὸς μὲ τὸ διάβασμα, δηλαδὴ αὐτὸ κάνει, στὸ τέλος δὲν θὰ χωράει στὸ σπίτι νὰ μπεῖ ἀπὸ τὰ βιβλία.
Λοιπὸν τὸ νερό! Κατανοοῦμε βέβαια τὸ πόσο σημαντικὸ ἤτανε γιὰ νὰ ἔχουνε τόσες ἀναφορὲς ὑπάρξει στὴ λαϊκή μας παράδοση γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τῆς Ἑλληνικῆς ὑπαίθρου. Ἐδῶ, στὰ Τσιπιανά, ὁ Πάνος Καρώνης μᾶς πληροφορεῖ στὸ βιβλίο του ὅτι αὐτὸ ἤτανε τὸ μοναδικὸ καὶ τὸ βασικὸ αἴτημα πρὸς τὸν εὐπατρίδη Νεστανιώτη Στρατηγό, τὸν Θεοδόσιο Ρεβελιώτη ποὺ ἤτανε στὴ Ρωσία, ὅταν τοὺς ρώτησε «τί θέλετε νὰ κάνω γιὰ τὸ χωριό», τοῦ ἀπάντησαν, «θέλουμε μιὰ βρύση». Αὐτό! Φανταστεῖτε πόσο σημαντικὸ ἦταν τὸ 1840, σχεδὸν δέκα χρόνια ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ νεότερου Ἑλληνικοῦ κράτους. Ἐδῶ βλέπουμε πάλι μιὰ ἄλλη παράμετρο καὶ τὸ συνδέουμε μὲ αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Πρόεδρος τοῦ Προοδευτικοῦ Συλλόγου γιὰ τοὺς εὐεργέτες. Ἀπὸ τότε οἱ Νεστανιῶτες ἐνδιφέρονταν γιὰ τὴ πατρίδα τους, καὶ ὁ Θεοδόσιος Ρεβελίωτης ἕνας Νεστανιώτης τῆς διασπορᾶς ἤτανε. Δὲν ξέχασε τοὺς ἀνθρώπους τοῦ χωριοῦ του, τοὺς βοήθησε, ἔγραψε ἕνα γράμμα, τοὺς ρώτησε «σὲ τί θέλετε νὰ σᾶς βοηθήσω». Κοιτάξτε τώρα τὴ συνέχεια πέριξ τῆς βρύσης... Ὁ περιβάλλοντας χῶρος, μάντρες, οἱ τοῖχοι κ.λπ. Δεῖτε τὴ συνέχεια ποὺ ὑπάρχει... Τὸ ἀναφέρω μιὰ καὶ αὐτὸ τὸν καιρὸ τὸ χωριὸ εἶναι γεμάτο ἀπὸ ἀπόδημους Νεστανιῶτες. Κάθε χρόνο ἐπιστρέφουνε ἐδῶ, στὸν τόπο τους!
Αὐτὸ κάνει καὶ ὁ Παναγιώτης ὁ Καρώνης. Πάντα ἐπιστρέφει ἐδῶ, εἴτε μὲ τὰ βιβλία του, εἴτε μὲ τὴ φυσική του παρουσία. Δὲν διανοεῖται νὰ λείπει κάθε χρόνο ἀπὸ τὸ ἔθιμο. Δὲν διανοεῖται νὰ λείπει ἀπὸ ἄλλες στιγμὲς ποὺ εἴτε εἶναι οἰκογενιακὲς εἴτε εἶναι στιγμὲς συλλογικές -συλλογικῆς γιορτῆς τοῦ χωριοῦ. Ἥ μᾶλλον, μπορεῖ νὰ μὴν ἔφυγε καὶ ποτέ. Δηλαδὴ νὰ εἶναι ἐδῶ ὸ Παναγιώτης ἀλλὰ νὰ κατοικεῖ στὴν Πάτρα. Κάπως ἔτσι τὸ καταλαβαίνω ἐγὼ, ἀλλὰ ἔτσι αὐτοπροσδιορίζεται καὶ στὸ βιβλίο του ὅταν λέει ὅτι «ζεῖ μετάξὺ Πάτρας καὶ Νεστάνης»! Μᾶλλον αὐτὸ ἐννοεῖ, ὅτι κατοικεῖ ἐκεῖ πέρα καὶ εἶναι ἐδῶ. Ἡ ἀγάπη του ἐκφράζεται μέσω τῶν βιβλίων καὶ τῶν πολλαπλῶν ἀναφορῶν του. Ὅτι γράφει συνέχεια καὶ ὅτι θέλει νὰ γράψει γιὰ κάθε τί ποὺ ἀφορὰ τὸν τόπο του, μᾶλλον δείχνει καὶ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὸ χωριό· ἔτσι τὸ εἰσπράττω δὲν εἶναι ἀπὸ προσωπικὴ φιλοξοξία. Ὁ ὀμφάλιος λῶρος τὸν κρατάει ἐδῶ δεμένο.
Καὶ τὸ νερό, εἴπαμε, δὲν τρέχει νερὸ ἐδῶ, τρέχει χρόνος ἀπὸ τοὺς κρουνοὺς τῆς κρήνης -τῆς Φιλιπείου κρήνης, τῆς Πέρα βρύσης- ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους χρόνους καὶ ποτίζει μὲ τοὺς θρύλους του τὴ σύγχρονη ἱστορία τῆς Νεστάνης.
Νὰ εὐχηθῶ σὲ ὅλους σας Καλὴ Παναγιὰ καὶ νὰ εἶναι καλοτάξιδο τὸ καινούργιο πόνημα τοῦ Παναγιώτη.